Site icon ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΜΕΛΑ;

ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ!

Eκτός από τα κείμενα της Πηνελόπης Δέλτα και του Ίωνος Δραγούμη για τον θάνατο του ΠΡΩΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΑΣ ΗΡΩΑ υπάρχουν τουλάχιστον δέκα διαφορετικές εκδοχές. 


Εκδοχή 1η: οι εφημερίδες
Η πρώτη εκδοχή που έγινε γνωστή, ήταν αυτή των αθηναϊκών εφημερίδων. Μπορεί να μην είχε μεγάλη σχέση με την πραγματικότητα, εκπλήρωνε όμως και με το παραπάνω τις ανάγκες της κατασκευής ενός ιδανικού εθνικού ήρωα.
“Ο καπετάν Ζέζας, φοβερός και ταχύς ως αστραπή, επέπεσεν με τους τριάκοντα ανδρείους οπαδούς του κατά των νιζάμηδων”, μας πληροφορεί λ.χ. το “Σκριπ” της 19ης Οκτωβρίου. “Ο καπετάνιος είχεν εισχωρήσει εις τας τάξεις των τούρκων στρατιωτών, οι οποίοι εν συγχύσει επεζήτουν διά της λόγχης ν’ ανακόψουν την με τόσην ηρωικήν ορμήν επιχειρουμένην έξοδον της ατρομήτου εκείνης δρακός”. Οι μακεδονομάχοι “είχαν πιάση πλέον την πλαγιάν του βουνού”, όταν “μοίρα κακή εύρε τον ήρωα καπετάν Ζέζα. Μια σφαίρα τον εύρε εις την οσφυικήν χώραν και ο γενναίος και πολύτιμος καπετάνιος έπεσε θανατηφόρως τραυματισμένος. Οι σύντροφοί του ανέκοψαν τον δρόμον των, παρέλαβον τον τραυματία αρχηγόν των και επροχώρησαν εις μέρος ασφαλές, όπου εσώθησαν. Ο ηρωικός αρχηγός μετά μίαν ώραν εξέπνευσεν”.
Παρόμοιες περιγραφές, με άξονα την ηρωική έξοδο των μακεδονομάχων, δημοσίευσαν όλες οι εφημερίδες των ημερών. Οπως άλλωστε τόνισε το κύριο άρθρο του “Εμπρός” (19.10.1904), “η αρχαία Ελλάς και η Ρώμη δεν έσχον ήρωα αγνότερον και μεγαλοφρονέστερον”.

Εκδοχή 2η: το προξενείο
Πολύ διαφορετική είναι η περιγραφή των γεγονότων από τον διευθύνοντα το ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου, Φίλιππο Κοντογούρη. Σε τηλεγράφημά του προς το ΥΠΕΞ (18.10.1904), λ.χ., αναφέρει ότι μοναδικοί νεκροί της συμπλοκής υπήρξαν ένας χωροφύλακας κι ο ίδιος ο Μελάς.
Αναλυτικότερη είναι η έκθεση που συνέταξε την επομένη, με παραλήπτη τον υπουργό Αθω Ρωμάνο. Το καταδιωκτικό απόσπασμα, γράφει, μπήκε στο χωριό “χωρίς να παρατηρηθή” και, στις 5 μμ, ο επικεφαλής του “διέταξε ν’ αρχίσωσιν οι στρατιώται πυροβολούντες κατά της οικίας, εν ή ευρίσκετο ο μακαρίτης Μελάς μετά των τεσσάρων συντρόφων του.
Οι ημέτεροι ενόμισαν κατ’ αρχάς ότι επρόκειτο περί προσβολής εκ μέρους βουλγαρικής συμμορίας. Εδράξαντο των όπλων και ήρχισαν αντιπυροβολούμενοι εκ των παραθύρων. Οταν αντελήφθησαν ότι στρατιώται ήσαν οι επιτιθέμενοι, περιωρίσθησαν εις άμυναν, μέχρις ού επιστή κατάλληλος στιγμή, όπως διαφύγωσιν εξερχόμενοι του χωρίου”.
