Site icon ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

Συνεργασία: Για τον Ελληνικό Εθνικισμό (Μέρος Χa)

hellenism__article

Ιδεολογική συγκρότηση μετά την Μικρασιατική Καταστροφή

Μέρος Χa

Η Γεωπολιτική είναι μία σχετικά νέα Επιστήμη, οι βάσεις της οποίας τέθηκαν στις αρχές του 20 αιώνα, ενώ μορφοποιήθηκε (μ’ ένα σχετικά σταθερό περίγραμμα) πριν από 75 περίπου χρόνια. Η μικρή -σε σχέση με άλλες θεωρητικές ή εφαρμοσμένες επιστήμες- χρονική περίοδος εξέλιξής της, είναι κι η ουσιαστική αιτία της ελλιπούς αποκρυστάλλωσης σαφών ιδεών σχετικά με το αντικείμενό της, την αξία του σκοπού της και την χρησιμότητα της αποστολής της. Έτσι, κάποιοι μελετητές δεν έχουν ακόμα πεισθεί για την αυτοτέλειά της ή ακόμη και γι’ αυτήν την επιστημονική της αυθυπαρξία. Ακόμη, άλλοι μελετητές, την θεώρησαν ως τομέα της Πολιτικής Γεωγραφίας και άλλοι σαν μία μεθοδολογία στρατηγικής εκτίμησης του γεωγραφικού χώρου, ενώ η σύνδεσή της με τις εθνικοσοσιαλιστικές κι εθνικιστικές ιδέες την δαιμονοποίησε στην συνείδηση των «αριστερών» και λοιπών «υπερδημοκρατών» «διανοουμένων».

Στο ευρύτερο ιδεοπνευματικό και πολιτικό πλαίσιο της επίμοχθης προσπάθειας που κατεβλήθη  κατά τον Μεσοπόλεμο με απώτερο σκοπό την γενική ανανέωση της Εθνικής Θεωρίας, αναζητήθηκαν λεπτομερώς συστηματικά ερείσματα τόσον σε παλαιότερες ιδεολογικές συγκροτήσεις, όπως η «Περιβαλλοντική Ερμηνεία» των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του Έθνους, όσον και σε σχετικά νέα ιδεολογικά δημιουργήματα, όπως τα θεωρητικά παράγωγα της «Γεωπολιτικής Σχολής».

Ιδιαίτερα κατά την δεύτερη δεκαετία του Μεσοπολέμου, ιδέες οι οποίες είχαν ήδη διατυπωθεί περί τα τέλη του 19ου  και τις αρχές του 20ου  αιώνα, οι οποίες  και αφορούσαν στην ερμηνεία της ιδιαίτερης υφής του Ελληνικού Πολιτισμού με βάση τα μορφοποιητικά περιβαλλοντικά στοιχεία του, θα χρησιμοποιηθούν ευρύτατα προκειμένου να ανανεωθεί εκ βάθρων η Εθνική Θεωρία. Έννοιες όπως η γεωγραφική θέση και η φυσική ομορφιά της Ελλάδας, το ευφορικό της κλίμα, το «ελληνικόν φως», καθώς και ποικίλα συστατικά στοιχεία της κλασικής αρχαιότητας θα χρησιμοποιηθούν ως ερμηνευτικά εργαλεία, προκειμένου να μελετηθεί ενδελεχώς και να στοιχειοθετηθεί απαρτιωμένα η έννοια του Έθνους. Παρότι οι διανοούμενοι οι οποίοι διατύπωσαν τέτοιες ερμηνείες κινήθηκαν σ’ ένα ευρύτατο πολιτικό φάσμα -που αρχίζει από τον χώρο της φιλελεύθερης διανόησης και φτάνει μέχρι τους υποστηρικτές των εθνικοσοσιαλιστικών και φασιστικών ιδεών- φάνηκε ότι απώτερος σκοπός στο βάθος του ευρύτατου ορίζοντα των επιδιώξεων τους  ήταν κοινός : η καθολική και ουσιαστική ανανέωση της Εθνικής Θεωρίας.

Καθόλου βεβαίως δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι, κατά την εν λόγω αυτήν περίοδο εμφανίζονται, διασπείρονται  και αναπτύσσονται στην Ελλάδα οι απόψεις της «Σχολής της Γεωπολιτικής». Στην Ελλάδα, το πρόδηλο ιστορικό, καθώς και το εν πολλοίς υφέρπον νατουραλιστικό ρεύμα του εθνισμού επρόκειτο να συγχωνευθούν κατά μεγάλο  μέρος, μέσα στα πλαίσια της καινοφανούς επιστήμης.To ωδινογόνο εθνικό τραύμα της Μικράς Ασίας, αλλά και η εμπαθής φύση του πληθωρικού ελληνικού λαϊκισμού συνέβαλλαν αποφασιστικά στην ιδιάζουσα ψυχολογία, που υπεστήριξε ως βάθρο αυτήν την θεωρητική συγχώνευση.

Ο όρος Γεωπολιτική εκφάνθηκε αρχικά από τον Σουηδό Ροδόλφο Κγελλέν (1864-1922), ο οποίος στα πρώτα χρόνια του 20ου  αιώνα στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα παγκόσμια προβλήματα, στράφηκε από την μελέτη των κοινωνικών επιστημών στην έρευνα της γεωγραφίας. Κατ’ αυτόν, τον «ανάδοχό» της, η «Γεωπολιτική είναι η επιστήμη η οποία συλλαμβάνει το κράτος ως ένα γεωγραφικό οργανισμό ή ως ένα φαινόμενο στον Χώρο», όπως γράφει στο βιβλίο του: «Τα πολιτικά προβλήματα του Παγκοσμίου Πολέμου» (Λειψία-1915/1916). Η κατοπινή επεξεργασία των ερευνών που μεσολάβησαν, καθώς και η κλιμακωτή ανάπτυξη της Γεωπολιτικής επιστήμης, οδηγούν τον «αρχιτέκτονα και πνευματικό πατέρα» της Κάρολο Χαουσχόφερ στον ακόλουθο, πληρέστερο ορισμό, όπως καταγράφεται στο βιβλίο του «Θεμέλιοι λίθοι στην Γεωπολιτική» (1928): «Γεωπολιτική είναι η σύλληψη των εδαφικών συσχετίσεων των πολιτικών εκδηλώσεων. Βασίζεται στα πλατιά θεμέλια της γεωγραφίας, ειδικά της πολιτικής γεωγραφίας, ως το δόγμα των πολιτικών οργανισμών του Χώρου και της δομής τους. Τα ευρήματα της γεωγραφίας σχετικά με τον χαρακτήρα των γήινων χώρων, παρέχουν το πλαίσιο γιά την Γεωπολιτική. Οι πολιτικές εκδηλώσεις πρέπει να εκδηλώνονται μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο. Μόνο περιστασιακά ξεπερνούν αυτό το πλαίσιο, αλλά αργά ή γρήγορα επιστρέφουν μέσα του πάντα. ‘Έτσι η Γεωπολιτική γίνεται η διδασκαλία της τέχνης του να καθοδηγείς την πρακτική πολιτική ως το σημείο εκείνο όπου πρέπει να τολμήσει το βήμα στο άγνωστο. Μόνον αν είναι εμπνευσμένο από γεωπολιτική γνώση μπορεί αυτό το βήμα να είναι επιτυχημένο. Η Γεωπολιτική πρέπει να είναι και θα γίνει η γεωγραφική συνείδηση του Κράτους».

Από τα παραπάνω, προκύπτει, ως εναλλακτικός, ισοβαρής κι ανάλογος ορισμός της Γεωπολιτικής: «η μελέτη και έρευνα των εσωτερικών σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ πολιτικής και γεωγραφίας του Κράτους και της διεθνούς πολιτικής». Μ’ αυτήν την έννοια, είναι συγκερασμός γεωγραφικής πολιτικής και γεωγραφικής στρατηγικής του Κράτους, για την μέγιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων του. Στον πυρήνα λοιπόν αυτής της θεωρίας, βρισκόταν και το αξίωμα ότι ένα Κράτος με την κοινωνία του, αποτελεί έναν φυσικό ζωντανό οργανισμό, η ανάπτυξη του οποίου καθορίζεται από το γεωγραφικό και φυσικό περιβάλλον. Βέβαια οι ιδεολογικές διασυνδέσεις αυτής της θεωρίας βρίσκονται στην γερμανική φιλοσοφική παράδοση, στο έργο του Φίχτε και του Εγέλου, στον Μαξ Βέμπερ και στην Γερμανική Ιστορική Σχολή.

