
Μέρος Α’
Οι διάδοχοι του Αττίλα στην ανατολική Ευρώπη
Μετά τον θάνατο του τρομερού Ούννου φυλάρχου Αττίλα, της «Μάστιγος του Θεού», στο ουννικό κράτος συνέβη ότι βλέπουμε συνήθως να συμβαίνει στην ιστορία στα συγκροτούμενα εκ βαρβάρων λαών μεγάλα βαρβαρικά κράτη. Αυτά, μη έχοντα ιδίαν εσωτερική δύναμη ικανή να τα οργανώσει και να τα διατηρήσει λειτουργικά, αλλά συγκροτούμενα και συνεχόμενα απλώς διά της διανοίας και της επιβολής του ιδρυτικού ηγέτη, του προσωπικού του πνεύματος, της αρχικής φύσεως και της αρετής του θεμελιωτή τους, ενίοτε δε και διά της βαρβαρικής μεγαλοφυΐας του άρχοντός τους «ενός ανδρός», υπάρχουν, επεκτείνονται και εμπνέουν τον φόβον εν όσω ζει και κυριαρχεί ο μέγας αρχηγός – θεμελιωτής, ενώ μόλις αυτός εκλείψει διαλύονται τάχιστα «εις τα εξ ων συνετέθησαν».
Το μέγα «ουννικόν κράτος» του Αττίλα συνεκροτήθη από Ούννους και από τους βιαίως υπαχθέντες σε αυτό γερμανικούς και σλαβικούς λαούς. Όταν ο Αττίλας απέθανε, οι υιοί του ήρχισαν τις έριδες προς αλλήλους για την διανομή του κράτους, όπως συχνότατα συμβαίνει στους βαρβάρους. Αυτές οι έριδες ευλόγως επέφεραν διαίρεση μεταξύ των πολυπληθών ουννικών φυλών. Επωφελούμενοι αμέσως από αυτές οι τέως συνεχόμενοι (διά του φόβου μόνον) προς το ουννικόν κράτος γερμανικοί λαοί απεστάτησαν αμέσως. Πρώτον οι Οστρογότθοι -οι συπολεμήσαντες με τον Αττίλα στα Καταλαυνικά πεδία εναντίον των αδελφών τους Βησιγότθων, συμμάχων των Ρωμαίων, (όπου μάλιστα Οστρογότθος ήταν ο φονεύσας τον ηρωικόν βασιλέα των Βησιγότθων Θεοδώριχο τον Α’ στην μάχη)- επανεστάτησαν εναντίον των Ούννων, ενίκησαν αυτούς σε πολλές μάχες και εφόνευσαν εκ των πολλών υιών του Αττίλα τον ανδρείον Ελάκ.
Μετά ολίγον χρόνο εξέλιπαν και οι άλλοι υιοί του Αττίλα. Ένας δε και μόνον εξ αυτών, ο Ιρνάκ, κατόρθωσε να διατηρήσει σε μιαν γωνία των ακτών του Ευξείνου ένα μικρό κράτος, το οποίον κατελύθη και αυτό από νέους εξ Ασίας βαρβάρους επιδρομείς. Οι Ούννοι μετά την κατάλυση του μεγάλου τους κράτους εδημιούργησαν κατά φυλές ασήμαντα βαρβαρικά μικροσκοπικά κρατίδια ή υπετάχθησαν σε άλλα βαρβαρικά κράτη, συνήθως δε υπηρετούσαν ως μισθοφόροι, συναθροιζόμενοι «κατά στίφη», στο Ανατολικό και στο Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος.
Η εμφάνιση των Ούννων στην Ευρώπη, η οποία επέφερε εμμέσως στην Δύση την εκτός της Ιταλίας κατάλυση του ρωμαϊκού κράτους, ουδεμίαν άλλη καταστροφήν επροξένησε στην Ελληνική Ανατολή, εκτός της μέχρις Πελοποννήσου εισβολής των αρειμανίων Βησιγότθων, των διά του Καυκάσου παροδικών διεισδύσεων και επιδρομών στην Μικράν Ασία και των καταστροφών υπό του Αττίλα στις βόρειες επαρχίες του βυζαντινού κράτους επί του Θεοδοσίου του Β’. Αλλά η ουννική αυτή καταστροφική επιδρομή από της Ασίας στην Ευρώπην είχεν ένα συγκλονιστικόν αποτέλεσμα και στην Ανατολή και στην Δύση : Ήνοιξεν η μεγάλη δίοδος μεταξύ της έσω Ασίας και της Ευρώπης για μελλοντικές νέες μεγάλες μεταναστεύσεις και των μη -Ινδοευρωπαϊκών λαών.