Κατά τις 6:30 μμ, “ότε το σκότος είχεν ήδη επέλθει” κι οι υπόλοιποι μακεδονομάχοι “είχον ήδη κατορθώση να φύγωσι, μη εννοηθέντες υπό του αποσπάσματος”, ο Μελάς ενθάρρυνε τους διστατικούς συντρόφους του και “ώρμησε προς την θύραν. Αλλ’ οι στρατιώται, ών η προσοχή κατόπιν της προδοσίας του Μήτρου Βλάχου ήτο εστραμμένη μόνον προς την οικίαν ταύτη, επυροβόλησαν κατ’ αυτοίς ομαδόν” με αποτέλεσμα το βαρύ τραυματισμό του. Αφού έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες, “περί την 7 ώραν της νυκτός παρέδωκεν το πνεύμα”. Αργότερα, “διαλαθόντες την προσοχήν των στρατιωτών, κατώρθωσαν οι 4 σύντροφοί του να εξέλθωσι και τραπώσι προς το Ζέλοβον”.
Βάση της παραπάνω εξιστόρησης πρέπει να υπήρξε η αφήγηση των επιζώντων προς τους Καούδη και Κύρου, την επομένη των γεγονότων. “Μου ανήγγειλαν”, σημειώνει ο Καούδης στο ημερολόγιό του, “ότι από τας 10 εχθές αλά τούρκα [4 μμ] τους επολιόρκησεν ο στρατός και επολέμησαν μέχρι τας τρεις αλά τούρκα [9 μμ] της νυκτός. Επειτα εξήλθαν της οικίας, όπου ήσαν, διά να φύγουν, αλλά οι Τούρκοι εκρύπτοντο εις τας γωνίες των σπιθιών και μόλις έβγαιναν εις τον δρόμον των άναψαν παταρίαν και εφόνευσαν τον κ. Μελάν. Εμείς επήραμεν, μου λέγουν, το όπλον του και αναχωρήσαμεν σιγά σιγά” (Β. Γούναρης, “Το ανέκδοτο ημερολόγιο του μακεδονομάχου Ευθυμίου Καούδη”, Θεσ/νίκη 1992, σ.73).
Ο απεσταλμένος του προξενείου, Βασίλειος Αγοραστός, έφτασε στο Ζέλοβο στις 18.10, βρήκε όμως εκεί μόνο τον Κύρου -κι απ’ αυτόν, λογικά, άντλησε τις πληροφορίες του. Ο ίδιος ο Πύρζας είχε συντάξει σχετική αναφορά προς το προξενείο στις 16.10.04, τρεις μέρες μετά τη συμπλοκή, προβάλλοντας την εκδοχή της “ηρωικής εξόδου” που διέρρευσε στον αθηναϊκό Τύπο.
Εκδοχή 3η: η οικογένεια
Μια τρίτη εκδοχή του Πύρζα για τα γεγονότα έμελλε να αναγορευθεί σε επίσημη ιστορία τα επόμενα χρόνια. Επώνυμα δημοσιεύθηκε στο βιβλίο της Ναταλίας Μελά (1926) και στη βιογραφία του Πύρζα από τον Πάνο Παπασταμάτη (1960). Την αναπαρήγαγαν επίσης ο Ιών Δραγούμης στο “Μαρτύρων και ηρώων αίμα” (1907), η Πηνελόπη Δέλτα στον “Μάγκα” (1935) και ο Ι.Κ. Μαζαράκης στην ημιεπίσημη “Ιστορία του Ελληνικού Εθνους” (1977).
Σύμφωνα μ’ αυτή, οι στρατιώτες άρχισαν να πολιορκούν το απέναντι σπίτι, όπου βρισκόταν η ομάδα Βολάνη, και για κάλυψη θέλησαν να μπουν στο κατάλυμα του Μελά. Αυτός τους πυροβόλησε κι η μάχη γενικεύτηκε. Υστερα κατέβηκε με τους άντρες του στο ισόγειο. Ενας στρατιώτης πλησίασε, τον σκότωσαν και, όταν νύχτωσε, βγήκαν έξω να του πάρουν το όπλο. Τότε “ακούστηκε ένας πυροβολισμός μόνον” κι ο Μελάς γύρισε πίσω τραυματισμένος στην κοιλιά, για να πεθάνει μέσα στο σπίτι.
“Η μάχη συνεχίστηκε κάπου μισή ώρα”, καταλήγει ο Πύρζας. “Πήραμε τον αρχηγό και τον αφήσαμε σ’ ένα κοντινό σπίτι. Αμέσως μετά επήγα με το σώμα εις το Ζέλοβον”. Φοβούμενος “την διαπόμπευσιν του σώματος του Μελά εκ μέρους των Βουλγάρων”, στέλνει πίσω τον Ντίνα “όπως πάση θυσία αποκρύψει τον νεκρόν”. Αυτός ξεθάβει το πτώμα, μαθαίνοντας όμως ότι έρχεται στρατός, του κόβει το κεφάλι (για να μην είναι αναγνωρίσιμο) και το μεταφέρει στο Ζέλοβο.