Το ρεύμα της ελληνικής γεωπολιτικής σκέψης είχε τις θεωρητικές του πηγές στην ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αντίστοιχη γερμανική σχολή της Γεωπολιτικής, ενώ παράλληλα υφίστανται και «ημεδαπές» ρίζες του στην Ελλάδα, οι οποίες είναι δυνατόν ν’ ανιχνευθούν με σαφήνεια στους Προδρόμους του Ελληνικού Εθνικισμού, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου  αιώνα. Ενδεχομένως λοιπόν η ανάπτυξη της ελληνικής γεωπολιτικής στήριξε με ανθεκτικό επιστημονικό ικρίωμα την επεκτεινόμενη μυστηριακή «μεταφυσική ιδεοποίηση» της φύσης, όμως την παγανιστική λατρεία του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου και την μαγικοθρησκευτική ενατένιση του «ελληνικού φωτός» την είχε ήδη θρέψει ο αχαλίνωτος γιαννοπουλικός ελληνοκεντρισμός.

Κύριοι εκπρόσωποι της Γεωπολιτικής στην Ελλάδα αναδείχθηκαν οι επιστήμονες Κωνσταντίνος Σφυρής, Δημοσθένης Δανιηλίδης και Πάνος Παμπούκης [Ενδεικτικά και μόνον παρατίθενται  τα κομβικά επί του θέματος έργα τους :  Κωνσταντίνου Σφυρή, «Γεωοικονομική και Οικονομία», Αθήναι 1930, «Griechenland und die Internazionale», Βέρνη 1917, «Υπό ποίας προϋποθέσεις η Ελλάς είναι βιώσιμος». Αθήναι 1931 – Δημοσθένη Δανιηλίδη, «Νεοελληνική Οικονομία και Κοινωνία», Αθήνα 1934 και Πάνου Παμπούκη, «Γεωπολιτική θεώρησις του Νέου Ελληνισμού» στο τριμηνιαίο «Αρχείον Κοινωνικών και Οικονομικών Επιστημών», εκδιδόμενον υπό του Δημητρίου Καλιτσουνάκι, στον Τόμο 19 (1939)]. Το γεωπολιτικό ρεύμα σκέψης δεν άφησε ανεπηρέαστους και ορισμένους πολιτικούς -από τους ηγέτες του «αγροτισμού»- ιδιαίτερα δε τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο, που θα αποδειχθεί πιστός «θεράπων» και οπαδός της Γεωπολιτικής. Στην παρουσίασή μας θα κατατριβούμε χωριστά με τον Σφυρή και τον Σοφιανόπουλο, αντίστοιχα ως ακαδημαϊκό και πολιτικό με γεωπολιτική τοποθέτηση, αφήνοντας τον πολύσημο και πολυμαθή Δανιηλίδη για ιδιαίτερη εκτενή αναφορά που περιλαμβάνει  όχι μόνον τα γεωπολιτικά ζητήματα, καθώς και τον Παμπούκη, τον οποίον θα εξετάσουμε στο πλαίσιο αναφοράς του Εθνικού Κράτους της 4ης Αυγούστου.

Ενδεικτικά παρατιθέμενες οι επιγραμματικές απανθισμένες δηλώσεις των Ελλήνων γεωπολιτικών είναι εντόνως αποκαλυπτικές του ύφους και της νοοτροπίας της ιδιαίτερης αυτής νοητικής πειθαρχίας : «η Ελλάδα βρίσκεται σε πλεονεκτική γεωπολιτική θέση, όντας ένα έθνος αμφίβιο» – Σφυρής, «η Ελλάδα διαθέτει όμως δύο πράγματα: τη γεμάτη καθαρότατο ήλιο ατμόσφαιρα, που είναι θείο φωτόλουτρο και μαζί εξαγνισμός από την ανατολίτικη νύστα και την αρμονία των λιτών σχημάτων και χρωμάτων της, αστείρευτη πηγή μορφωτικών ενεργειών για τους νεοέλληνες» – Δανιηλίδης και « η φύση είναι πάντα το ενεργητικό στοιχείο και ο άνθρωπος το παθητικό»- Παμπούκης,

Η Γεωπολιτική, αποδίδοντας μείζονα προτεραιότητα στο εξωκοινωνικό, στο φυσικό στοιχείο, αντιστοιχούσε σαφώς το κοινωνικό πρόβλημα σε βιολογικό και αδιαφορούσε για την μη μορφοποιητική και ασταθή, επιπολής πολιτική αντανάκλαση των κοινωνικών συγκρούσεων, αποσκοπούσα (στην πλέον «συμμετοχική περί τα πολιτικά» μορφή της) σε τεχνοκρατική μεθοδική εκτόνωσή τους. Μέσα στο πλαίσιο αυτό η Γεωπολιτική λειτούργησε και ως ισχυρή ιδεολογική προϋπόθεση ικανή να οδηγήσει στην διαμόρφωση μιας θεωρίας κατάλληλης για την τεχνοκρατική διοργάνωση της ελληνικής κοινωνίας. Οπότε εύλογα εξοβελίστηκε από την λοβοτομημένη κομμουνιστική και μαρξιστική αριστερά ως «αντιδραστική» και «φασιστική», που δήθεν προετοίμαζε ιδεολογικά το έδαφος για κάποιες κατοπινές τάχα δικτατορικές επιλογές.

Για την «Σχολή της Γεωπολιτικής» το κύριο ζήτημα ήταν η σαφής εξάρτηση του ανθρώπινου πολιτισμού από το γεωγραφικό του περιβάλλον. Συνεπώς η επίδραση των αρχών της γεωπολιτικής στον ευρύτερο ιδεολογικοπολιτικό χώρο της Εθνικής Θεωρίας οδήγησε και στην αναγωγή κάποιων χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος σ’ επιπλέον συστατικά και ουσιαστικά κριτήρια της «Εθνικής Ταυτότητας».

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 μπορούμε να ανιχνεύσουμε σαφώς στο έργο σημαντικών διανοουμένων ικανές επιδράσεις τέτοιου είδους. Αυτήν την εποχή, η χρησιμοποίηση και των περιβαλλοντικών κριτηρίων ως αποδεικτικών στοιχείων ερμηνείας κοινωνικών φαινομένων γίνεται ολοένα συχνότερη, ενώ παράλληλα πυκνώνουν οι διάφορες προσπάθειες ερμηνείας των εθνικών και φυλετικών χαρακτηριστικών με βάση κριτήρια βιολογικά κι εδαφικά.
Ιδιάζοντα μετρήσιμα και αναπαραγώγιμα κριτήρια, όπως η φυλή, η γη και το κλίμα αναδείχθηκαν σε κυρίαρχους ή πρωταρχικούς παράγοντες πολιτισμικής διαφοροποίησης, προσφέροντας με επιστημονικό κύρος νέα εξηγητικά μοντέλα της «φυσικής» διαφοροποίησης λαών και εθνών. Αυτές οι ρωμαλέες θεωρητικές επιρροές, που απηχούν εμφανώς (αλλά κομψά – δημοκρατικά) το ένα από τα δύο σκέλη της εθνικοσοσιαλιστικής θεώρησης «αίμα και γη», θ’ αποτυπωθούν αντανακλαστικά στην κειμενογραφία πολλών διανοουμένων της εποχής [Θεμιστοκλής Δ. Τσάτσος, «Πατρίδα και Τέχνη»-«Νέα Ζωή» – Απρίλιος 1933 και «Στοχασμοί για τη νέα ελληνική τέχνη»-«Νέα Ζωή»-Σεπτέμβριος1933 / Κωνσταντίνος Τσάτσος, «Ο Παλαμάς και η ελληνική γη» – «Τα Νέα Γράμματα» Φεβρουάριος 1935, Μάρτιος 1935 και Απρίλιος 1935 και «”Το τραγούδι της γης” του Μυριβήλη»-«Τα Νέα Γράμματα»-Μάϊος 1937 / Γιώργος Θεοτοκάς, «Η διαύγεια»-«Ο Κύκλος» -Νοέμβριος 1931]. Βέβαια απώτερο αποτέλεσμα των θεωρητικών τοποθετήσεων αυτού του χαρακτήρα ήταν να τεκμηριωθεί επιστημονικά η εξαιρετική μοναδικότητα του Ελληνικού Πολιτισμού, όπως και η  φυσικά και ιστορικά καθοριζόμενη πολιτισμική μοναδικότητα του Ελληνικού Έθνους.

