Site icon ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

Η αφόρητη ασχετοσύνη πολιτικών και δημοσιογράφων κατακλύζει τα ΜΜΕ

Στην ελληνική δημόσια συζήτηση για τη Μέση Ανατολή «καλπάζει» το φαινόμενο των δημοσιογράφων που αναπαράγουν, με ύφος χιλίων πιθήκων, κάθε τσιτάτο της πιο ρηχής αμερικανο-εβραϊκής προπαγάνδας, θεωρώντας πως έτσι εξυπηρετούν την κυβερνητική γραμμή. Διεξάγοντας «έρευνες» διάρκειας δευτερολέπτων στη Wikipedia και σε μια χούφτα αναρτήσεις από τα social media, αραδιάζουν στο αφελές κοινό τους «αναλύσεις» βασισμένες σε όσα νομίζουν ότι κατάλαβαν, ξεχειλίζοντας από έναν «εκρηκτικό» συνδυασμό άγνοιας και βλακείας. Η όλη κατάσταση θα ήταν απλώς για γέλια, όμως τελικά έχει φτάσει να είναι εθνικά επικίνδυνη. Το υπουργικό επιτελείο του Μητσοτάκη φαίνεται να έχει βυθιστεί στον μικρόκοσμο που δημιουργούν αυτοί και οι κάθε είδους γλείφτες της Νέας Δημοκρατίας, ώστε άρχισε να υιοθετεί δημόσια τα παρανοϊκά τους αφηγήματα, με τους γαλάζιους ψηφοφόρους να υπερθεματίζουν, αναδεικνύοντας το χαμηλότατο επίπεδο ευφυίας που τους χαρακτηρίζει.

Σχεδόν κάθε αναφορά στο Ιράν αρχίζει και τελειώνει με τον πομπώδη χαρακτηρισμό «οι μουλάδες», κι έτσι οι περισπούδαστοι «αναλυτές» μπορούν, πολύ βολικά, να προσπερνούν κάθε ιστορική και στρατηγική λογική. Το πρώτο και πιο βασικό στοιχείο που αγνοείται συστηματικά είναι ότι το Ιράν ανήκει στο σιιτικό δόγμα, δηλαδή στη μειοψηφική πτέρυγα του Ισλάμ, όταν περίπου το 90% των μουσουλμάνων παγκοσμίως είναι σουνίτες. Οι λιγοστοί εκ των «αναλυτών» που φτάνουν έστω να αναφέρουν το παραπάνω γεγονός αδυνατούν να εξηγήσουν τι σημαίνει στην πράξη, δίνοντας την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποια… θεολογική λεπτομέρεια. Έτσι αφήνουν να εννοηθεί ότι το Ιράν είναι κάποιου είδους αυτονόητος σύμμαχος της Τουρκίας και οποιασδήποτε άλλης μουσουλμανικής δύναμης (κρατικής ή τρομοκρατικής).

Στην πραγματικότητα, ο ανταγωνισμός μεταξύ σιιτών και σουνιτών έχει μια αιματοβαμμένη ιστορία αιώνων και αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες που διαμορφώνουν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Αυτό το ισλαμικό σχίσμα ξεκίνησε ήδη από τον θάνατο του Μωάμεθ και αμέσως οδήγησε σε πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των δύο παρατάξεων. Το Ιράν λειτουργεί ιστορικά ως ηγεμονική δύναμη του σιιτικού χώρου, ενώ η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η πλειοψηφία των αραβικών χωρών και όλες οι τρομοκρατικές οργανώσεις που έχουν απειλήσει την Ευρώπη ανήκουν στον ακραιφνώς σουνιτικό κόσμο. Κάθε ευφυής παρατηρητής εντοπίζει εύκολα το φυλετικό υπόστρωμα αυτού του θρησκευτικού διαχωρισμού (αραβικά και τουρκομογγολικά φύλα εναντίον των ινδοευρωπαίων/Αρίων Περσών).

Η κόντρα μεταξύ περσικής/ιρανικής και οθωμανικής/τουρκικής επιρροής αποτελεί σταθερά της ευρασιατικής ιστορίας ήδη από τον 16ο αιώνα, όταν οι Οθωμανοί και οι Σαφαβίδες συγκρούονταν επανειλημμένα για την κυριαρχία στη Μέση Ανατολή και στον Καύκασο. Αυτή η κατάσταση μετέτρεψε την ενίσχυση του σιιτικού μπλοκ σε έναν έμμεσο ιστορικό σύμμαχο για τα ελληνικά συμφέροντα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκαζόταν συχνά να διατηρεί μεγάλα στρατεύματα στα ανατολικά σύνορα εξαιτίας της Περσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε ο Οθωμανοπερσικός πόλεμος του 1821, όταν ο Πέρσης διάδοχος Abbas Mirza, έχοντας την υποστήριξη των Ρώσων, προέλασε από τη Βαγδάτη έως το Ερζερούμ, διασπώντας τις οθωμανικές δυνάμεις κατά τα κρίσιμα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