Εκδοχή 4η: οι αιχμάλωτοι
Σύμφωνα με την έκθεση του Βολάνη, η συμπλοκή αφορούσε αποκλειστικά τη δική του ομάδα: “Καθ’ όλον αυτό το διάστημα, εις όλο το άλλο χωρίον επεκράτει απόλυτος ησυχία, ουδέν δε συνέβαινε εις τα λοιπά καταλύματα”.
Οταν ο Μελάς διαπίστωσε πως οι άλλοι σύντοφοί τους “είχον ήδη διασκορπισθεί εις το δάσος”, αποφάσισε να τον βοηθήσει “και διέταξε τους περί αυτόν ολίγους άνδρας να εξέλθουν της οικίας”.
Ακολούθησε -κι εδώ- μια και μοναδική τουφεκιά: “Οι Τούρκοι τον Αρχηγόν μας μόνον επυροβόλησαν και τον επλήγωσαν θανασίμως. Βαρέως τραυματισμένος, ηναγκάσθη να επιστρέψη πλησίον των ανδρών του μόνος του”.
Αντίθετα με τις προηγούμενες εκδοχές, όμως, εδώ ο Μελάς βάζει ο ίδιος τέλος στη ζωή του: “Υπέφερε φρικτούς πόνους από το τραύμα του, παρακαλούσε και ικέτευε όπως οι αρματωλοί του 21 να αποκόψουν την κεφαλήν του, διά να μη πέση ζων εις τας χείρας των Τούρκων. Ομως κανείς δεν τολμούσε να εισακούση την παράκλησίν του και να την εκτελέση. Ο ηρωικός Αρχηγός μας ηναγκάσθη να αυτοκτονήση με το πιστόλιόν του, όπως μαρτυρούσιν οι ίδιοι οι οπαδοί του” (ΔΙΣ 1979, σ.339-40).
Χωρίς να μπει σε τέτοιες λεπτομέρειες, ένας άλλος απ’ τους συλληφθέντες, ο Χρήστος Μαλέτσκος, θ’ αμφισβητήσει κι αυτός -με επιστολή του στον “Ταχυδρόμο” της Θεσ/νίκης (17.4.1927)- την επίσημη εκδοχή. Οι πρώτοι πυροβολισμοί, γράφει, έπεσαν σε άλλο μαχαλά και σχετίζονταν με τη φυγή των εκεί στρατωνισμένων μακεδονομάχων, “περί πολλού ποιούντων το σαρκίο των”. Η κυρίως μάχη δόθηκε απ’ την ομάδα του Βολάνη, που πρώτη άνοιξε πυρ όταν οι στρατιώτες έσπασαν την πόρτα. Από το σπίτι του Μελά έπεσαν κάποιοι πυροβολισμοί, “ολίγοι όμως και οι οποίοι έπαυσαν αμέσως”.
Εκδοχή 5η: ο σύντροφος Νο 2
Παρόμοια είναι η αφήγηση του δεύτερου συντρόφου του Μελά, του Γιώργη Στρατή ή Στρατινάκη, όπως καταγράφηκε στο βιβλίο του Νικ. Μπενάκη “Η εθνική ιστορία του Παύλου Μελά” (Κων/λις 1908, σ.149-51). Η ομάδα τους, θυμάται, έριξε “δυο τρεις σφαίρες” εναντίον του αποσπάσματος που πολιορκούσε τον Βολάνη κι ύστερα κατέβηκε στην αυλή. “Ο καπετάνιος επροχώρησεν εις ένα άλλο σπίτι ξεσκέπαστο, εντός του οποίου ευρίσκοντο τούρκοι στρατιώτες” κι έδωσε μόνος του μάχη μαζί τους, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Μετά το θάνατό του, οι υπόλοιποι διέφυγαν ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία των απέναντι.
Εκδοχή 6η: ο αντίπαλος
Ο Μήτρος Βλάχος σκοτώθηκε το 1907 σε συμπλοκή με το στρατό, κι έτσι δεν πρόλαβε να μας αφήσει τη μαρτυρία του. Την ίδια τύχη είχαν επίσης οι βοεβόδες Κόλε Μόκρενσκι, Χρήστο Τσβέτκωφ και Τάνε Γκορνίτσεφσκι.
