Η δήλωση της Ιάπωνος υπουργού Οικονομικών , στο Νταβός, ότι η Ιαπωνία «δεν θα ακολουθήσει την Ευρώπη και δεν θα γίνει κοινωνία μεταναστών», δεν ήταν διπλωματική αβλεψία ούτε επικοινωνιακό λάθος. Ήταν μια πράξη πολιτικής αυτοσυνείδησης. Μια καθαρή δήλωση ότι το κράτος υπάρχει πρωτίστως για να διασφαλίζει τη συνέχεια του λαού του, του πολιτισμού του και της κοινωνικής του συνοχής. Η Ιαπωνία γνωρίζει ποια είναι και τι θέλει να παραμείνει. Ξέρει πως η ιστορία, η γλώσσα και οι άγραφοι κοινωνικοί κανόνες δεν είναι ουδέτερα μεγέθη που αντικαθίστανται κατά βούληση. Παρά το οξύ δημογραφικό της πρόβλημα, αρνείται να το αντιμετωπίσει μέσω πληθυσμιακής αντικατάστασης. Δεν επιλέγει τη βραχυπρόθεσμη «λύση» που διαλύει τη μακροπρόθεσμη συνοχή, αλλά επιλέγει τη δύσκολη οδό της αυτοσυντήρησης.
Στην Ευρώπη, αντίθετα, κυριάρχησε μια ιδεολογία αυτοαποδόμησης. Η έννοια του έθνους απαξιώθηκε, η πολιτισμική συνέχεια παρουσιάστηκε ως ύποπτη και κάθε αναφορά στην ανάγκη ορίων βαφτίστηκε ηθικό έγκλημα. Η πολιτική παραδόθηκε στον φόβο της καταγγελίας και στη λογική της υποταγής σε υπερεθνικές επιταγές που δεν λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές αντοχές των κοινωνιών. Η Ελλάδα βρίσκεται στο πιο επικίνδυνο σημείο αυτής της ευρωπαϊκής αποσύνθεσης. Έθνος με ιστορική συνέχεια χιλιάδων ετών, με συγκεκριμένη πολιτισμική ταυτότητα και με ανοιχτά γεωπολιτικά μέτωπα, καλείται να λειτουργεί ως χώρος υποδοχής χωρίς δικαίωμα άρνησης, χωρίς στρατηγική, χωρίς εθνικό λόγο. Όχι επειδή αυτό εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά επειδή έτσι «πρέπει». Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της σύγχυσης. Δεν έχει αποικιακό παρελθόν για να το εξιλεώσει, ούτε δημογραφική αφθονία για να την αναλώσει. Έχει όμως μνήμη, ιστορία και συγκεκριμένα όρια αντοχής. Όταν αυτά αγνοούνται, προκύπτει κοινωνική αποσάθρωση και απώλεια συλλογικού προσανατολισμού.
Η Ιαπωνία δεν απορρίπτει τον άνθρωπο αλλά απορρίπτει την ιδέα ότι ένα έθνος οφείλει να αυτοδιαλυθεί για να θεωρείται ηθικό. Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η σύγκριση γίνεται οδυνηρή. Διότι ενώ εκεί η πολιτική υπηρετεί τη συνέχεια του λαού, εδώ συχνά λειτουργεί εναντίον της, στο όνομα μιας αφηρημένης «προόδου» που ποτέ δεν ρωτήθηκε αν έχει κοινωνικό αντίκρισμα. Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί η Ιαπωνία μπορεί να πει «όχι». Το ερώτημα είναι γιατί εμείς μάθαμε να φοβόμαστε να το πούμε. Γιατί ξεχάσαμε ότι η εθνική αυτοσυντήρηση δεν είναι ακραία θέση, αλλά θεμέλιο κάθε σοβαρού κράτους. Και γιατί επιτρέψαμε να παρουσιαστεί ως αρετή αυτό που ιστορικά οδηγεί πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα: στην απώλεια της συλλογικής μας υπόστασης. Η Ιαπωνία απλώς έκανε αυτό που κάθε κυρίαρχο έθνος οφείλει να κάνει. Υπερασπίστηκε τον εαυτό της.