Κατά την γεωπολιτική σύλληψη κρίσιμη βαρύτητα ενέχει ο «Πολιτισμικός Χώρος» ενός Λαού, δηλαδή ο Χώρος εκείνος μέσα στον οποίο εκδηλώθηκε σ’ όλη την ιστορική διαδρομή η Πολιτιστική Δημιουργία (έργα λόγου και τέχνης) και η Πνευματική Παραγωγή του Λαού αυτού ή κι ο Χώρος όπου, χρησιμοποιήθηκε από ξένες κοινωνικές ομάδες και φορείς πολιτισμού η γλώσσα κι η πνευματική παραγωγή του. Μ’ αυτό το δεδομένο, η Ελλάδα, εξ αιτίας της μοναδικότητάς της στην παγκόσμια ιστορία του πολιτισμού, μπορεί να θεωρηθεί αξεπέραστη «πολιτιστική υπερδύναμη». Όμως  χρειάζεται να μελετήσουμε να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε την μαγευτική περιβάλλουσα φύση της πατρίδας μας για να συνειδητοποιήσουμε την  δραστική της επίδραση  στην πολιτιστική δημιουργία των Ελλήνων.

Στο πνεύμα αυτό ο Θεμιστοκλής Δημητρίου Τσάτσος θα υπογραμμίσει εμφατικά ότι : «για να καταλάβει κανείς την νέαν ελληνική τέχνη πρέπει να αισθανθή πρώτα την ελληνική φύση» («Στοχασμοί για τη νέα ελληνική τέχνη», -«Νέα Ζωή»- Σεπτέμβριος 1933).  Επίσης θα υποστηρίξει ανεπιφύλακτα την άποψη ότι: «η τέχνη δίχως πατρίδα είναι κάτι ακατανόητο» για να οδηγηθεί και στο συμπέρασμα πως : «η τέχνη είναι μια μορφή της πατρίδας, είναι αυτή η ίδια η πατρίδα, μετουσιωμένη πνευματικά» («Πατρίδα και Τέχνη», «Νέα Ζωή»-, Απρίλιος 1933). [Ο Θεμιστοκλής Δ. Τσάτσος (1906-1970) ήταν συνταγματολόγος, πολιτειολόγος, φιλόσοφος του δικαίου και αισθητικός κριτικός. Μαζί με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο ίδρυσαν το περιβόητο ιδεαλιστικό περιοδικό «Αρχείο Φιλοσοφίας & Θεωρίας των Επιστημών». Κατά την περίοδο του καθεστώτος της 4ης  Αυγούστου συνελήφθη και εξορίσθηκε. Διετέλεσε τακτικό μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών της Χαϊδελβέργης κι επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου στην ίδια πόλη. Το τελευταίο διάστημα της ζωής του ήταν καθηγητής της Πολιτειολογίας στη Νομική Σχολή Αθηνών. Σ’ όλη του την ζωή ο Θεμιστοκλής Δ. Τσάτσος ασχολήθηκε με την Τέχνη, κυρίως δε με την ζωγραφική, για την οποίαν η  οργανωμένη και πολύπλευρη αφοσίωσή του τον κατέστησε έναν από τους εγκυρότερους θεωρητικούς της στην εποχή του.]

Την ίδια αυτήν περίοδο, ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος θα υποστηρίξει ότι από την «λατρεία της γης» προκύπτει κάθε ισχυρός πολιτισμός, για να καταλήξει επαγωγικά στο κατηγορηματικό του συμπέρασμα: «Προσπάθησε να χωρίσεις το πνεύμα το ελληνικό από τη γη που το γέννησε και το λαό που τ’ ανέθρεψε για να ιδείς πως το τέρμα του χωρισμού θα είναι ο θάνατος του πνεύματος». (Στο άρθρο του «Γη, πνεύμα, λαός» – «Νέα Ζωή», Ιούλιος 1933),

Επίσης κι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος θα υποστηρίξει ότι η ελληνική φύση αίρει με την παντοδυναμία της τις όποιες ιστορικές αντινομίες της ελληνικής ψυχής και καθίσταται έτσι ο υπέρτατος και τελειότερος αναβαθμός της Ελληνικής Ιδέας. Η συνείδηση της ελληνικής γης και φύσης, για τον Τσάτσο, ισοδυναμεί με μια βαθύτερη γνωριμία με το ίδιο το Ελληνικό Πνεύμα, με την εθνικήν αυτογνωσία. Η ελληνική φύση όχι μόνον ανάγεται σε κυρίαρχο συστατικό της εθνικής μοναδικότητας κι ιδιοσυστασίας, αλλά συνάμα «αφυλοποιείται», «πνευματικοποιείται», καθιστάμενη μια πανίσχυρη άϋλη κι αφηρημένη μορφοποιητική δύναμη, έτσι ώστε το τελικό συμπέρασμα  του Τσάτσου μοιάζει ολοφάνερο, αυταπόδεικτο και σαφές : «. .. το πιο στέρεο βάθρο της ιστορίας μας και της ψυχής μας και της τέχνης μας θα είναι η ελληνική φύση» [Κρίνοντας κι αποτιμώντας όλα τα εκθαμβωτικά χρώματα πού διαθέτει η παλέτα του Μυριβήλη, μαζί με το εξαιρετικά πλούσιο, εκφραστικό, και παραστατικό του λεξιλόγιο, σπάταλα διαχεόμενα σ’ αυτό το μεθυστικό κι εκστατικά διονυσιακό «τραγούδι της γης», που είναι ένας ύμνος στην γη και στην καρπερότητά της, ο Τσάτσος ακουμπά και αποτυπώνει την πηγή της τέχνης του Έλληνα δημιουργού. («”Το τραγούδι της γης” του Μυριβήλη», στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα», – Μάϊος 1937)].

Η επιρροή απόψεων όπως οι παραπάνω, φαίνεται ότι υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική αυτήν την περίοδο στους κόλπους της μη μαρξοκομμουνιστικής διανόησης. Η παρουσία τέτοιων θεωριών φαίνεται ότι ήταν τόσον έντονη, ώστε επηρέασε με διαπιδυτικό κι αντανακλαστικό δυναμικό τρόπο ακόμα και το έργο «θωρακισμένων» φιλελεύθερων διανοουμένων, οι οποίοι είχαν προσπαθήσει μεθοδικά να κρατηθούν μακριά από «εθνικιστικότροπες» ή «ακραίες» δογματικές και συγκροτημένες διατυπώσεις που ενείχαν έστω  και ίχνη εθνοφυλετικών ή ανορθολογικών τάσεων.

Στο πλαίσιο αυτό η αναφορά σ’ ένα κείμενο ενός ορκισμένου φιλελεύθερου αστού δημοκράτη είναι συγκλονιστική κι αποκαλυπτική : «Ολόκληρη η Ελλάδα καλεί και συνεχώς προαναγγέλλει το φως του νου. Ως πότε θα αγνοούμε το μεγάλο μάθημα που μας δίνει ο τόπος μας; Ως πότε αυτή η άγονη υποταγή στα τυφλά ένστικτα μας ή στους θολούς μυστικισμούς και τους στρυφνούς τρόπους της σκέψης ξένων και μακρινών λαών που δεν αντίκρυσαν ποτέ το ελληνικό φως; Χάνουμε τον καιρό μας με τους Γότθους και τους Σκύθες, σπαταλούμε άσκοπα πολύτιμες δυνάμεις και στρεβλώνουμε το μυαλό μας. Τα διδάγματα τους δεν μπορούν να φουντώσουν στα χώματα μας μήτε να μας κάνουν καλό. Μοναχά εκτρώματα γεννιούνται από τέτοιες αταίριαστες ενώσεις» (Γιώργος Θεοτοκάς – άρθρο «Η διαύγεια», στο περιοδικό  «Ο Κύκλος», Νοέμβριος 1931).

