Συνεργασία: Για τον Ελληνικό Εθνικισμό (Μέρος ΙV)

hellenism__article

Ιδεολογική συγκρότηση μετά την Μικρασιατική Καταστροφή

 

Μέρος ΙV

 

 

 

Μετά το 1922, annus horribilis του νεώτερου Ελληνισμού – με ενάμιση εκατομμύριο βασανισμένους πρόσφυγες και περίπου 650.000 νεκρούς Έλληνες, με ξεριζωμό του Γένους από την γη της Ιωνίας και του Πόντου μετά από 4 περίπου χιλιετίες αδιάκοπης παρουσίας – προέκυψε μια φρενήρης αναζήτηση ανακάλυψης ενός νέου Εθνικού Οράματος, ενώ  ενέκυψε αφόρητη και πιεστική η ανάγκη μιας αναπροσαρμογής κι αναδιαμόρφωσης ή μιας εκ νέου μορφοποίησης της Εθνικής Θεωρίας. Η Μικρασιατική Καταστροφή στάθηκε ίσως η μεγαλύτερη τομή της νεοελληνικής ιστορίας, γιατί οι συνέπειες της επελθούσας συντριβής σε καθολική έκταση, επηρέασαν όλους τους τομείς της εθνικής μας ζωής κι είναι αισθητές έως και τις ημέρες μας.

 

Το 1922 αποτελεί την χρονολογία ορόσημο στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, καθώς η σχεδόν αφανιστική Μικρασιατική Καταστροφή λειτούργησε ως αφετηρία ριζικής αναδιάρθρωσης του συνόλου ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και μιας ολότελα νέας φάσης της νεώτερης εθνικής ιστορίας. Η επελθούσα συντριπτική ήττα στην Μικρασία, νέκρωσε ουσιαστικά κάθε ελληνική αλυτρωτική προσδοκία αυτοκρατορικής αναγέννησης και σηματοδότησε την θανατηφόρα εξάλειψη της Μεγάλης Ιδέας, [η οποία αποτελούσε την κυρίαρχη συνιστώσα της Εθνικιστικής Ιδεολογίας (τουλάχιστον από το 1844), είχε δε φανεί το 1920 ότι υλοποιείται με την «Συνθήκη των Σεβρών», εγγίζοντας το όνειρο της «Μεγάλης Ελλάδας των επτά θαλασσών και των δύο ηπείρων».

 

Ειδικότερα στον ευρύτερο χώρο της Εθνικής Θεωρίας, το καταραμένο 1922 σηματοδοτεί την παγίδευση του Εθνικού Οράματος (μέχρι τότε δεδομένου, απλού και ξεκάθαρου) σε μια νοσηρή φάση παροξυντικής κι αυξομειούμενης κρίσης. Ταυτόχρονα, επειδή η Μεγάλη Ιδέα έως εκείνην την στιγμή κατείχε την κορυφαία θέση στον επίσημο κρατικό και ακαδημαϊκό ιδεολογικό λόγο, η συντριβή της προξένησε εύλογα έναν γενικευμένο κλονισμό όλων των μέχρι τότε δομικών συνιστωσών και λειτουργικών σταθερών, μια «διασχιστική» ρήξη των παραδοσιακών οριζουσών της έως τότε κυρίαρχης κρατικής ιδεολογίας.

 

Η αποσαθρωτική στρατιωτική ήττα κι η συνακόλουθη εθνολογική και γεωπολιτική καταστροφή, σε συνδυασμό με την επελθούσα κατέρρειψη του μεγαλειώδους αλυτρωτικού οράματος της «αυτοκρατορικής παλιννόστησης» του Ελληνισμού, μετά το 1922 οδηγούν «εκβιαστικά» στην ανάγκη ριζικής καθολικής  ανασυγκρότησης και ουσιαστικής βαθιάς ανανέωσης της ελληνικής Εθνικής Θεωρίας.

 

Η ανάγκη αυτή γίνεται αφόρητα πιεστική και βιαστικά επιτακτική, καθώς κατά τον Μεσοπόλεμο οι πολυεπίπεδες συνέπειες από την καταβαράθρωση της Μεγάλης Ιδέας σωρεύονται και συναρθρώνονται με ευρέα και ποικίλα άλλα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, εμφανιζόμενα με ιδιάζουσα οξύτητα σ’ αυτήν την περίοδο : διαρκής πολιτική αστάθεια, διάχυση αντεθνικών ιδεών, τεράστιο προσφυγικό πρόβλημα, προϊούσα κοινωνική εξαθλίωση, βαθιά οικονομική κρίση. Η συνύπαρξη και η πολλαπλασιαστική διαδραστική αλληλεπίδραση όλων αυτών των προβλημάτων κατέστησε αναγκαία την ανοικοδόμηση ή την εκ νέου συγκρότηση μιας πειστικής Εθνικής Θεωρίας, η οποία, εκτός των άλλων, έπρεπε να μπορεί επιπλέον να εξασκήσει «αρμογόνο», συνεκτική επίδραση στα διάφορα αντίπαλα κοινωνικά συμφέροντα και στις αντίπαλες κοινωνικές ομάδες.

