Μετά από 3,5 επιπλέον χρόνια εκδίκασης ενώπιον του Εφετείου, αναμένεται να ανακοινωθεί η απόφαση του δεύτερου βαθμού της λεγομένης «Δίκης της Χρυσής Αυγής».
Βεβαίως, παρά την προπαγάνδα περί του αντιθέτου και δυστυχώς για τους εχθρούς του Εθνικισμού, στη δίκη αυτή ΔΕΝ δικάζεται η Χρυσή Αυγή (άρα ούτε είναι δυνατόν να καταδικαστεί για κάτι). Όπως έχουμε διευκρινίσει αναλυτικά και στο παρελθόν, η ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπει την δυνατότητα άσκησης διώξεων σε βάρος πολιτικών κομμάτων, ούτε βέβαια υφίσταται οποιοσδήποτε τρόπος να κηρυχθεί παράνομο ένα πολιτικό κόμμα .
Αυτός είναι και ο λόγος που οι πολιτικές διώξεις από το 2013 έως σήμερα στρέφονται συγκεκριμένα εναντίον του φυσικού προσώπου του Νικολάου Μιχαλολιάκου, πρώην βουλευτών του Λαϊκού Συνδέσμου – Χρυσή Αυγή, ορισμένων υποστηρικτών του Κινήματος μας αλλά και εναντίον κάποιων εντελώς άσχετων ανθρώπων που βρέθηκαν κατηγορούμενοι μόνο και μόνο για λόγους εντυπώσεων. Αυτούς αφορά το κατηγορητήριο, η πρωτόδικη απόφαση και η απόφαση που πρόκειται να ανακοινωθεί.
Η κεντρική κατηγορία περί «διεύθυνσης/ένταξης σε εγκληματική οργάνωση» κυριολεκτικά ισοπεδώθηκε νομικά. Για περισσότερες από 10 ημέρες, οι συνήγοροι υπεράσπισης εξέθεσαν μια πληθώρα στοιχείων που αποδεικνύουν και στον πλέον αδαή ότι το κατηγορητήριο δεν είναι απλά αστήρικτο, είναι πραγματικά γελοίο. Ενδεικτικά και εντελώς επιγραμματικά αναφέρουμε τα εξής:
- Η νομικά απαράδεκτη πρόταση της εισαγγελέως βρέθηκε να επικαλείται υποθέσεις εκτός δικογραφίας και να υιοθετεί σενάρια τα οποία έχουν εμφανιστεί μόνο στα γραπτά του χρόνιου λασπολόγου της Χρυσής Αυγής, Δημήτρη Ψαρρά. Ενός ανθρώπου ο οποίος αυτοαναγορεύτηκε «ειδικός» χάρη στο φοβερό επιστημονικό του υπόβαθρο ως… αιώνιος φοιτητής πολυτεχνείου.
- Η κατηγορία της «διεύθυνσης» αποδίδεται, από το κατηγορητήριο και την εισαγγελική πρόταση, με έναρξη το 2008. Όμως, ο σχετικός νόμος υφίσταται μόλις από το 2010, άρα δεν έχει εφαρμογή. Η κατηγορία της «ένταξης», ακόμα κι αν γίνει αποδεκτή, στην πραγματικότητα δεν συνιστά τίποτα περισσότερο από ένα πλημμέλημα που έχει ήδη παραγραφεί. Αυτό προέβλεπε ο νόμος που ίσχυε μέχρι το 2001 όταν υποτίθεται πως η πλειοψηφία των «διευθυντών» εντάχθηκαν στην υποτιθέμενη «εγκληματική οργάνωση/συμμορία».
- Δεν βρέθηκε η παραμικρή εντολή στελέχους της Χρυσής Αυγής για την τέλεση αξιόποινων πράξεων. Ελλείψει του παραμικρού στοιχείου, η υποστήριξη της κατηγορίας αναγκάστηκε να επικαλείται γελοία αφηγήματα περί «υποσυνείδητων μηνυμάτων σε δημόσιες ομιλίες» και να πλάθει φαντασιακά σενάρια για το περιεχόμενο απλών τηλεφωνικών κλήσεων.