Βεβαίως υπήρξαν αντιδράσεις στις παραπάνω θέσεις, πρωτίστως από τους οργανωμένους και καθοδηγούμενους από το ΚΚΕ μπολσεβίκους και μαρξιστές συνοδοιπόρους και σπανιότερες από μη μαρξιστική σκοπιά, όπως για παράδειγμα εκείνη του φιλελεύθερης αντίληψης Δημήτρη Βιτσώρη  («Τέχνη, καλλιτέχνης και κοινό»-«Νεοελληνικά Γράμματα»-Σεπτέεμβριος1939). [Ο Βιτσώρης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1902. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο Σχολείο Καλών Τεχνών στην ηλικία των δεκαεπτά ετών, τις οποίες όμως διέκοψε. Λίγα χρόνια αργότερα ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, ανάμεσά τους το Μιλάνο, το Βερολίνο, το Παρίσι, ώσπου το 1927 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με την ζωγραφική, ενώ καταπιάστηκε και με την γλυπτική. Επίσης εργάστηκε ως σκιτσογράφος σ’ ελληνικές και γαλλικές εφημερίδες, ενώ δημοσίευσε άρθρα του και μελέτες. Υπήρξε μέλος της «Ομάδας Τέχνης». Πρωτοπαρουσιάστηκε στο ελληνικό κοινό σε ατομική έκθεση το 1922. Πέθανε στην Αθήνα το 1945.]

Πέραν όμως των οχυρωμένων, εξ επαγγέλματος πολέμιων κάθε ελληνικής διάστασης, εθνοφοβικών και μισελλήνων μπολσεβίκων, μοιραία οι τρέχουσες ιδεοπνευματικές εξελίξεις του Μεσοπολέμου οδηγούσαν παλίνδρομα κατευθείαν στις πρώτες δεκαετίες του 20ου  αιώνα, όταν κάποιοι Έλληνες διανοούμενοι είχαν επιχειρήσει, μέσα από την γεωγραφική αιτιοκρατία (τον «γεωγραφικό ντετερμινισμό»), να προσεγγίσουν εγγύτερα, να προσδιορίσουν σαφέστερα και ν’ αποτυπώσουν πληρέστερα τον χαρακτήρα και τους σκοπούς του Ελληνισμού.

Η πλέον χαρακτηριστική και κυρίαρχη φυσιογνωμία αυτής της προσπάθειας σίγουρα υπήρξε ο «Πρόδρομος» του Ελληνικού Εθνικισμού Περικλής Γιαννόπουλος, το όνομα του οποίου επανήλθε πλειστάκις και μάλιστα με μεγάλη ένταση στην επικαιρότητα κατά την δεκαετία του ’30. Το 1935 το περιοδικό «3ο μάτι» του αφιέρωσε ένα διπλό τεύχος του, εστιασμένο στην σχέση τέχνης και φύσης, όπου δημοσιεύθηκε και το κείμενο του Περικλή Γιαννόπουλου με τον  τίτλο «Η Ελληνική Γραμμή». Το 1938, δυο περιοδικά, «Τα Νέα Γράμματα» και τα «Νεοελληνικά Γράμματα», αφιέρωσαν σ’ αυτόν ολόκληρα τεύχη τους, όπου ξανατυπώνουν πάμπολλες σελίδες από το έργο του Γιαννόπουλου και δημοσιεύουν μελέτες, κριτικά σημειώματα και σκέψεις για την μεγάλη και πρωτότυπη συνεισφορά και την σπουδαία κι ασυμβίβαστη προσωπικότητά του. Αν κι οι αντιδράσεις στην επανεμφάνιση του εκτενούς και παθιασμένου γιαννοπουλικού έργου παρουσίασαν ποικίλες αποχρώσεις (από χολερική και ειρωνική κριτική έως συγκάλυψη της σαφούς επιρροής του στον …αντιδρώντα, όπως ήδη είδαμε στο μέρος που αφορούσε στην Ελληνικότητα), είναι πλέον ή βέβαιον ότι, το πρόσωπο και το έργο του Περικλή Γιαννόπουλου γνώρισαν μιαν εκ νέου υποδοχή κι αποδοχή  στον χώρο της ελληνικής διανόησης κατά την εποχή του Μεσοπολέμου.

Στο πλαίσιο αυτό ο σεμνός και πράος Ανδρέας Καραντώνηςπαρουσιάζοντας το αφιέρωμα του περιοδικού «Τα Νέα Γράμματα» στον Περικλή Γιαννόπουλο, με τρία συνεχή τεύχη, θα τονίσει ότι ο μόνος σκοπός αυτής του της παρουσίασης ήταν να φέρει στο προσκήνιο της ελληνικής πνευματικής ζωής «τις πιο αντιπροσωπευτικές και τις πιο γόνιμες μορφές της τόσο πολυσύνθετης και ανεξερεύνητης ακόμα νεοελληνικής παράδοσης» («Το τεύχος μας για τον Π. Γιαννόπουλο»-«Τα Νέα Γράμματα» Ιανουάριος – Μάρτιος 1938). Στο εκτεταμένο αυτό αφιέρωμα που είναι πράγματι ογκωδέστατο (περίπου 300 σελίδες), δεν περιλαμβάνονται μελέτες για το έργο του Γιαννόπουλου, καθώς αυτό αποτελείτο, σχεδόν αποκλειστικά, από αναδημοσιεύσεις έργων του. Φαίνεται λοιπόν ότι σκοπός των επιμελητών του τεύχους ήταν αφ’ ενός η κριτική πανοραμική παρουσίαση του καθαυτού έργου του Γιαννόπουλου, ώστε μέσα από την δικαιοκρισία της πολυεπίπεδης παραγωγής του, να επέλθει η προσκηνιακή «αποκατάσταση» του κι η γονιμοποιός «καθιέρωσή» του, ως του κατ’ εξοχήν εκφραστή της πιό ελληνοκεντρικής όψης της ανθούσας νεοελληνικής παράδοσης.

Πάντως η προσηνής διάθεση αποκατάστασης του γιαννοπουλικού έργου δεν έγινε δεκτή δίχως έκδηλες ή και φτιασιδωμένες επιφυλάξεις. Έτσι ο εύπορος Σμυρνιός Δημήτρης Φωτιάδης, διευθυντής του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα» (1936-1941), συμμαζεμένος μαρξιστής στον Μεσοπόλεμο -και κατόπιν στον Εμφύλιο μπολσεβίκος «μακρονησιώτης» εξόριστος- παρουσιάζοντας το αφιερωματικό τεύχος στον Γιαννόπουλο, στο άρθρο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Θέλγει, μα δεν πείθει» («Νεοελληνικά Γράμματα»- Μάιος 1938) συνοψίζει με λεκτική μαστοριά τις αρνητικές σκέψεις κάποιων αντιεθνικιστών επιμελητών του τεύχους κι αντιμετωπίζει τον ελληνολάτρη Γιαννόπουλο, δήθεν ως έναν Ευρωπαίο της παρακμής, αφόρητα πληθωρικό, πλατειαστικά ρητορικό κι αντίθετο εν τέλει προς την αρχαία ελληνική λιτότητα και σαφήνεια (….λες και αυτά τα έγραφε ο φάρος της λιτότητας και της σαφήνειας Φωτιάδης).

Στο αφιέρωμα περιλαμβάνονται κι ορισμένες ένθερμες κρίσεις για το γιαννοπουλικό έργο – όπως αυτές που διατυπώνονται στα άρθρα του Εμμανουήλ Κουρήτη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Σκουλούδη, τελευταίου απογόνου της ξακουστής οικογένειας των μεσαιωνικών φεουδαρχών, που υπήρξε τεράστια προσωπικότητα των Γραμμάτων και των Τεχνών στην Ελλάδα του 20ου  αιώνα: μουσουργός, πιανίστας, συγγραφέας, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, μεταφραστής, σκηνοθέτης και κριτικός), του Καραντώνη κι ορισμένων άλλων – όμως το άρθρο που προκάλεσε τη μεγαλύτερη συζήτηση ήταν αυτό του αστού κοσμοπολίτη κι «εθνικόφρονος πατριώτη», του αιωρούμενου διπρόσωπου ιδεολογικού Ιανού Γιώργου Θεοτοκά («Γύρω στον Περικλή Γιαννόπουλο» – «Νεοελληνικά Γράμματα» – Μάιος 1938). Σ’ αυτό αμφισβητείται (!) από τον Θεοτοκά – δίχως ίχνος αυτογνωσίας για την εκχυλίζουσα δική του γιαννοπουλική του επιρροή- μ’ αστήρικτη μικροψυχία η μεγάλη αξία που δίνεται στον Γιαννόπουλο ως στοχαστή, ως αισθητικό κι επιπλέον ως πνευματικό οδηγό. Αμφισβητείται από έναν άνθρωπο που εν τέλει τραυματίσθηκε μόνον από ….σκληρούς καναπέδες σαλονιών, καθώς του αρνήθηκαν να υπηρετήσει στο αλβανικό μέτωπο όταν κατατάχθηκε εθελοντής.