 

Μέσα σ’ αυτές τις εξαπλούμενες σηπτικές συνθήκες, στους χώρους των διανοουμένων διεξάγεται μια μεγάλη ιδεολογικοπολιτική συζήτηση που  εκτυλίσσεται γύρω από το κατάλληλο περιεχόμενο και τους ενδεχόμενους τρόπους μιας άρδην υλοποίησης ενός νέου «Εθνικού Οράματος». Στην παθιασμένη και συχνότατα πολεμική αυτήν συζήτηση λαμβάνει πρόθυμα μέρος ένας σημαντικός αριθμός στοχαστών, μελετητών, διανοουμένων, αλλά και πολιτικών, οι οποιοι προέρχονται από ολόκληρο το ιδεολογικό και πολιτικό φάσμα. Μέσα σ’ ένα ιδεολογικό κλίμα που σφραγίζεται από την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας και την τραυματική διάψευση των εθνικών αλυτρωτικών προσδοκιών, γεννώνται νεοφανείς ερμηνείες κι εμπαθείς συζητήσεις, εκλύονται νεόκοποι προβληματισμοί και προκαλούνται σφοδρές αντιπαραθέσεις, εκφράζονται πρωτότυπες αναζητήσεις και διατυπώνονται νέες ή αναπαλαιωμένες προτάσεις. Καθώς λοιπόν η ρηξικέλευθη συζήτηση αποκτά αξιοσημείωτο εύρος σχετικά με τα θιγόμενα ζητήματα, αλλά και σ’ ότι αφορά στους εμπλεκομένους, πράγματι δεν είναι καθόλου υπερβολικό να χαρακτηρίσουμε τον Μεσοπόλεμο ως περίοδο παρατεταμένης ενδελεχούς αναζήτησης, εμπνευσμένης κα φανατικής συγκρότησης και έντονης ζύμωσης νέων «δοκιμαστικών» Εθνικών Οραμάτων.

 

Παρά το ότι οι εκφάνσεις αυτών των αναζητήσεων είναι πολυποίκιλες, πολυσύνθετες και πολυεπίπεδες, μπορούμε με ασφάλεια κι ευθυκρισία να διακρίνουμε δυο βασικές διαστάσεις στο πλαίσιο των γενικότερων συζητήσεων : Η πρώτη διαμορφώνεται με πυρηνικό άξονα τις συζητήσεις για το ποιο θα πρέπει να είναι το νέο Εθνικό Όραμα, η νέα Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού. Η δεύτερη συνίσταται από τις αναζητήσεις γύρω από τις έννοιες «Έθνος» κι «Εθνική Ταυτότητα». Συχνά αυτές οι δύο διαστάσεις διαπλέκονται μεταξύ τους. Οι θέσεις που διατυπώνονται για το πρέπον περιεχόμενο της νέας Μεγάλης Ιδέας αποκαλύπτουν με σαφείς αντιστοιχίες πώς αντιλαμβάνεται ο εκάστοτε εκφραστής των θέσεων αυτών τις έννοιες «Έθνος» κι «Εθνική Ιδεολογία» και αντίστροφα, ενώ μέσα από τις εργώδεις απόπειρες προσδιορισμού της «Εθνικής Ταυτότητας» προκύπτουν αντιλήψεις και προτάσεις που αφορούν και στο περιεχόμενο του νέου Εθνικού Οράματος.

 

Το γεγονός ότι το Εθνικό Όραμα πρέπει απαραίτητα ν’ ανανεωθεί και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, ώστε να παραμείνει ζείδωρο, ελκυστικό και πειστικό, γίνεται καταρχήν αντιληπτό κυρίως στις τάξεις του «Βενιζελισμού». Επειδή ακριβώς, τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά την δεύτερη φάση του, το βενιζελικό σχέδιο «αστικού εκσυγχρονισμού» διακρίνεται από την οργανική κι άρρηκτη σύνδεση του με τις -εκάστοτε- προτεραιότητες «εθνικής ολοκλήρωσης», ο Βενιζελισμός είναι εκείνος ο πολιτικός χώρος ο οποίος  μετά το 1922, πλήττεται πολύ περισσότερον και εν πολλοίς «απειλείται» από την γενικότερη ιδεολογική κρίση την οποίαν επέφερε η Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι από τις τάξεις του πληττόμενου, του «υποχωρούντος» πολιτικού μορφώματος, θα προέλθουν εύλογα ως αντίδραση κι οι πρώτες απόπειρες ανανέωσης του Εθνικού Οράματος, οι πρώτες εναλλακτικές προτάσεις για μια νέα «Μεγάλη Ιδέα».

 

Οι ιδεολογικοπολιτικές διαφοροποιήσεις, μετατοπίσεις, μεταλλάξεις και εξαλλαγές τώρα είναι πλέον σαφείς, καθώς η σημασιοδότηση και το εννοιολογικό βάθρο του όρου «εθνική ολοκλήρωση» άλλαξαν ολοκληρωτικά, αναγκαστικά και ριζικά. Τους παλαιούς στόχους της απελευθέρωσης των αλυτρώτων Ελλήνων αδελφών και της εδαφικής επέκτασης  με ιστορικούς όρους του «Μείζονος Ελληνισμού», οι οποιοι είχαν ιδεολογικό επιστέγασμα και προμετωπίδα την Μεγάλη Ιδέα, έρχονται να υποκαταστήσουν η προσπάθεια συστηματικής ένταξης και κοινωνικής αφομοίωσης των «πρώην αλυτρώτων» (είτε ως κατοίκων των Νέων Χωρών -στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται: η Θράκη, η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Κρήτη και το ΒΑ. Αιγαίο-, είτε ως προσφύγων), οι ενέργειες για την ολοκληρωτική επίτευξη της ευκταίας εθνικής ομοιογένειας, καθώς κι η φιλοδοξία εγχάραξης μιας νέας «εθνικής ταυτότητας», τούτη την φορά μέσα στα περιορισμένα ελλαδικά κρατικά σύνορα, τα οποία αντιμετωπίζονται πλέον ως οριστικά. Κι ο ίδιος ο Βενιζέλος, αλλά κυρίως άλλες έγκριτες φυσιογνωμίες της πολιτικής ζωής, αστικής προέλευσης και έως σοσιαλδημοκρατικής «εκπομπής», όπως ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Αλέξανδρος Δελμούζος  κι ο Γιώργος Θεοτοκάς, αναζητούν ουσιαστικά το ακριβές στίγμα ενός νέου Εθνικού Οράματος, ικανού ν’ αντικαταστήσει πειστικά και με αξιόπιστην επάρκεια το παλαιό του ανάλογο, το οποίο φαίνεται πως έχει χαθεί αμετάκλητα.