Ο φραγμός μεταξύ του πολιτισμένου και του βαρβαρικού κόσμου διερράγη, τα αιματηρά ίχνη των Ούννων τα ηκολούθησαν πολλά άλλα βαρβαρικά ασιατικά φύλα, ενώ μέχρι του 13ου και 14ου αιώνος διενεργήθησαν πολλές επιδρομές (διερχόμενες διά της Ανατολικής Ευρώπης) εξ Ασίας στην Ευρώπη. Επιδρομές οι οποίες επέδρασαν ισχυρώς στην πορεία και την ιστορικήν τύχη του Ελληνικού κράτους.
Μετά την κατάλυση του ουννικού κράτους (ολίγον μετά τα μέσα του 5ου μ. Χ. αιώνος) τα σλαβικά φύλα τα υποτεταγμένα προηγουμένως στο κράτος του Αττίλα, πιεζόμενα από νέους Ασιανούς βαρβάρους επιδρομείς, κατήλθαν έως τα βόρεια όρια του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και από του 6ου μ. Χ. αιώνος ήρχισαν να ενοχλούν το κράτος ποικιλοτρόπως. Διάφορα, ποικιλώνυμα βάρβαρα έθνη, πραγματοποίησαν επιδρομές ορμώμενα από της Ασίας και επεξετάθησαν στις προηγουμένως κατεχόμενες υπό των Ούννων χώρες. Έτσι επήλθαν συνεχώς μεγάλες μεταβολές και στα βόρεια σύνορα του Ελληνικού κράτους και στην νοτιανατολική Ευρώπη, εν μέρει δε και στην Μεσευρώπη.
Οι Άβαροι ή Άβαροι της Παννονίας, γνωστοί επίσης ως Όμπροι σε ρουθηνικά (ρουσινικά) χρονικά και Βαρχονίτες των βυζαντινών και τουρκικών πηγών, ήσαν μια ομάς Ευρασιατών νομάδων κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, αγνώστου ακριβούς εθνοφυλετικής προελεύσεως. Το όνομα Άβαροι της Παννονίας (από την περιοχή στην οποίαν τελικώς εγκατεστάθησαν) χρησιμοποιείται ιστοριογραφικώς, για να τους διαχωρίζει από τους Αβάρους του Καυκάσου, έναν διαφορετικό λαό, με τον οποίον οι Άβαροι της Παννονίας ημπορεί να συνδέονται ή όχι.
Ίδρυσαν το Χαγανάτο των Αβάρων, το οποίον κατελάμβανε την ευρυτάτη «Πεδιάδα της Παννονίας» και σημαντικές περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, από τα τέλη του 6ου έως τις αρχές του 9ου αιώνος μ. Χ.
[H πεδιάς της Παννονίας (γνωστή και ως «Λεκάνη της Παννονίας» ή «Λεκάνη των Καρπαθίων») εκτείνεται κυρίως στην Ουγγαρία, αλλά περιλαμβάνει επίσης περιοχές στην Σερβία, στην κεντρική Κροατία και στην Σλαβονία, στην δυτική Σλοβακία και στην πεδιάδα της ανατολικής Σλοβακίας, καθώς και μικρές περιοχές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της Ρουμανίας, της Ουκρανίας, της Σλοβενίας και της Αυστρίας].
Παρόλον ότι το όνομα «Άβαρος» ενεφανίσθη για πρώτην φορά στα μέσα του 5ου αιώνος, οι Άβαροι της Παννονίας ενεφανίσθησαν στο ιστορικό προσκήνιο περί τα μέσα του 6ου αιώνος στην βορεία «Ποντοκασπιακή στέπα», ως ομάς μιας βορείας-τουνγκουζικής φυλής (μογγολοειδές φύλο της κιτρίνης φυλής με χώρους διαμονής στην Σιβηρία και στην βορειοανατολική Ασία), ήσαν δε έφιπποι πολεμιστές οι οποίοι επιζητούσαν να εκφύγουν από την κλιμακουμένη κυριαρχία των «Ουρανίων Τούρκων». [Οι Ουράνιοι Τούρκοι ή Γαλάζιοι Τούρκοι (Göktürkler) ή Γκιοκτούρκοι, γνωστοί επίσης και ως Ασίνα και Ατσίνα Τούρκοι, ήσαν μια συνομοσπονδία νομαδικών τουρκικών (τουρανικών) φύλων στην μεσαιωνική Κεντρική Ασία].
Οι Άβαροι υπήρξαν ένα από τα σημαντικότερα ασιατικά φύλλα τα οποία εισέβαλαν στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι δύο κύριοι λαοί από τους οποίους εσχηματίσθη η αβαρική εθνοφυλετική ένωση, ήσαν οι Ρουράν ή Ζουάν – Ζουάν (οι Πρωτο – Άβαροι της Μογγολίας) και οι Ευθαλίτες Ούννοι, που εδημιούργησαν -σχεδόν ταυτοχρόνως- δύο «νομαδικές» αυτοκρατορίες στις αχανείς στέπες της Άπω Ανατολής και στον χώρο της κεντρικής Ασίας και της Ινδικής υποηπείρου αντιστοίχως, πριν ενωθούν, μετά την ήττα τους από τους Τούρκους, και εν τέλει καλπάσουν ως θυελλώδεις εισβολείς στο ανατολικό τμήμα της Ηπείρου μας.