- Τα αμιγώς πολιτικά κίνητρα πίσω από το στήσιμο των διώξεων αποδείχθηκαν πολλαπλώς. Το ντοκουμέντο του Μπαλτάκου, οι δημόσιες ομολογίες του Αθανασίου και πολλών ακόμα στελεχών της κυβέρνησης, τα νέα ντοκουμέντα των αρχείων Επστάιν, και μια σειρά αποδεδειγμένων «παρατυπιών» εκτέθηκαν στο δικαστήριο. Φυσικά, κανένας από τους εμπλεκόμενους δεν είχε το θάρρος να καταθέσει.
- Περισσότεροι από τους μισούς μάρτυρες κατηγορίας ήταν άτομα που δεν είχαν να εισφέρουν το παραμικρό πραγματικό περιστατικό. Όπως και στον α’ βαθμό, φλυαρούσαν παραθέτοντας πολιτικές τοποθετήσεις και σενάρια που άκουσαν από τα ΜΜΕ. Σύμφωνα με την ίδια την πολιτική αγωγή (δηλαδή τους δικηγόρους που υποστηρίζουν την κατηγορία), 25 εκ των 47 μαρτύρων κατηγορίας ήταν δημοσιογράφοι, πολιτικοί και «διανοητές». Σε αυτούς προστίθενται και πολλοί δήθεν «αυτόπτες μάρτυρες διαφόρων περιστατικών» που κατέθεσαν για υποθέσεις οι οποίες δεν υπάρχουν στη δικογραφία και επομένως μάλλον υπάρχουν μόνον στη φαντασία τους. Το νομικά αδιάφορο παραλήρημα των παραπάνω περιπτώσεων αποτέλεσε, εκ νέου, και βασική αιτία για τη μακρά διάρκεια της διαδικασίας.
- Άτομα που παρουσιάστηκαν σαν «ουδέτεροι αυτόπτες μάρτυρες» στην κεντρική «υπόθεση Φύσσα», αποδείχθηκε ότι ήταν μανιώδεις υβριστές της Χρυσής Αυγής και μέρος του μπουλουκιού των «φίλων» που συγκεντρώθηκαν για να στήσουν ενέδρα σε δύο υποστηρικτές του κόμματος.
- Λοιποί μάρτυρες κατηγορίας άρχισαν να διανθίζουν τις καταθέσεις τους με υποτιθέμενα γεγονότα που είχαν «ξεχάσει» στον α’ βαθμό, να αρνούνται να απαντήσουν στις ερωτήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης, και να… αδιαθετούν αποχωρώντας από την αίθουσα όποτε βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Την ίδια στιγμή, το δικαστήριο δηλώνει ότι δεν έχει καταφέρει να βρει την αυτόπτη μάρτυρα, φερόμενη σύντροφο του Φύσσα, Χ. Τοσλούκου η οποία επί 13 χρόνια αρνείται να καταθέσει (προφανώς για να αποφύγει την ψευδορκία που θα της επιβαλλόταν)!
- Ο φυσικός αυτουργός για τον θάνατο του Φύσσα αποδείχθηκε πως, όχι μόνο δεν είχε λάβει καμία «εντολή» αλλά δεν είχε καν κάποια ιδιαίτερη επικοινωνία με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Μάλιστα, δεν ήταν ούτε ανάμεσα στους παραλήπτες ενός SMS το οποίο βαφτίστηκε αυθαίρετα «εντολή». Αποτέλεσμα, να βρεθεί μόνος του στο σημείο του περιστατικού, όπου όλα δείχνουν πως κατέληξε σε μια κατάσταση αυτοάμυνας (γεγονός που έχει παραδεχθεί δημόσια και αυτόπτης φίλος του θανόντος).