Ο Θεοτοκάς ασκεί αναίτια κριτική στον Γιαννόπουλο γιατί τάχα μου, ο «ιδανικός αυτόχειρ» του Σκαραμαγκά «δεν ένιωσε το δημοτικισμό» (που περιέζωσε σαν διαρροϊκό σύνδρομο τους εξωραϊσμένους αστούς του Μεσοπολέμου, μεταξύ δυό απανωτών …κοζερί)  κι επειδή ενώ ο Γιαννόπουλος συνεχώς μιλούσε για την «ελληνική γραμμή» και το «ελληνικό χρώμα», είχε το κατά Θεοτοκάν …. εγκληματικό αισθητικό κενό κι αναγνώριζε ως αισθητικό πρότυπο τον Νικόλαο Γύζη, (ο οποίος είχε την τύχη να είναι νεκρός από πολλού στον Μεσοπόλεμο,  αλλά και την ατυχία να είναι διάσημος «γερμανοσπουδαγμένος» κι από τους πλέον πιστούς οπαδούς του βαυαρικού ακαδημαϊσμού στην ζωγραφική, μ’ έργα σπάνιας επιδεξιότητας μέσα στα όρια του ιστορικού ρεαλισμού και της ηθογραφίας στην πρώιμη περίοδό του και με κυρίαρχο θέμα των ώριμων έργων του τον αγώνα του εναντίον του Κακού και την τελική νίκη του Καλού.)

Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται (ο διαποτισμένος με άφθονη γιαννοπούλειο περιβαλλοντική ερμηνεία κι ευαισθησία) Θεοτοκάς επικρίνοντας κι απαξιώνοντας ανερυθρίαστα τον Γιαννόπουλο, να προσφέρει πνευματικά διδάγματα στην νέα γενιά ένας άνθρωπος «που έβριζε τον Τρικούπη» και ο οποίος «διακήρυσσε ότι οι Ευρωπαίοι είναι βάρβαροι»; Ο Θεοτοκάς, μ’ αυτές του τις μεροληπτικές απόψεις κι επιλεκτικές ερμηνείες, θα μετατρέψει τις διστακτικές επιφυλάξεις που είχαν διατυπωθεί μέχρις εκείνην την στιγμή προς το γιαννοπουλικό έργο, σε φρενήρη, εμπαθή και χολερική οξεία κριτική. Έτσι, ήταν απόλυτα φυσιολογικό να γεννηθούν δικαιολογημένες αντιδράσεις και να προκληθεί τελικά μια λακωνική και περιφρονητική απόκριση από τον γιαννοπουλικό θαυμαστή Ανδρέα Καραντώνη («Η κατάπτωση ενός λογίου»-«Τα Νέα Γράμματα»- Απρίλιος / Μάϊος 1938). Όχι μονάχα τις αντανακλάσεις τις περιβαλλοντικής ερμηνείας του Γιαννόπουλου μα και προβάλλουσες ασυνείδητες αποχρώσεις της γεωπολιτικής θεωρίας θα συναντήσουμε στο έργο του ίδιου του Θεοτοκά «Ώρες Αργίας», αλλά και συχνότατα στην έμπνευση του Ελύτη από το Αιγαίο, όσον και στον φλεγματικό αντιεθνικιστή σοσιαλσυνοδοιπόρο Τερζάκη («όλα στην Ελλάδα έχουν περίγραμμα και χρώμα, θερμότητα και φως. Η πλαστικότητα, τέλος, στην έκφραση, είνε δική μας»).

Σ’ ότι αφορά στους επιστήμονες, ο καθηγητής Κωνσταντίνος Σφυρής υπήρξε ο αρχηγός του ρεύματος της «Γεωπολιτικής Σχολής» που άνθισε στην Ελλάδα κατά την πολυτάραχη περίοδο του Μεσοπολέμου. Γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1887 και πέθανε στην Αθήνα το 1940. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Γερμανία, στα πανεπιστήμια της Γοτίγγης, της Λειψίας και του Βερολίνου. Ειδικεύτηκε στην Ανθρωπογεωγραφία. Κατά την διάρκεια του Α’ Μεγάλου Πολέμου ίδρυσε στην ουδέτερη Ελβετία το «Ελληνο-ελβετικό πρακτορείο». Από το 1927 ήταν καθηγητής της ΑΣΟΕΕ. Έγραψε: «Ανθρωπογεωγραφία και Στατιστική», «Πυθέας ο Μασσαλιώτης», «Ελλάς και Ιταλία», «Κοινωνία των Εθνών και Βαλκανική Ένωση», «Αι Ελληνογαλλικαί σχέσεις», «Η Κοινωνία των Εθνών και η διεθνής οικονομική διάσκεψις της Γενεύης», «Γεωοικονομία και Οικονομία», «Υπό ποίας προϋποθέσεις η Ελλάς είναι βιώσιμος». Δημοσίευσε επίσης πάμπολλα άρθρα και μελέτες σ’ ελληνικά και ξένα περιοδικά.

Στα 1927, η Γεωπολιτική εισέδυσε μέσω αυτού και στην πανεπιστημιακή διδασκαλία. Ο πολύς Σφυρής ανέλαβε να εκλαϊκεύεσει τις βασικές αρχές της. Έχοντας εργασθεί στην Γερμανία και στην γερμανόφωνη Ελβετία, έγινε από πολύ νωρίς υπέρμαχος της θεωρίας και της πολιτικής των «μεγάλων φυσικοπολιτικών και γεωοικονομιών συνόλων». Κατ’ αυτόν, η Πατρίδα μας, λόγω «γεωπολιτικής θέσεως και φυλετικής δυναμικής», τελεί σε μιαν άκρως πλεονεκτική θέση, η οποία δημιουργήθηκε «από τη διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, από το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και από την ήττα της Γερμανίας. Οι τρεις αυτές αυτοκρατορίες αποτελούσαν στο παρελθόν έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την Ελλάδα, ο οποίος μετά τον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο φάνηκε ότι είχε καταρρεύσει ολοσχερώς.

Στο έργο του «Γεωοικονομία και Οικονομία» (που επανεκδόθηκε μεταπολεμικά από τις εκδόσεις Επικαιρότητα» το 1972) ο  Σφυρής ορίζει την Γεωοικονομία ως την «Επιστήμη εκείνη, ήτις εξετάζει τας αλληλεπιδράσεις μεταξύ του γηίνου χώρου πεπληρωμένου (ορισμένου σχετικώς αμεταβλήτου περιεχομένου) και του οικονομικού ανθρώπου…» .

Ο Σφυρής θεωρεί στο έργο του αυτόν τον πολιτισμό ως προϊόν της αλληλεπίδρασης μεταξύ της φύσης, που είναι ο αδρανής παράγων, και του ανθρώπου, που είναι ο δυναμικός παράγων. Η οικονομία αποτελεί βασική μορφή του πολιτισμού. Σε μία υποσημείωση, γράφει: «Ο όρος γεωοικονομία, υπό την έννοιαν  της Οικονομικής Γεωγραφίας και της Γεωγραφικής Οικονομίας εν ταυτώ, ήρξατο χρησιμοποιούμενος το πρώτον εν τη Επιστήμη από του 1927/28 και δη παρ’ εμού. Νυν, φαίνεται ότι ο όρος τούτος λόγω της σαφηνείας και της αδρότητος του ήρξατο ευρύτερον  διαδιδόμενος και καθιερούμενος εις τους δημοσιολογικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της Ελλάδος».

Ο  Σφυρής έγραφε «στρυφνά» και χρησιμοποιούσε μεγάλες – τεράστιες προτάσεις για να διατυπώσει τους βασικούς οικονομικούς νόμους. Είναι εξόχως εντυπωσιακό ότι γνώριζε άψογα και σε βάθος τον νόμο της οριακής χρησιμότητας, γεγονός ενδεικτικό του υψηλού πνευματικού επιπέδου των πανεπιστημιακών δασκάλων της εποχής εκείνης.