 

Κατά την δεύτερη αυτή περίοδο του Βενιζελισμού, ο επιδιωκόμενος «αστικός εκσυγχρονισμός» θα συναρθρωθεί ικανά με την διαδικασία της εθνικής ομογενοποίησης, μάλιστα δε και με πολιτειακό ιδεολογικό επιστέγασμα : την «Αβασίλευτη Δημοκρατία», η οποία θα καταβληθεί σύντονη προσπάθεια να προσλάβει ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Ωστόσον η «Αβασίλευτη Δημοκρατία» δεν θα καταστεί δυνατόν ν’ αποκτήσει, τουλάχιστον στην δεδομένη ιστορική συγκυρία, εκείνο το ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο που επεδίωκαν να της προσδώσουν ορισμένα στελέχη του Βενιζελισμού, (προπάντων δε ο ευρυμαθής πατριώτης σοσιαλδημοκράτης Αλέξανδρος Παπαναστασίου), δεν θα λειτουργήσει ως πανάκεια των μεταμικρασιανών νοσημάτων. Συνεπώς ο «ύστερος Βενιζελισμός», με το ευρύ οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα της τετραετίας 1928 – 1932, απλά θα εισηγηθεί και πάλιν ένα σχέδιο αστικού εκσυγχρονισμού το οποίο μάλιστα θα προσπαθήσει να το περιβάλλει με την αίγλη μιας νέας «Μεγάλης Ιδέας».

 

Πρέπει να σημειώσουμε για λόγους ενημέρωσης κι ακριβολογίας ότι η πολιτική φιλοσοφία του «αστεφούς μονάρχη» Ελευθερίου Βενιζέλου εμπεριείχε ξεκάθαρα μιαν απόλυτα αριστοτελική άποψη της πολιτικής, αποδίδοντας μείζονα σημασία στον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος απ’ ότι στην μορφή του, ταυτιζόμενη  ξεκάθαρα με την άποψη του Αριστοτέλη – που θεωρούσε πως υπάρχουν καλές αλλά και διεφθαρμένες όψεις των τεσσάρων πολιτευμάτων (αριστοκρατικό, ολιγαρχικό, δημοκρατικό, οχλοκρατικό). Μάλιστα η πεμπτουσία της πολιτικής αντίληψης του Βενιζέλου καταγράφηκε σαφώς ήδη σε πρωιμότερη – «προκαταστροφική» φάση, στην ομιλία του της 5ης Σεπτεμβρίου 1910 στην Πλατεία Συντάγματος, όπου  μεταξύ άλλων είχε πει: «…Ο Αριστοτέλης είπεν ότι όταν ο εις, ο μονάρχης δηλαδή εν τω μοναρχικώ πολιτεύματι ή οι ολίγοι εν τω αριστοκρατικώ ή οι πολλοί, τα πολιτικά δηλαδή κόμματα, εν τω δημοκρατικώ και σήμερον εν τω συνταγματικώ πολιτεύματι, άρχωσι προς το κοινό συμφέρον, η Πολιτεία είναι ορθή. Όταν δε ο εις ή οι ολίγοι, ή οι πολλοί άρχωσι προς το ίδιον συμφέρον η Πολιτεία αυτή αποτελεί παρέκβασιν Πολιτείας οδηγούσα εις την κακοδαιμονίαν των λαών.». Αυτός ήταν ο «χαρισματικός» (σωτηριακά και δαιμονικά) άνδρας που υπήρξε ο «δημοκρατικός δικτάτωρ» της Ελλάδας. Ουδέποτε πλήρως δημοκράτης και ουδέποτε αρκούντως τολμητίας για να κυβερνήσει φανερά ως δικτάτωρ.

 