Εκεί οι σύμμεικτοι και «διφυείς» αυτοί νεο-Άβαροι ενεπλάκησαν σε σκληρούς και αιματηρούς πολέμους με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με το Φραγκικό κράτος και με διάφορα βαρβαρικά φύλα, ιδρύοντες μία νέα «νομαδική αυτοκρατορία». Το αβαρικό χαγανάτο, αν και σχετικώς βραχύβιο, εξηπλώθη στο μεγαλύτερο μέρος της παλαιάς επικρατείας των Ούννων, πριν υποστεί την πρώτη και εξόχως αποφασιστική ήττα του εμπρός από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως (626) και τελικώς καταστραφεί από την ανηλεή φραγκική επίθεση επί Καρόλου του Μεγάλου (Καρλομάγνου).
[Στις 29 Ιουνίου του 626, ήρχισε μια συντονισμένη επίθεση των Αβάρων και των υποτελών –συμμάχων τους Σλάβων κατά των τειχών της Βασιλευούσης. Εντός των τειχών, ευρίσκοντο 12.000 καλοεκπαιδευμένοι Βυζαντινοί ιππείς και πεζοί, οι οποίοι με την βοήθεια των κατοίκων της Πόλεως την υπερασπίσθηκαν ενάντια στις δυνάμεις περίπου 80.000 Αβάρων και Σλάβων υποτελών. Οι Πέρσες είχαν επίσης αφιχθεί στη Χαλκηδόνα.
Παρά τις συνεχείς σφοδρές επιθέσεις στα τείχη, με διαρκείς βολές πολιορκητικών μηχανών επί έναν ολόκληρο μήνα, το ηθικό ήταν υψηλό εντός της Κωνσταντινουπόλεως, λόγω του γενναίου Μαγίστρου Πατρικίου Βώνου και του Πατριάρχη Σεργίου, ο οποίος με θρησκευτική θέρμη και διαρκείς πομπές και λιτανείες, κατά μήκος των τειχών κραδαίνων την εικόνα της Παναγίας, εκράτησε υψηλό το ηθικό με την μύχια πεποίθηση ότι οι Βυζαντινοί ήσαν υπό θεϊκή προστασία. Επιπλέον, οι κραυγές του Πατριάρχη επυροδότησαν τον θρησκευτικό ζήλο των αγροτών πέριξ της Πόλεως, η δράση των οποίων κατέστη ολοέν και αποτελεσματικοτέρα, από το γεγονός ότι αντεμετώπιζαν βαρβάρους χριστομάχους ειδωλολάτρες. Κατά συνέπειαν, πάσα επίθεση ήταν μια εξ αρχής καταδικασμένη προσπάθεια.
Στις 7 Αυγούστου, ένας στόλος από περσικές σχεδίες έμφορτες με στρατεύματα διεπεραίωνε τον Βόσπορο αλλά περικυκλώθηκε και κατεστράφη από τον βυζαντινό στόλο. Οι Σλάβοι προσεπάθησαν να επιτεθούν στα θαλάσσια τείχη από τον Κεράτιο κόλπο, ενώ ο κύριος όγκος των Αβάρων επετέθη στα χερσαία τείχη. Οι βυζαντινές γαλέρες κατέστρεψαν τις Σλαβικές βάρκες που κατευθύνοντο στα θαλάσσια τείχη, ενώ η Αβαρική επίθεση στα χερσαία τείχη από τις 6 έως τις 7 Αυγούστου απέτυχε παταγωδώς.
Με την είδηση ότι ο αδελφός του Αυτοκράτορος Ηρακλείου Θεόδωρος είχε τελεσιδίκως θριαμβεύσει κατά του Πέρση αρχιστρατήγου Σαχίν (που λόγω της ήττης απέθανε από θλίψη), οι Άβαροι υπεχώρησαν τάχιστα στην βαλκανική ενδοχώρα εντός διημέρου, λύνοντες κατ’ ουσίαν την πολιορκίαν. Επειδή η νίκη και η άρση της πολιορκίας απεδόθη στη θεϊκή προστασία της Παναγίας, εγράφη προς δόξα της ο περίφημος «Ακάθιστος Ύμνος», (ενδεχομένως από τον μαχητή Πατριάρχη Σέργιο)]
Α. Κωνσταντίνου
Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/ethnikoi-echthroi-sto-perasma-tou-chronou#ixzz5bKH7u17x