Ο μόνος από τους οπλαρχηγούς των κομιτατζήδων που βρισκόταν στην περιοχή, μπορούσε να έχει εικόνα των γεγονότων κι επέζησε, είναι ο Γκέοργκι Ποπχρήστωφ. Στα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν στη Σόφια το 1953, κάνει κι αυτός λόγο για αυτοκτονία του Μελά, διεκδικώντας όμως τις δάφνες για τον τραυματισμό του: “Οι αντάρτες του παραδόθηκαν, αντί ν’ ανοίξουν πυρ ενάντια στο στρατό, κι ο Μελάς αυτοκτόνησε μέσα στο σπίτι. Τραυματισμένος από εμάς στο Νέρετ, αυτοκτόνησε στη Στάτιτσα και δεν παραδόθηκε ζωντανός” (Konstantin Pandev, “Borbite v Makedonija i Odrinsko, 1878-1912. Spomeni”, Σόφια 1982, σ.642).
Εκδοχή 7η: ο συναγωνιστής
Ο κρητικός μακεδονομάχος Ευθύμιος Καούδης ήταν ο πρώτος που συνάντησε τους συντρόφους του Μελά, μετά τη φυγή τους από τη Στάτιτσα. Στα απομνημονεύματά του, γραμμένα το 1949, διατυπώνει τη δική του εκδοχή:
“Δεν ημπορώ να μη γράψω το μέγα λάθος του Πύρζα, όταν εσκοτώθη ο μακαρίτης ο Μελάς, πώς επέτρεψε και άφησεν και αποσκοτώσαν τον αρχηγόν του διότι εφώναζεν, λέει. Τι ψυχή ήτον αυτή; Θα τον έπαιρναν οι Τούρκοι. Τόσο το καλύτερο, διότι ίσως θα έζηε, άπου ασφαλώς θα έζηε, διότι θα τον έκαναν εγχείρησιν και θα εγλίτωνε” (Aγγ. Χοτζίδης, “Ευθύμιος Καούδης. Απομνημονεύματα”, Θεσ/νίκη 1996, σ.130).
Αμφιβολίες έχει και για την προέλευση της σφαίρας που χτύπησε τον Μελά, θεωρώντας πολύ πιθανό να “τον εσκότωσαν οι δικοί του από λάθος” (όπ.π., σ.131).
Εκδοχή 8η: ο σύντροφος Νο 3
Για ατύχημα έκανε λόγο κι ένας από τους αυτόπτες συντρόφους του Μελά, ο φλωρινιώτης Πέτρος Χατζητάσης. Η μαρτυρία του κατατέθηκε στο επίσημο μνημόσυνο του 1927 στη Στάτιτσα (που μόλις είχε μετονομαστεί σε “Μελά”), και καταγράφηκε από τον παρόντα Τάκη Κύρου:
“Ο αρχηγός μάς διέταξε να παρακολουθούμε με προσοχή τους Τούρκους, χωρίς να πυροβολήσουμε. Αυτός κατέβηκε στην αυλή, ακολουθούμενος από τον καπετάν Λάκη Πύρζα. Μόλις είχαν πατήσει στο κατώφλι της σκάλας, ένας μόνο πυροβολισμός ακούστηκε κι ένα ώχ! Αμέσως κατεβήκαμε στην αυλή και βλέπομε τον αρχηγό νεκρό. Τον σηκώσαμε και τον κρύψαμε στον αχερώνα (σταύλο) και φύγαμε. Δεύτερος πυροβολισμός δεν ακούστηκε. Ο πυροβολισμός θα ήταν από εκπυρσοκρότηση του όπλου του Λάκη Πύρζα” (Τάκη Κύρου, “Ο καπετάν Παύλος Κύρου”, Φλώρινα 1978, σ.109-10).
Εκδοχή 9η: το ημερολόγιο
Μια ακόμη εκδοχή έχει καταγραφεί στο ημερολόγιο του (15χρονου τότε) Φίλιππου Δραγούμη, κουνιάδου του Παύλου Μελά. Αφορά την αφήγηση του Πύρζα προς την οικογένεια Δραγούμη, μόλις έφτασε στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1904. Το ντοκουμέντο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1984 από τον συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου σε συνέδριο του ΙΜΧΑ και του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, στο δημοσιευμένο όμως κείμενο της (απομαγνητοφωνημένης) εισήγησης το κομμάτι που αφορά τις τελευταίες στιγμές του Μελά έχει παραληφθεί, με τη σημείωση ότι υπάρχει “κενό στη μαγνητοταινία” (“Ο Μακεδονικός Αγώνας. Συμπόσιο”, Θεσ/νίκη 1987, σ.169).
Εντυπωσιασμένοι απ’ αυτή τη διαβολική σύμπτωση, αναζητήσαμε το πρωτότυπο. Ο κάτοχός του Μάρκος Δραγούμης, γιος του Φίλιππου, είχε την ευγενή καλωσύνη να μας επιτρέψει να φωτογραφήσουμε το χειρόγραφο.