Αρχίζει την ανάλυση του με την κλασσική θεωρία της πολιτικής οικονομίας. Παρουσιάζει τις διάφορες θεωρίες των Karl Bücher, Αdolf Weber, Bruno Dietrich, Haushofer κ.α. Επισημαίνει την διεθνώς υφιστάμενη αντίφαση μεταξύ πολιτικής οργάνωσης κι οικονομικής πραγματικότητας. Η ύπαρξη μιας παγκόσμιας οικονομίας δεν συνεπάγεται κατ’ αυτόν μια παγκόσμια πολιτική οργάνωση, αλλά «ισχυρές αλληλεξαρτήσεις» οπότε δεν απαιτεί παγκόσμιο κράτος, αλλά μια «διεθνή κοινωνία» μ ελεύθερη επικοινωνία. Ο  Σφυρής πιστεύει και προάγει με το έργο του μια πολιτική οικονομία μ’ ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Η Γεωοικονομία του μελετά τις αλληλεπιδράσεις φυσικών χώρων και ανθρώπων και ανάγεται, σύμφωνα με την αντίληψη του στους οικονομολόγους (Robert Malthus, François Quesnay) κι όχι στους γεωγράφους.

Θεωρεί ορθότερο το έργο του Knies, ενώ τον Ratzel τον κρίνει ως μονομερή. Αναφέρεται επίσης συχνά στους Roscher, Götz, von Richtofen. Αντιλαμβάνεται την τεράστια σημασία της τεχνολογικής προόδου, που εκμηδενίζει τις αποστάσεις για την επιστήμη του. Κατηγορεί τους «συνήθεις εκπροσώπους της Γεωοικονομίας», διότι «προδίδουσι καταπλήττουσαν μεθοδολογικήν ανεπάρκειαν και θλιβεράν αριστοτεχνικήν αοριστολογίαν…». Επίσης θεωρεί ότι η Γεωοικονομία περιγράφει την γεωγραφική διάδοση των οικονομικών γεγονότων επί της γηίνης επικρατείας, τα συσχετίζει με τ’ άλλα φαινόμενα και εξηγεί τα δημογραφικά δεδομένα με τα οικονομικά. Άλλοι συγγραφείς, όπως αναφέρει ο  Σφυρής, ορίζουν την Γεωοικονομία ως έρευνα των φυσικών και κοινωνικών βάσεων των εθνών. Ο όρος «ολογαιϊκός» κυριαρχεί στο έργο του. Οι βασικοί νόμοι της Γεωοικονομίας, σύμφωνα με τον Σφυρή, είναι οι Διαφοροποιήσεις και Ολοκληρώσεις, οι Συσσωρεύσεις και Σκορπίσεις, οι Πυκνώσεις και Αραιώσεις, οι Κινήσεις του Ανθρώπου κ.λπ. Ο πολυμαθέστατος επιστήμονας πίστευε ανυπόκριτα στην διεπιστημονικότητα : «Σινικά τείχη δεν χωρίζουσι τας επιστήμας».

Στο  πολυεπίπεδο  διασαφηνιστικό έργο του  «Η Φύσις και οι φυσικοί όροι εν τη Γεωοικονομία»(1931), αναδεικνύοντας την πολυμάθειά του και την εξαιρετική  του οξυδέρκεια γράφει:  «Αλλά δεv πρέπει και ενταύθα να παραγνωρίζεται το ότι ο εγκλιματισμός είναι βασικόν πρόβλημα συνυφασμού, διότι περιλαμβάνει και την κλιματικήν προσαρμογήν  ως βασικήν προϋπόθεσιν εξαρτωμένην εκ του κοσμικού όρου της θερμότητος και του φωτός, αλλά και την πολιτιστικήν τοιαύτην, δηλαδή την προσαρμογήν προς το εν γένει ανθρωπογεωγραφικόν περιβάλλον, όπερ αφορά και την εν γένει ζωήν και δράσιν την οικονομικήν ενέργειαν, την στέγην, διατροφήν, αμφίεσιν, τους όρους και τας  μεθόδους εργασίας, την κοινωνικήν και πνευματικήν κατάστασιν.

…..Πάντως, γεγονός είναι ότι ο άνθρωπος εν γένει κέκτηται την μεγαλυτέραν ικανότητα εγκλιματισμού ή μάλλον κλιματικής προσαρμογής οιουδήποτε άλλου γηίνου οργανισμού, με μόνην ίσως εξαίρεσιν του  κυνός. Αλλά τούτο ισχύει δια το ανθρώπινον γένος καθόλου και ουχί δι’ έναν έκαστον άνθρωπον ή  δι’ έκαστον έθνος. Ο Εσκιμώος π.χ. δεν δύναται να  εγκλιματισθή εις τας τροπικάς χώρας, έτι δ’ ολιγώτερον ο ιθαγενής των τροπικών χωρών εις το Λαμπραντόρ ή εις την Γροιλανδίαν. Διό και ο εγκλιματισμός Μαύρων και εις αυτάς τας Ευκράτους Ζώνας  δυσχερέστατος, εκτός εάν οι πρόγονος των εποίκων επί γενεάς είχαν προπαρασκευασθεί εις το να αντέχωσιν εις κατωτέρας θερμοκρασίας, επί περιοχών υττοτροπικού κλίματος. Ούτως οι Μαύροι του Καναδά οφείλουσι την κλιματικήν  προσαρμογήν των εις το ότι αναμφιβόλως είναι απόγονοι Νέγρων των Ηνωμένων πολιτειών.

…….Εξ όλων πάλιν των φυλών την μεγίστην ικανότητα εγκλιματισμού εις την μεγίστην ακτίνα κέκτηνται  κατά πρώτον οι ανήκοντες εις την κιτρίνην φυλήν  και δη οι Κινέζοι, είτα δ’ οι Ισραηλίται και οι Νοτιοευρωπαίοι. Δια τας τροπικάς όμως περιοχάς υπέρ πάντας οι της Μαύρης Φυλής. Ο δ’ ευχερέστερος εγκλιματισμός είναι εν γένει εκεί, όπου απαντώνται σχεδόν όμοιοι κλιματικοί όροι προς τους της πατρίδος των αποίκων.»

Όμως ταυτόχρονα με την έκφανση των γεωπολιτικών και ανθρωπογεωγραφικών του εκτιμήσεων, ο Σφυρής διαπίστωνε πάντοτε την παραλυτική ανικανότητα της ελληνικής κοινωνίας να προσαρμοσθεί εύκολα και με την απαιτούμενη ταχύτητα στις μεταβολές της παγκόσμιας οικονομίας.

Σύμφωνα με την γεωπολιτική και γεωοοικονομική εκτίμησή του  ο Σφυρής ξεκαθαρίζει  ευθέως:  η Ελλάδα είναι μια χώρα αμφίβιος : αφ’ ενός μεσογειακή κι αφ’ ετέρου βαλκανική, με διέξοδο προς την κεντρικήν Ευρώπη. Η Θεσσαλονίκη προορίζεται ν’ αποτελέσει μία σημαντική διέξοδο για όλη την Κεντρική Ευρώπη, μια διέξοδο που φθάνει μέχρι το Αμβούργο και το Δάντσιχ (νυν Γκνανσκ). Η Μεσόγειος, δηλαδή ο παραδοσιακός χώρος της ελληνικής διασποράς εδώ και τριάντα περίπου αιώνες, αποτελεί τον ακατάλυτο δεσμό ο οποίος  ενώνει τρεις ηπείρους, εξασφαλίζοντας σημαντικά επικοινωνιακά δίκτυα.

Αυτή η περιοχή κατά τον Σφυρή προορίζεται ν’ αποτελέσει το κύριον τμήμα μιας κολοσσιαίας θαλάσσιας και ποταμοπλοϊκής οδού, η οποία θα ενώνει το λιμάνι του Αμβούργου (με την κατασκευή των διωρύγων Ρήνου -Δούναβη, Μαρχ – Όντερ – Έλβα, Μαρχ – Δούναβη, Ρήνου – Εμς – Βέζερ κλπ.), περνώντας από τον Εύξεινο Πόντο και το  Αιγαίο, με το Σουέζ, με τον Νείλο, με τον Ινδικό Ωκεανό και τον Ειρηνικό.