Πρωτεργάτης στην προσπάθεια ιδεολογικοπολιτικής και πνευματικής ανασυγκρότησης μετά το βαθύ (κι ακόμη ανεπούλωτο) τραύμα της Μικρασίας, στάθηκε ο ίδιος ο Βενιζέλος, ο οποίος κατ’ επανάληψη και συρροή θα τονίζει με έμφαση ότι οι αγώνες για την εδαφική επέκταση τελείωσαν οριστικά, ενώ συχνά θα καλέσει τους Έλληνες να συγκεντρώσουν την προσοχή τους στη δημιουργία «συγχρονισμένου κράτους», η έννοια του οποίου επαναλαμβάνεται διαρκώς και κατέχει πρωταγωνιστική θέση στα άρθρα και τους λόγους του Ελευθέριου Βενιζέλου αυτής της περιόδου. Χαρακτηριστικά σ’ ένα του λόγο – 28 Μαΐου 1930, Καλάβρυτα- θα τοποθετηθεί ξεκάθαρα οριοθετώντας τις κατά την γνώμη του προοπτικές του Έθνους ως εξής : «…Είμεθα σήμερον έθνος που επέρασε την παιδικήν ηλικίαν, συμπληρώνει την νεανικήν και αρχίζει να εισέρχεται εις την ανδρικήν. Όποιος έχει αυτό υπ’ όψιν, πως είναι δυνατόν να αμφιβάλλη ότι η σταδιοδρομία του έθνους κατά την δευτέραν εκατονταετίαν του ελευθέρου βίου του θα είναι καλυτέρα της πρώτης; Εγώ είμαι βέβαιος ότι, κατά την δευτέραν εκατονταετίαν θα φθάσωμεν εις μεγάλα αποτελέσματα, προς άλλην εννοείται κατεύθυνσιν, όχι προς ουσιώδη εδαφικήν επέκτασιν ή απελευθέρωσιν υποδούλων αδελφών, οι οποίοι, δεν θέλω να εξετάσω πως συνεκεντρώθησαν εντός των συνόρων της ελευθέρας πατρίδος, αλλά προς δημιουργίαν κράτους συγχρονισμένου, το οποίον, εάν δεν είναι πρωτοπόρον, θα ευρίσκεται, πάντως, ακολουθούν, μέσα εις την πρωτοπορίαν των άλλων εθνών που πρωτοστατούν εις τον πολιτισμόν» .

 

Σ’ αντίθεση με τις έντονες ιδεολογικές αναζητήσεις που περιρρέουν και  διαπερνούν τον ύστερο, «μετακαταστροφικό» Βενιζελισμό, ο αντιβενιζελικός συντηρητικός χώρος δείχνει να διακρίνεται από μια σχεδόν εμμονοϊδεακή και συνάμα παιδιάστικα απλοϊκή, αβίαστη προσήλωση στις μέχρι τότε δεδομένες «εθνικές παραδόσεις». Η αυτάρεσκη, συχνά πομπώδης κι ενίοτε αγκυλωτική   στειρότητα που διακρίνει τον εν πολλοίς βασιλόφρονα Αντιβενιζελισμό, σε συνδυασμό με την εύλογη πιεστική ανάγκη ν’ ασκήσει αντιπολίτευση στην βενιζελική πολιτική, οδηγεί συχνά αρκετούς από τους αντιβενιζελικούς, στην υπεράσπιση διαφόρων επεκτατικών εκδοχών της Μεγάλης Ιδέας ! Κάποιοι άλλοι κρίνουν με ρεαλιστική επιφύλαξη, όπως ο Ιωάννης Πιπινέλης, ένας από τους επιφανείς εκπροσώπους της αντιβενιζελικής παράταξης, που θα γράψει ότι : «…..η αποτυχία της μικρασιατικής εκστρατείας 1919-1922, της τελευταίας αυτής εξορμήσεως του ελληνισμού προς την Μεγάλην Ιδέα, κατέδειξε με την άπειρον συμφοράν εις ην οδήγησεν, ότι μια νέα πραγματικότης είχε δημιουργηθεί εν τοις Βαλκανίοις, η οποία καθιστά ανέφικτον την αναβίωσιν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».

 

Συνεπώς η καταστροφική και τραυματική κατάληξη της μικρασιατικής περιπέτειας, αποκλείει πλέον την επικράτηση του Ελληνισμού επί των γειτόνων του με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα. Τώρα πλέον η έμφαση δίδεται στην οικονομική διείσδυση της Ελλάδας στις «γειτνιάζουσες γαίες», μ’ απώτερο στόχο την δι’ αυτής επικράτηση του Ελληνισμού. Στα πλαίσια αυτά η πνευματική ανωτερότητα των Ελλήνων θεωρείται a priori δεδομένη, ωσάν «θεία επίπαση» ή νομοτελειακό θέσμιο. Ο μεσολογγίτης δημοσιογράφος, εκδότης και πολιτικός Θεολόγος Νικολούδης, αντιβενιζελικός και κατοπινό στέλεχος του μεταξικού καθεστώτος της 4ηςΑυγούστου υποστήριξε με έμφαση «Η Ελλάς δεν θα εβράδυνε να δεσπόση από απόψεως εμπορικής και εκπολιτιστικής του βαλκανικού συγκροτήματος» [Ο πολυπράγμων Νικολούδης εξέδιδε την εφημερίδα «Πολιτεία» από το 1917 έως το 1935 από τις στήλες της οποίας πολέμησε με σφοδρότητα τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Βενιζελισμό,  ενώ υποστήριξε τον Ιωάννη Μεταξά και το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων.] Ο επίσης σφόδρα αντιβενιζελικός Αθανάσιος Ευταξίας συμπλήρωνε με θρησκευτικού τύπου εθνοκεντρική μεγαλοστομία : «Η Ελλάς κέκληται να πρωτοστατήση, υπό έποψιν οικονομικήν και εκπολιτιστικήν».

 

Στα πλαίσια αυτά το προτεινόμενο από τον Βενιζελισμό Εθνικό Όραμα του αστικού εκσυγχρονισμού, που χαρακτηρίστηκε από μερίδα του αντιπολιτευόμενου τύπου, ως «κακόηθες κήρυγμα εναντίον των ιδανικών και των παραδόσεων» δέχτηκε αμέτρητες συνεχείς συστηματικές βολές των αντιβενιζελικών. Θεμελιώδης γεννήτρια παραδοχή αυτών των επιθέσεων υπήρξε  η εκτίμηση ότι «παρά την ηδυπαθή αποχαύνωση του Έλληνος δια της υλιστικής ευμαρείας» που, κατά τη γνώμη των αντιπάλων του, επεδίωξε σκόπιμα ο λαοπλάνος Βενιζέλος, ο ελληνικός Λαός «προορίζεται για να επικρατή και να ηγεμονεύη». Κατά συνέπειαν «…ο κ. Βενιζέλος κάμνει πολύ άσχημα να θέλη να κόψη τα πληγωμένα φτερά της Μεγάλης Ιδέας, η οποία εκράτησεν όρθιον επί πέντε εκατονταετίες το ελληνικόν γένος».