Το “χαμένο” απόσπασμα έχει ως εξής: “Ο Ντίνας βλέπων αυτόν να υποφέρη και ιδίως φοβούμενος μήπως ο Πύρζας μη θέλων να αφήση αυτόν θα τον υπερασπίζετο μέχρι θανάτου, αντί να φύγη, έλεγεν ‘Πύρζα, ιδέ πώς υποφέρει ο καπετάνιος. Φόνευσέ τον!’ Εγώ να τον φονεύσω; απήντησε ο Πύρζας, εγώ να φονεύσω αυτόν; Ο οποίος με ημπόδιζε να φονεύω Βουλγάρους. Τέλος επείσθη ο Ντίνας. Ο Παύλος εσιώπα πλέον, ήτο σχεδόν αναίσθητος. Εφίλησεν ο Πύρζας τα ψυχρά ήδη χείλη του και μετ’ ολίγην ώραν παρέδωκε το πνεύμα ο αδελφός μας! Κρύψαντες τον νεκρόν περί τας 10 κατόρθωσαν να διαφύγουν την προσοχήν των Τούρκων αν και ήτο διαυγής σεληνοφώτιστος νυξ και ανέβησαν εις το υπερκείμενον βουνόν”.
Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο ότι, στο συγκεκριμένο σημείο, το χειρόγραφο έχει υποστεί οφθαλμοφανείς διορθώσεις από τον ίδιο το συντάκτη του. Παρόμοιες αλλαγές υπάρχουν σε δυο ακόμη σημεία της ίδιας αφήγησης: το ένα αφορά την παρουσία του Μήτρου Βλάχου στο χωριό, το άλλο τη στιγμή του τραυματισμού του Μελά.
Οποιαδήποτε ερμηνεία αυτής της επέμβασης είναι, φυσικά, λίγο-πολύ αυθαίρετη. Ο συντάκτης του ημερολογίου, που σημειώνει ότι ο ίδιος “δυσκόλως επαρακολούθει” την εξιστόρηση “ένεκα της μακεδονικής εκφράσεως και προφοράς” του Πύρζα, μπορεί κάλλιστα να διαπίστωσε, ξανασυζητώντας το θέμα με τους οικείους του, ότι είχε παρερμηνεύσει κάποια σημεία και να προχώρησε στη διόρθωσή τους. Ομως τα ερωτήματα παραμένουν.
Εκδοχή 10η: οι χωρικοί
Η πεποίθηση ότι ο Ντίνας “απετελείωσεν” τον αρχηγό του ήταν κοινό μυστικό στη Στάτιτσα, όπως διαπίστωσε ο διάδοχος του Μελά το 1907 (βλ. δίπλα). Οι συνθήκες όμως των επόμενων χρόνων δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα την κατάθεση τέτοιων μαρτυριών. “Επανειλημμένως ηναγκάσθην να μεταβώ εις Στάτιτσαν διά να δυνηθώ να εξακριβώσω την αλήθειαν”, γράφει το 1932 στον Βάρδα ένας άνθρωπός του, “και τούτο δυστυχώς διότι, άγνωστον διατί, οι χωρικοί μας εξακολουθούν να φοβούνται και να απαντούν μονολεκτικώς με το γνωστόν ‘νε ζναμ’ (δεν ξέρω)” (Γ. Πετσίβας, “Ιωάννου Καραβίτη. Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα”, Αθήνα 1994, σ.133).
Αλλά και όσων μίλησαν, η φωνή τους δεν ακούστηκε πέρα από τα όρια της τοπικής κοινωνίας. Κατά το επίσημο μνημόσυνο του 1930 στο χωριό, λ.χ., έγινε αναπαράσταση των γεγονότων από τους επιζώντες -ανάμεσά τους, “η γριά Λόζα Α. Σακαλή, ήτις έπλυνε τον νεκρόν του Μελά” και οι χωρικοί που τον έθαψαν. Οι αφηγήσεις τους, όπως δημοσιεύθηκαν στις τοπικές εφημερίδες (“Μακεδονικός Σπινθήρ” 2.7.1930, “Δυτική Μακεδονία” 6.7.1930), συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: το σώμα του Μελά “ετάφη ακέφαλον”, “αφού προηγουμένως του έκοψαν το κεφάλι οι συναγωνιστές του”. Πολύ πριν ο Ντίνας επιστρέψει, δηλαδή, για να το ξεθάψει.

Exit mobile version