Εξάλλου, απέναντι στο φλύαρα κι ανεύθυνα συζητούμενο «Βαλκανικό Σύμφωνο», ο ρεαλιστής και συχνά πικρόχολος Σφυρής εξέφραζε ρητά την απόλυτη αντίθεσή του, συμπορευόμενος, άλλωστε, με την γερμανική πολιτική επ’ αυτού του ζητήματος. Στο βάθος, έλεγε, «αυτό το Σύμφωνο δεν θα είναι παρά ένας αντιπερισπασμός στην ενότητα του Βαλκανικού χώρου με την κεντρική Ευρώπη και με τη Δουνάβια Ευρώπη».

Γι’ αυτόν, το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν η ουσιαστική ανατροπή της κατάστασης της «στατικής ισορροπίας» την οποίαν επέβαλαν οι νικητές στην Ευρώπη μετά τον Α’ Μεγάλο Πόλεμο και την ήττα της Γερμανίας. Αλλά, το κίνημα σύναψης του βαλκανικού συμφώνου -με την συγκαλυμμένη υποστήριξη των ανταντικών δυνάμεων-, συνέβαλλε με κάθε τρόπο στην διατήρηση και θωράκιση του μεταπολεμικού στάτους κβο. Αντιθέτως, ο Σφυρής έλεγε πως οι βαλκανικές χώρες δεν πρέπει ν’ αποχωρισθούν από την «φυσική και ανελέητη πραγματικότητα», η οποία συνδέει άρρηκτα  τα συμφέροντά τους, κατά τρόπο αξεχώριστο και αξεδιάλυτο, με την Μεσευρώπη, με την Μεσόγειο, με το Αιγαίον, με τον Πόντο και με την Αδριατική.

Επιπροσθέτως, σημείωνε ότι ένα κρίσιμο πρόβλημα υπερπληθυσμού, (το οποίον δημιουργήθηκε κυρίως με την μαζική εγκατάσταση των προσφύγων του 1922), κινδυνεύει. να πνίξει τη σημερινή Ελλάδα. Ως λύση αυτού του προβλήματος ο Σφυρής πρότεινε μια «Μεσογειακή Πολιτική Ανάπτυξη», σε βάση εθνική, κι’ όχι κρατική, καθώς και μια βαλκανική πολιτική, με σκοπό «να διασφαλισθή πάση θυσία η φυσική αιγαιακή διέξοδος της κεντρικής Ευρώπης».
Το συνακόλουθο συμπέρασμα της ανατρεπτικής άποψης του Σφυρή ήταν ότι : η Ελλάδα όφειλε αφ’ ενός να διευκολύνει την σλαβική διέξοδο προς το Αιγαίο, με ξεκάθαρο σκοπό της να εξουδετερώσει την φυλετική πίεση των γειτονικών χωρών κι αφ’ ετέρου vα διασφαλίσει την ελεύθερη ανάπτυξη των ακτών του Αιγαίου ως φυσιολογική απόληξη των οδών της Κεντρώας Ευρώπης. Οι δύο αυτές κατηγορηματικές επιταγές ήσαν οι ελάχιστοι προσήκοντες όροι για την βιωσιμότητα  του νεοελληνικού Έθνους. Δίχως αυτούς, τόνιζε πως «η βιωσιμότητα της χώρας αποβαίνει προβληματική».

Κατά συνέπειαν η Βαλκανική, σύμφωνα με την εκτίμηση του σοφού αναλυτή, πρέπει να οργανωθεί με βάση τρεις συγκοινωνιακούς άξονες:

α) τον άξονα της Μαύρης Θάλασσας : Βουδαπέστη – Βουκουρέστι – Κωστάντζα,

β) τον άξονα του Δούναβη-Αιγαίου : Βελιγράδι-Νύσσα-Θεσσαλονίκη, και

γ) τον ευρασιατικό άξονα: Νύσσα – Κωνσταντινούπολις – Βαγδάτη).

Ο Πειραιάς, όπως σημειώνει ο  Σφυρής, έχει περιορισμένες δυνατότητες εν σχέσει με την Θεσσαλονίκη, που έχει πολύ μεγαλύτερες διότι είναι το λιμάνι της Μεσευρώπης. Η Θεσσαλονίκη όμως, υφίσταται ανασχετικές πολιτικές επιδράσεις, διότι υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες «της προϊούσης αντιδράσεως του αμυντικού και επιθετικού συντηρητισμού των δυνάμεων της στατικής πολιτικής και οικονομικής ισορροπίας».

Μέσα στην προαναφερόμενη εντυπωσιακή «καθολική» σύλληψη του Σφυρή, υπάρχουν πάντοτε τρεις απαράβατες βασικές σχέσεις, οι οποίες και καθορίζουν την φυσιογνωμία της σύγχρονης Ελλάδας : η ενότητα με την Κεντρική Ευρώπη, η ενότητα με την Μεσόγειο και η ακόμη στενότερη ενότητα με την Τουρκία.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η ανάλυση του Σφυρή η οποία εξ αντικειμένου εξυπηρετούσε την βαλκανική πολιτική της Γερμανίας,  χαρακτηρίζεται από μιαν έκδηλη τάση προς λεπτομερείς απολίτικες και τεχνοκρατικές σχηματοποιήσεις, με μοναδικό γνώμονα την γεωργία και με πλήρη αφαίρεση του κοινωνικού παράγοντα. Επίσης οι επικριτές του, εκτός από την ανυποχώρητη γερμανοφιλία του, σχολιάζουν πως ουδέποτε έθιξε το ζήτημα του κυπριακού αλυτρωτισμού και της Ένωσης της Μεγαλονήσου. Κατά τον εξαίρετο κοινωνιολόγο Δήμη Πουλάκο [ο οποίος είχε σπουδάσει στο Columbia – όπου είχε συμφοιτητή τον Μπρεζίνσκυ και καθηγητή τον τελευταίο προκομμουνιστή πρωθυπουργό της Ρωσίας, τον Κερένσκυ- και χρησιμοποιούσε με τεράστια ευχέρεια την ανθρωπολογία, την ψυχανάλυση και την ιστορία του πολιτισμού (χαρίζοντας τις βαθύτατες  ερμηνείες του για την Μικρασιατική Καταστροφή, το αρχαιοελληνικό δράμα και την γαλλική φιλοσοφία). Ο Πουλάκος διετέλεσε σύμβουλος δύο πρωθυπουργών, του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη το 1947-50 και του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1955-63, ενώ επί εικοσαετία δημοσίευε άρθρα στην «Νέα Κοινωνιολογία» και κάποια περίοδο εξέδιδε και δικό του περιοδικό, τα «Ευρωβαλκάνια»] η γεωπολιτική ανάλυση του ψυχρού ρεαλιστή Σφυρή δεν περιέλαβε ποτέ το Κυπριακό, απλά γιατί η Ελλάδα δεν ήταν ακόμη ναυτική δύναμη, οπότε  δεν είχε συλλάβει την λειτουργία του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, παρ’ όλο που το θέμα της γειτνίασης με τις δυο άλλες ηπείρους είχε τεθεί ήδη από παλαιά. Σύμφωνα με την άποψη αυτήν μόνον ο αστοφιλελεύθερος Θεοτοκάς, -όπως τονίζει και ο κορυφαίος εκφραστής της νεοελληνικής μαρξιστικής παράδοσης στο χώρο της ιστορικής σκέψης  Νίκος Ψυρούκης- συσχέτισε από το 1953 το ρόλο των Ελλήνων εφοπλιστών με το δίλημμα της Ενώσεως ή της Ανεξαρτησίας της Κύπρου.