 

Η συζήτηση που πραγματοποιείται τον Δεκέμβριο του 1930 στην Βουλή μετά από τις (κατά πολλούς επονείδιστες) ελληνοτουρκικές συνθήκες που υπέγραψαν ο Βενιζέλος κι ο Κεμάλ τον Οκτώβριο μας προσφέρει την δυνατότητα σχετικά ευκρινούς καταγραφής των σφοδρά αντιτιθέμενων απόψεων.

 

Η ουσιαστικότερη διαφορά μεταξύ των δύο ρευστών όψεων της νέας «εθνικής πολιτικής» εντοπίζεται στο ότι, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος κι ο υπουργός των Εξωτερικών Μιχαλακόπουλος, (με τους οποίους συμπαρατάσσεται και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου), αναγνωρίζουν την νέα κεμαλική πραγματικότητα στην Τουρκία και επιδιώκουν την εδραίωση «ειλικρινούς φιλίας» (!) και συνεργασίας με την γείτονα χώρα σε όλα τα επίπεδα. Αντίθετα, αυτός ο πρόθυμα συναινετικός «ρεαλισμός» των βενιζελικών «εκσυγχρονιστών», με την άμεση και αβίαστη διαγραφή των μέχρι τότε ιστορικά εδραιωμένων και παραδοσιακά  σφυρηλατημένων «αυτοκρατορικών» – επεκτατικών αντιλήψεων,  δεν διακρίνει τον αντίπαλο ιδεολογικοπολιτικό χώρο του «Λαϊκού Κόμματος», με το οποίο συμπαρατάσσονται στο συγκεκριμένο θέμα και ορισμένες βενιζελογενείς (!) πολιτικές δυνάμεις, όπως η «Προοδευτική Ένωση» του Κωνσταντίνου Ζαβιτσιάνου κι οι  «Προοδευτικοί Φιλελεύθεροι» του Γεωργίου Καφαντάρη.

 

Για να μην αποκτάμε στρεβλή οπτική του ιστορικού δρωμένου, μιλώντας για βενιζελογενείς επίμονους μεγαλοϊδεάτες και αντιπολιτευόμενους τον Βενιζέλο, δεν πρέπει επ’ ουδενί να συγχέουμε τα πρόσωπα εκείνης της περιόδου με τους σύγχρονούς μας άθλιους τενεκέδες του πολιτικαντισμού και γλύφτες της σύγχρονης ευκαιριοκρατίας. Μια γρήγορη πληροφοριακή ματιά στον βίο και την πολιτεία των δύο προαναφερόμενων είναι γι αυτόν τον σκοπό επιβεβλημένη:

 

Ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος, ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα που διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της εποχής του : Συνεργάσθηκε αλλά και διαφώνησε τόσον με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όσον και με τον Ιωάννη Μεταξά. Αναδείχθηκε τέσσερις φορές Πρόεδρος της Βουλής και συνέδεσε το όνομα του με την αντικομουνιστική νομοθεσία «περί ιδιωνύμου».Δημοσίευσε ένα δίτομο έργο «Αναμνήσεις εκ της ιστορικής διαφωνίας του Βασιλέως Κωνσταντίνου και του Ελευθερίου Βενιζέλου, όπως την έζησα», με λεπτομερείς πληροφορίας για τη μελέτη της εποχής του Διχασμού 1916-1922. Το 1925 του προτάθηκε η πρωθυπουργία από τον τότε δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο, αλλά δεν την αποδέχθηκε. Κατά την περίοδο 1928-1932 εξελέγη βουλευτής, με το δικό του κόμμα, την «Πολιτική Προοδευτική Ένωση», συνεργαζόμενος με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών κατά τα έτη 1928-1929 σε κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου, ενώ το 1929, διαφώνησε με τον Βενιζέλο και παραιτήθηκε από το υπουργικό αξίωμα Διετέλεσε επίσης και γερουσιαστής αριστίνδην (1932 -1935).Έγραψε μεταξύ άλλων και το δοκίμιο «Η χρεωκοπία του κοινοβουλευτισμού» (1933). Στις 5 Αυγούστου του 1936 μιαν ημέρα μετά την επιβολή της δικτατορίας, (με πλειοψηφική στήριξη των κομμάτων !)  ανέλαβε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ιωάννου Μεταξά, υπουργός των Οικονομικών και προσωρινά Εθνικής Οικονομίας. Στις 22 Ιανουαρίου 1937 διαφώνησε με την οικονομική πολιτική του Μεταξά και υπέβαλε την παραίτηση του. Τον Ιανουάριο του 1941 ανέλαβε την θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εθνικής Τράπεζας και τον Μάρτιο του ίδιου έτους εξελέγη από τους μετόχους συνδιοικητής της Τράπεζας και παρέμεινε στην θέση αυτή ως το 1943 (μη φεύγοντας για αντίσταση από το …Μισίρι με τους Άγγλους «συμμάχους» μας), οπότε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.