- Οι περιβόητοι «προστατευόμενοι μάρτυρες», που είχαν γίνει το αγαπημένο θέμα των λασπολόγων των ΜΜΕ, αποδείχθηκαν ένα πραγματικό… freak show. Κρυμμένοι πίσω από την ανωνυμία, βαφτίστηκαν «πρώην μέλη της Χρυσής Αυγής» και προέβαλαν τους πιο παρανοϊκούς ισχυρισμούς. Ένας ισχυριζόταν ότι ήταν πανταχού παρών, ενώ δεν ήξερε καν ποια εποχή γίνεται η κεντρικότερη εκδήλωση της Χρυσής Αυγής στις Θερμοπύλες. Άλλος έπλαθε σενάρια για δήθεν παράνομες εκπαιδεύσεις με όπλα που δεν βρέθηκαν ποτέ και σε ανύπαρκτες εγκαταστάσεις του Ελληνικού Στρατού. Μια τρίτη αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι όλες οι φοβερές και τρομερές «γνώσεις» της προέρχονταν από τα αστεία που κρυφάκουγε να λέει ένας πρώην σύντροφός της. Όλοι αποδείχθηκαν άτομα προβληματικά, με ιστορικό χρήσης ουσιών, ψυχιατρικών προβλημάτων, ακόμα και διώξεων για ενδοοικογενειακή βία, τα οποία προφανώς εργαλειοποιήθηκαν με δόλωμα τον εγγυημένο μισθό του «προστατευόμενου μάρτυρα».
Όλα τα παραπάνω είναι η καθαρά νομική διάσταση της υπόθεσης, που σε ένα κράτος δικαίου θα οδηγούσε αναμφίβολα στην απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων από την εξωφρενική κατηγορία της «εγκληματικής οργάνωσης». Εξάλλου, αυτό ακριβώς είχε εισηγηθεί στην πρωτόδικη δίκη η Εισαγγελέας της έδρας κυρία Αδαμαντία Οικονόμου, έχοντας στην διάθεση της την πλειοψηφία των παραπάνω στοιχείων. Με την νομικά άρτια πρότασή της, είχε αποδομήσει τόσο το σαθρό κατηγορητήριο, όσο και την δίκη ιδεών και φρονημάτων που προσπάθησαν να στήσουν τα όργανα του πολιτικού συστήματος, τονίζοντας ότι η ιδεολογία του κάθε κατηγορουμένου δεν μπορεί να αξιολογηθεί ποινικά, είναι νομικά αδιάφορη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αφού το φρόνημα δεν διώκεται.
Όμως, το πολιτικό διακύβευμα της δικαστικής αυτής σκευωρίας είναι πολύ μεγάλο και ενδεχόμενη κατάρρευσή της, μέσω μιας αθωωτικής απόφασης, θα συμπαρέσυρε τους εμπνευστές των πολιτικών διώξεων κατά της Χρυσής Αυγής. Η διπλή κρατική απόπειρα κατά της ζωής του Νικολάου Μιχαλολιάκου και ο παράνομος εκλογικός αποκλεισμός του Λαϊκού Συνδέσμου – Χρυσή Αυγή, κατά παράβαση και καταστρατήγηση του Συντάγματος και της εκλογικής νομοθεσίας, αποδεικνύουν ότι το καθεστώς ακόμα τρέμει την πολιτική έκφραση του γνήσιου Ελληνικού Εθνικισμού.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: υπάρχουν στην έδρα δικαστές που θα τολμήσουν να αψηφήσουν τις πολιτικές πιέσεις και να αποκαταστήσουν το καταβαραθρωμένο κύρος του θεσμού που υπηρετούν, τιμώντας το λειτούργημά τους και σεβόμενοι τον νομικό μας πολιτισμό;
Σε κάθε περίπτωση, δύο είναι τα σίγουρα δεδομένα. Πρώτον, η νομική υπόσταση του πολιτικού κινήματος της Χρυσής Αυγής παραμένει ανεπηρέαστη ανεξαρτήτως της απόφασης της Παρασκευής. Δεύτερον, ως υπερήφανοι Χρυσαυγίτες θα συνεχίσουμε να στεκόμαστε δίπλα στους Συναγωνιστές μας με κάθε τρόπο και υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες!