Ο σεβαστός καθηγητής είχε θέσει έγκαιρα κι απροκάλυπτα τα σκληρά κι ουσιώδη ερωτήματα που επρόκειτο να διαμορφώσουν  την οικονομική (και όχι μόνον) πορεία της χώρας μας στα χρόνια που ακολούθησαν :

1. Πρέπει να προστατεύονται δασμολογικά μόνον οι βιομηχανίες που βασίζονται στην παραγωγή εγχωρίων προϊόντων ;

2. Ποιά είναι η θέση της Ελλάδος στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, βάσει των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της (ακόμα και των φυσικών καλλονών αρχαίων μνημείων κ.λπ.) ;

3. Ποιές είναι οι δυνατότητες  μελλοντικής συντήρησης   βιώσιμης   ελληνικής  πολιτικο-εδαφικής οικονομικής μονάδας ;

4. Ποιές είναι οι δυνατότητες ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά ως κόμβων της Μεσογείου και, γενικά ποιό το μέλλον της Ελλάδος ως «κομβικού χώρου» ;

5. Πως περιορίζουν τις κομβικές προϋποθέσεις της Ελλάδος οι περιορισμοί, οι επεμβάσεις, οι διασταυρώσεις και οι προστριβές του συνοριακού καθεστώτος της ;

Ό  Σφυρής είχε θέσει κι άλλα συναφή ερωτήματα γιά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Αυτά είναι εκ πρώτης όψεως ουδέτερα και τεχνοκρατικά προβλήματα. Η εξέλιξη, όμως, των συλλογισμών του αποδεικνύει το αντίθετο. Πράγματι, ό συγγραφέας χαρακτηρίζει την Αυτάρκεια «ολεθρία ουτοπία». Αλλά κι οι εναλλακτικές λύσεις χρήζουν προσαρμογής, δύσκολης γιά τα ελληνικά δεδομένα. Η λύση είναι, λοιπόν, ή «αναχώνευσις εντός ευρυτέρων χορογραφικών  οικονομικών συνδέσμων». Δεν εννοεί, όμως, την Βαλκανική, διότι την θεωρεί ανύπαρκτη ως γεωγραφική, γεωοικονομική και ακόμη περισσότερο ως πολιτική έννοια. Και συνεχίζει αποκαλυπτικά: «…απεναντίας μάλιστα, εμφανίζεται ή λεγομένη Βαλκανική ως συνολική γεωγραφική προέκτασις της Μεσευρώπης και ως υδρογραφική ενότης μετά του ηπειρωτικού κορμού έχοντα διέξοδον προς θάλασσαν της Μεσογείου». Γι’ αυτό κάθε βαλκανική συμφωνία πρέπει να έχει, κατά τον Σφυρή κατάλληλο «μεσευρωπαϊκό βάθος».

Ειδικότερα, η Ελλάδα είναι χώρα μεσογειακή και διά του βαλκανικού κορμού της χώρα βαλκανική κι  επίσης χώρα Αιγαιϊκή Μεσευρωπαϊκής Διεξόδου. Διερωτάται δε ο Σφυρής εάν δύναται να συνεχίσει να υπάρχει στο μέλλον «ελληνική αυτοτελής γεωοικονομική μονάς έναντι των τάσεων της παγκοσμίου οικονομίας και ελληνική πολιτική αυθυπαρξία έναντι των γεωπολιτικών αντιθέσεων, αίτινες υφίστανται και αναπτύσσονται εν τη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου;». «Επ’ άπειρον δεν δύναται ή σμικρά, ασθενής ελληνική φυλετικο-εθνική μονάς να διατηρήση την υπόστασίν της έναντι της λανθανούσης ορμής και της κολοσσιαίας δυναμικότητος των κολοσσιαίων σλαυικών και γερμανικών εθνο-φυλετικών παραγόντων και έναντι των εξαπλωτικών τάσεων της ασθενεστέρας, αλλά πληθυσμιακώς ουχί ευκαταφρονήτου ιταλικής δυναμικότητος».

Αυτές οι απόψεις θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως υπαινικτικό δίλημμα υποταγής της Ελλάδας στους Σλάβους ή στους Γερμανούς ή ακόμη και ως απόψεις – φορείς στρατηγικών ψυχολογικών επιχειρήσεων υψηλού επιπέδου. Βεβαίως ο Σφυρής υπήρξε προορατικός πολύ πριν το 1940-41: «Βάσις της ελληνικής πολιτικής δέον να είναι: μεσογειακή πολιτική βασιζομένη επί της πάση θυσία εξασφαλίσεως της αναπτύξεως της φυσικής μεσευρωπαϊκής διεξόδου εις το Αιγαίον», δηλαδή απαγκίστρωση από τον μονόδρομο υποταγής στους Αγγλογάλλους  και ευρεία συνεννόηση με τους Γερμανούς. Φυσικά η διάθεσή του δεν έγινε αποδεκτή από τους προσδεδεμένους στο άρμα του βρετανικού ιμπεριαλισμού κρατούντες.

Έτσι υπό μιαν έννοια ο αδικημένος και κατηγορημένος Σφυρής ήταν τυχερός που πέθανε πριν από την λήξη του Β΄ Μεγάλου Πολέμου, οπότε δεν διασύρθηκε και δεν εξοντώθηκε ως «γερμανοπροδότης». Αλλά δεν ήταν ο πρώτος που εισήγαγε διεισδυτικές  γεωπολιτικές θεωρήσεις στην μετεθνεγερσιακή νεοελληνική κοινωνία. Αυτός που μίλησε  πρώτος για την βαλκανική ως επίκεντρο, ως άξονα συσχετισμού των  δυνάμεων Ανατολής και Δύσης ήταν ο Κωνσταντινοπολίτης νομικός, φιλόλογος και ιστορικός Κλεάνθης Νικολαΐδης, μάλιστα δε με πολύ μεγαλύτερη φροντίδα στις λεπτομερείς αποχρώσεις απ’ ότι η θεωρία του Σκωτσέζου Μακίντερ του «πατριού» της Γεωπολιτικής, που διετύπωσε μιαν ανάλογη θεωρία περί «γεωγραφικού έστορος», πολύ αργότερον. Ο Νικολαΐδης υπήρξε σύμβουλος της Αυτοκρατορικής Κυβέρνησης της Βιέννης κι επηρέασε κατά πολύ την αυστριακή εξωτερική πολιτική για την διείσδυση της στα Βαλκάνια. Οι θεωρίες του βρήκαν εξαιρετική εφαρμογή σ’ όλην την εξέλιξη του Μακεδονικού ζητήματος, αλλά και κατά παράδοξο ιστορική σύμπτωση, επηρέασαν έως και πολύ αργότερον τις εξελίξεις, όχι μόνον κατά την προκύψασα όψιμη ενδοκομμουνιστική αντιδικία Κομινφόρμ – Τίτο   για το Μακεδονικό, αλλά  και κατά την κατάρρευση του «ερυθρού μετώπου» στον Γράμμο, που οφειλόταν μεταξύ άλλων και στις σφοδρές κατηγορίες του αρχιμπολσεβίκου Ζαχαριάδη για την συνεργασία του ελασίτη αρχιστρατήγου Βαφειάδη με τον Γιόζιπ Μπροζ – Τίτο.

Τέλος μία ακόμη ενδιαφέρουσα και εν πολλοίς άγνωστη παραλλαγή αυτής της «μεσοχωρικής» μεταξύ Ανατολής – Δύσεως γεωπολιτικής θεωρίας διατυπώθηκε και από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, όταν «πομπωδώς και ευστόχως» αναφέρθηκε στην ιστορική θέση του Ελληνισμού «ανάμεσα στον Ωκεανό και την Στέπα». Η θεωρία αυτή του Κανελλόπουλου μεταπολεμικά εκτιμήθηκε από τους «ορθόδοξους» «Έλληνες» μπολσεβίκους ως το κρίσιμο αντιπειθαρχικό αίτιο το οποίον ενέπνευσε τάχα τον «αγγλοπροδότη» Σιάντο και τους υπόλοιπους «διαφωνήσαντες» για τις διαφοροποιήσεις τους κατά την Συμφωνία της Βάρκιζας και μετά από αυτήν.

Έτσι, ενώ ο αείμνηστος, ορθοτόμος και θαρραλέος Σφυρής διατύπωσε την ενοχλητική προς πολλούς θεωρία του για να βοηθήσει την διεθνή θέση της Πατρίδας από άποψη εθνικών διεκδικήσεων, οι λοιπές παραλλαγές των εν πολλοίς ευστοχότατων θεωριών του, τελικώς είχαν ουσιαστική εφαρμογή μόνον στις πολιτικές τοποθετήσεις περί μείζονα ιδεολογικά κι εσωτερικά προβλήματα των αστόχων και των πολιτικά ηλιθίων.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/index.php/enimerosi/view/sunergasia-gia-ton-ellhniko-ethnikismo-meros-chi#.UTeCChyeN_U#ixzz2MmcsexIZ

Exit mobile version