 

Ο  Γεώργιος Καφαντάρης έγινε υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου κι αμέσως μετά πρωθυπουργός για ένα μήνα. Στην συνέχεια ίδρυσε το Κόμμα των Προοδευτικών Φιλελευθέρων. Στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου  εξορίστηκε, ενώ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο έγινε αντιπρόεδρος στην «κεντρώα» κυβέρνηση του Σοφούλη. Είχε χρηματίσει πολλές φορές υπουργός των Οικονομικών, αντιμετωπίζοντας επιτυχημένα το δυσβάστακτο προσφυγικό ζήτημα. Υπήρξε άνδρας με ήθος και θάρρος, που δεν υπάκουγε στις πιέσεις των περιστάσεων Μετά τον Β΄ Μεγάλο Πόλεμο, στην προανάκριση της δίκης των δοσίλογων κατέθεσε για τους κατηγορούμενους με παρρησία και αμεσότητα: «….δεν φαντάζομαι ότι υπάρχει κανείς εκ των αναλαβόντων τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως επί κατοχής ή των συμμετεσχόντων εις ταύτας, ο οποίος να το έπραξε δια να εξυπηρετήση τον εχθρόν ή να προδώσει τα εθνικά συμφέροντα. Εάν εις τον κανόναν τούτο υπάρχη τυχόν εξαίρεσις και εκινήθη τις από καθαράν ιδιοτέλειαν, η αμφίβολος αυτή εξαίρεσις θα ηδύνατο να πιστοποιηθή από το έργο της ανακρίσεως. Οι άλλοι κατά την αντίληψιν μου ωδηγήθησαν από δυο σκέψεις είτε ότι ηδύνατο να προσφέρουν τας υπηρεσίας των εις τον Λαόν, αν όχι ίσως μεγάλας έστω και μικράς, είτε ότι η νίκη του Άξονος ήτο βεβαία και θα έπρεπε να παρασκευασθή το έδαφος δια να εμφανισθούν κατά τη ρύθμιση των Εθνικών ζητημάτων συνήγοροι των δικαίων του Έθνους»

 

Μελετώντας τις περισσότερες δημηγορίες των περισσότερων εκφραστών του βενιζελικού και βενιζελογενούς χώρου της υπό εξέταση περιόδου διαπιστώνουμε πως  βασίζονται σε μιαν απλή  κοινή θέση : οι μεταναστεύσεις των πληθυσμών είναι απόλυτα απαραίτητες για την Ελλάδα. Αυτή η  σχεδόν αξιωματική θέση τους, παρέχει την δυνατότητα ν’ αντιμετωπίζεται η επιστροφή των διωχθέντων Ελλήνων στην Μικρασία όχι μόνον ως σωτήριο μέτρο για την αγωνιούσα ελληνική οικονομία, αλλά παράλληλα και ως λύση για το οικονομικό πρόβλημα της ίδιας της Τουρκίας (!). Χαρακτηριστικά ο Γ. Καφαντάρης μ’ ένα κράμα οραματισμού και κυνισμού, θα δηλώσει ότι μια ενδεχόμενη ελληνική επάνοδος στη Μικρασία «…όχι μόνον ήθελεν αποκαταστήση την ισορροπίαν του πληθυσμού η οποία διεταράχθη δια του πολέμου, αλλά ήθελεν αποβή ευεργετικόν στοιχείον κυρίως εις την οικονομικήν ζωήν της χώρας εκείνης, ζωογονούν τον ανυπολόγιστον αυτής εθνικόν πλούτον, ο οποίος παραμένει νεκρός».

 

Στο πλαίσιο τέτοιων νέων, «ανάγκα» προτεραιοτήτων οι οποίες τέθηκαν ως κομβικά διακυβεύματα για την εθνική ολοκλήρωση μετά το 1922, ο Βενιζελισμός θ’ αναλάβει ανενδοίαστα την ευθύνη για την ανταλλαγή των πληθυσμών, την οποία θεωρεί ως αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη της ευκταίας εθνικής ομοιογένειας, ενώ θα πραγματοποιήσει μεθοδικά και αποφασιστικά σε ικανό βαθμό, όλες τις απαραίτητες διαδικασίες αποκατάστασης και ενσωμάτωσης των προσφύγων στο ταπεινωμένο από τους Τούρκους και τους Διεθνείς πάτρωνές τους ελληνικό κράτος. Επίσης θα επιδιώξει συστηματικά την μεθοδική αφομοίωση ή και την εξουδετέρωση ξένων μειονοτήτων, οι οποίες σαφώς αποτελούσαν ενδεχόμενη απειλή για την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα του ελληνικού κράτους. Τέλος, με την οικονομική του πολιτική, αλλά και με το γενικότερο πρόγραμμα του, θα εξακολουθήσει ν’ αποτελεί τον κυριότερο και ρωμαλέο φορέα ενσωμάτωσης των λαϊκών τάξεων στο εθνικό κράτος. Ο εμπνευσμένος Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος θα εκφράσει πιο «διεκδικητικές» θέσεις, υπογραμμίζοντας την αδήριτη ανάγκη εντονότερων στρατιωτικών εξοπλισμών, καθώς και την επίμονη και συστηματική διατήρηση των εθνικών ιδανικών με τα οποία μεγαλούργησε η Ελλάδα από την έναρξη της Εθνεγερσίας και ένθεν.

 

Στην ίδια εκείνη περίοδο -όταν βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί συγκρούονται σφοδρά σχετικά με το «ζητούμενο πρέπον» νέο Εθνικό Όραμα-, ανάμεσα στην μιζέρια, την δυστυχία, την αρρώστια και την οργή, πραγματοποιεί δυναμικά την «προσκηνιακή» της εμφάνιση μια τρίτη πρόταση για την οργάνωση του συλλογικού πολιτικού μέλλοντος. Πρόκειται για τις λεγόμενες «σοσιαλιστικές» ιδέες, ήδη αμυδρά γνωστές στον ελληνικό χώρο από τα τέλη του 19ου  αιώνα, με τον εκσυγχρονισμένο κομμουνιστικό τους δρόμο μετά την νίκη των μπολσεβίκων στην Ρωσία. Η ατμόσφαιρα της εξαπλούμενης κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που χαρακτηρίζει τον Μεσοπόλεμο θα διευρύνει δραστικά και εκθετικά το «εν δυνάμει» ακροατήριο αυτών των αντιλήψεων, γιγαντώνοντάς το. Αν και τελικά ο ρόλος που παίζουν αυτές οι ιδέες στην κεντρική πολιτική σκηνή δεν είναι όσον επιτυχημένος επεδίωξαν οι συνωμότες που τις διαχειρίστηκαν -πέραν από την θλιβερή αλληλουχία των εθνοπροδοτικών θέσεων που υιοθετούν λόγω «διεθνιστικής συνείδησης»- καθ’ όλη την διάρκεια του Μεσοπολέμου (ιδιαίτερα στην αρχή της περιόδου ο ρόλος τους είναι ολότελα αναιμικός), ωστόσον η ραγδαία απήχηση τους στο χώρο της φερ’ ειπείν «διανόησης» θ’ αποβεί ιδιαίτερα σημαντική. Στα πλαίσια αυτά αρκετοί θα είναι εκείνοι οι Έλληνες διανοούμενοι, που υιοθετώντας μαρξιστικές και κομμουνιστικές αντιλήψεις και θέσεις, θα λάβουν συστηματικά μέρος στις πολεμικού χαρακτήρα συζητήσεις που θα γίνουν κατά τον Μεσοπόλεμο, έχοντας ως επίδικο αντικείμενο της διαμάχης τις χιλιάκριβες έννοιες του Έθνους και της Εθνικής Ταυτότητας.

 

Η πρωτότυπα ενορχηστρωμένη για τα μέτρα της εποχής, αφειδώς χρηματοδοτούμενη από την σοβιετία και κυριολεκτικά ακατάπαυστη λυσσαλέα κριτική την οποία θ’ ασκήσουν οι μπολσεβίκοι κι οι σοσιαλμαρξιστές συνοδοιπόροι τους στα έως τότε παραδεδομένα σχήματα, καθώς και στις διάφορες «εν τω γεννάσθαι» νέες ιδεολογικές κατασκευές του ελληνικού εθνικού λόγου, θα έχει μιαν αξιοσημείωτη επιβραδυντική και περιοριστική επίδραση στην διαμόρφωση της εθνικής θεωρίας κατά τον Μεσοπόλεμο.

 

Σε ότι αφορά στους «έλληνες» μπολσεβίκους που συγκροτήθηκαν υπό του Κοέν, Βεντούρι και Μπεναρόγια σε κομματικό μόρφωμα – εντολοδόχο της κόκκινης Μόσχας, κανένας λόγος δεν είναι επαρκής για να περιγράψει την στάση τους απέναντι στο Έθνος : γνωρίζουμε όλοι (και πλην Εθνικιστών οι πάντες αποσιωπούν στην φιλοκομμουνιστική μεταπολίτευση) την συστηματική ηττοπαθή προπαγάνδα και τις δολιοφθορές που διεξήγαγαν οι κόκκινοι πυρήνες στο μικρασιατικό μέτωπο, πλήττοντες τα νώτα του νικηφόρου Εθνικού Στρατού. (π.χ. οι μπολσεβίκοι στρατιώτες, μεσούσης της εκστρατείας, έγραφαν την πρωτοχρονιά του 1921 : «… Μη μας μιλάτε πια για λευτεριά, γιατί τόσο πιο αβάσταχτη αισθανόμαστε τη σκλαβιά μας. Είδαμε ότι και οι κυβερνήτες, όποιο χρωματισμό κι αν έχουν, δεν είναι παρά γνήσιοι αντιπρόσωποι της εκμεταλλεύτριας τάξης και ότι η κρατική εξουσία με τη στρατοκρατία της δεν είναι παρά μια οργανωμένη βία σε υπηρεσία των συμφερόντων της. Μη μας μιλάτε λοιπόν για πατρίδες και για εθνικές αποκαταστάσεις γιατί τόσο πιο σιχαμεροί μας φαινόσαστε!»).

 

Επίσης γνωρίζουμε επαρκώς και την τεράστια βοήθεια που έλαβαν οι Μογγόλοι από τους Σοβιετικούς. Η νίκη των κεμαλικών ορδών  στον Σαγγάριο ήταν πρωτίστως μια νίκη πληθύος και υπεροχής των … σοβιετικών όπλων. Tο φιλοκομμουνιστικό  καραμανλικό σύνδρομο στην μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν επέτρεψε την ειλικρινή  παραδοχή πως ο Στρατός μας δεν νικήθηκε στην Mικρασία από τον κεμαλικό στρατό των καθυστερημένων κι αιμοδιψών αγελαίων υπανθρώπων, αλλά : από τα σοβιετικά όπλα και τους σοβιετικούς συμβούλους – από τις ιταλο-γαλλικές «συμμαχικές» στρατιωτικές διευκολύνσεις των μασονικών κυβερνήσεων προς τους κεμαλικούς – από την σιωνιστική ανθελληνική συμμαχική διπλωματία, που ζητούσε την χάλκευση ενός Ισραήλ στο πνεύμα των Χερτσλ – Μπάλφουρ.

 

Μετά την ιουδαϊκής έμπνευσης προσέγγιση κεμαλικών – σοβιετικών ο υστερικός φόβος για μιαν ενδεχόμενη  προσχώρηση του Κεμάλ πασά στο κομμουνιστικό στρατόπεδο, είχε πολλαπλασιαστικά ανθελληνικό αντίκτυπο στις εξελίξεις καθώς η περιοχή που αυτός ήλεγχε εμπόδιζε δυνητικά την ασφαλή διακίνηση των αντλούμενων κοιτασμάτων πετρελαίου από τον Καύκασο και την Μοσούλη, δημιουργώντας διεθνείς ενεργειακές άρα και οικονομικές περιπλοκές. Έτσι η παρουσία μας στην Μικρασία αποτελούσε μείζον πρόβλημα για τους γνωστούς- αγνώστους «Διεθνείς παράγοντες» και τις υποτακτικές τους κυβερνήσεις, οπότε το δρώμενο που ακολούθησε ήταν προδιαγεγραμμένο. Οι ντόπιοι μπολσεβίκοι όχι μόνο συνέδραμαν πάσει δυνάμει την ανθελληνική προσπάθεια του Εχθρού και των αντιπάλων μας, αλλά με λυσσαλέο αντιπατριωτικό κυνισμό καθύβριζαν τους ήρωες του μικρασιατικού έπους και επαίρονταν για την προδοτική στάση τους. Απανθισματικά καταγράφουμε δύο χαρακτηριστικές τοποθετήσεις των κόκκινων εθνοπροδοτών στα μεσοπολεμικά χρόνια :

 

Στο φύλλο της 26 Νοεμβρίου του 1929 ο «Ριζοσπάστης» κάνει ελεεινολογική αναφορά στον Εθνομάρτυρα ιεράρχη Χρυσόστομο Σμύρνης, ο οποίος δεν έφυγε όταν πέθαινε ο Ελληνισμός στην Μικρά Ασία ενώ είχε την δυνατότητα, αλλά έμεινε και πέθανε στα χέρια των Μογγόλων και Ιουδαίων δημίων: «Το πρωί της Κυριακής οι καμπάνες του Μητροπολιτικού Ναού ήχησαν πένθημα, δίνοντας το σύνθημα της γενικής κινητοποίησης: Πρωθυπουργός, Υπουργοί, Στρατηγοί, Ναύαρχοι, Αξιωματικοί, Παπάδες, στρατός, αστυνομία, πόρνες, όλο τοσκυλολόι της Μπουρζουαζίας κατέκλεισε το “ιερό” ναό. Επρόκειτο να γίνει το μνημόσυνο του«εθνομάρτυρος» μητροπολίτου Σμύρνης” και πιο κάτω “Το μνημόσυνο του Χρυσόστομουτου πράχτορα αυτού της ελληνικής Μπουρζουαζίας και ιδιαίτερα η καμπάνια που ξεσήκωσε η Μπουρζουαζία…».

 

Στο φύλλο της  12 Ιουλίου 1935 φιλοξενούνται οι δηλώσεις του αρχιμπολσεβίκου Νίκου Ζαχαριάδη (που θα αιματοκυλίσει μεταπολεμικά το Έθνος) με την γνωστή κι εξωλέστατη προδοτική και λυσσαλέα ανθελληνική δήλωση «Αν δεν νικιόμασταν στη Μικρά Ασία, η Τουρκία θάτανε σήμερα πεθαμένη και μείς Μεγάλη Ελλάδα. Γι αυτό, εμείς όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε για την αστικοτσιφλικάδικη ήττα στη Μικρασία, μα και την επιδιώξαμε». Σ΄ αυτό το κείμενο – μνημείο προδοσίας, οι μπολσεβίκοι αγύρτες γράφουν : ότι τάχα ο Εθνικός Στρατός εξεστράτευσε στην Μικρασία για «να διαιωνίσει την ξενική κυριαρχία στον Τούρκικο λαό…». Ότι «Η Μικρασιατική εκστρατεία χτυπούσε την νέα Τουρκία» και πως «Επιδιώξαμε την ήττα» για να χτυπήσουν τα  «Συμφέροντα των ντόπιων ιμπεριαλιστών» και να πετύχουν «Την ειρηνική συμφιλίωση των νοτιοανατολικών λαών της Ευρώπης».

 

Τα παραπάνω αρκούν από μόνα τους για να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε άμεσα ποια συμφέροντα εξυπηρετούσαν οι ξενοκίνητοι κόκκινοι … σοσιαλιστές «διανοούμενοι», που από τον Μεσοπόλεμο θα πλημμυρίσουν την πνευματική ζωή της Πατρίδας με διανοητικά σκύβαλα και αντεθνικά δηλητήρια υπό την διεύθυνση τότε, του μαέστρου της αγυρτείας Δημήτρη Γληνού.

 

Γιάννης Πετρίτης

 

*Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης για τον Ελληνικό Εθνικισμό, στο τελευταίο μέρος της, θα παρατεθεί κατάλογος βιβλιογραφικών και κειμενογραφικών αναφορών, ως πηγών περαιτέρω μελέτης του αντικειμένου.  

ΠΗΓΗ

 

 

Comments Off on Συνεργασία: Για τον Ελληνικό Εθνικισμό (Μέρος ΙV)

Filed under ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Comments are closed.