Η μακροχρόνια αυτή αντιπαλότητα δεν είναι απλώς ιστορικό κατάλοιπο. Συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η Τουρκία στηρίζει διαχρονικά σουνιτικές ισλαμιστικές δυνάμεις, ενώ το Ιράν στηρίζει κυρίως σιιτικές οργανώσεις και κυβερνήσεις. Προφανές πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε η Συρία, όπου η Τουρκία υποστήριξε αντικαθεστωτικές σουνιτικές δυνάμεις, ενώ το Ιράν υπήρξε ο βασικός σύμμαχος της κυβέρνησης Άσαντ.

Κάπως έτσι, η Τουρκία έχει βρεθεί πολλάκις στο ίδιο στρατόπεδο με το Ισραήλ εναντίον των σιιτών και φυσικά παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ. Ο Ερντογάν παλεύει να εμφανιστεί ως νέος σουλτάνος, «προστάτης» όλων των μουσουλμάνων, και σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να χρησιμοποιεί παροδικά αντιισραηλινές ρητορείες (εξαιτίας της κατάστασης στην Παλαιστίνη). Όμως το πραγματικό «αντίπαλο δέος» σε αυτό το σχέδιο τουρκικού επεκτατισμού είναι το θεοκρατικό Ιράν. Άλλωστε, η Τουρκία ήταν το πρώτο μουσουλμανικό κράτος που αναγνώρισε το Ισραήλ, μόλις έναν χρόνο μετά την ίδρυσή του, γεγονός που οδήγησε σε μια σειρά από συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας. Είναι ενδεικτικό πως ακόμη και εν μέσω δήθεν τεταμένων σχέσεων με το εβραϊκό κράτος, ο Ερντογάν απέφυγε επιδεικτικά να σχολιάσει τη δολοφονία του Χασάν Νασράλα από ισραηλινή επίθεση το 2024. Καταλαβαίνει κανείς, μεταξύ πολλών άλλων, πόσο βλακώδης ήταν η πρόσφατη απάντηση του Δένδια σε συνέντευξή του στον Alpha, ο οποίος δήλωσε πως «αν δεν απατώμαι η Χεζμπολάχ είναι αρκετά κοντά στην τουρκική ηγεσία».

Εδώ αναδεικνύεται πόσο τρομακτικά γελοία είναι η δεύτερη επαναλαμβανόμενη ατάκα ότι «το Ιράν βρίσκεται πίσω από την ισλαμική τρομοκρατία». Ποια είναι αυτή η δήθεν «ισλαμική τρομοκρατία»; Είναι η νόμιμη σιιτική παράταξη του Λιβάνου, η Χεζμπολάχ, η οποία χαρακτηρίστηκε «τρομοκρατική» από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ (όχι από την Ελλάδα) λόγω του «αντισημιτισμού» της. Στην πραγματικότητα, επί δέκα ολόκληρα χρόνια οι Ιρανοί «Φρουροί της Επανάστασης», η Χεζμπολάχ και ο Άσαντ πολεμούσαν για να εξαλείψουν τους αληθινούς τρομοκράτες, το λεγόμενο «χαλιφάτο» του σουνιτικού ISIS. Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ, που δήθεν δεν θέλει την τρομοκρατία, παρείχε απροκάλυπτα βοήθεια στους τζιχαντιστές, έχοντας ως στόχο την ανατροπή του Άσαντ. Η ισραηλινή αεροπορία χτυπούσε τις (φιλο)κυβερνητικές δυνάμεις και ισραηλινές ΜΚΟ φυγάδευαν τους ηττημένους προς την Ευρώπη, βαφτίζοντάς τους «πρόσφυγες».

Όσο για τα περί «καταπιεστικού ισλαμικού καθεστώτος», εδώ κι αν περισσεύει η υποκρισία. Αμερικανοί και αμερικανόδουλοι προσπαθούν να μας πείσουν ότι ξαφνικά ενδιαφέρονται για το αν οι Ιρανές θα φορούν ή όχι μαντίλα. Την ίδια στιγμή, στις διάφορες σουνιτικές μοναρχίες του Κόλπου εφαρμόζονται αντίστοιχα (ή και αυστηρότερα) έθιμα, αλλά φυσικά ουδείς ασχολείται όσο δεν ενοχλούν τον εβραίο αφέντη. Αν μη τι άλλο, ο περσικός λαός (μη εξαιρουμένων των γυναικών) επαναστάτησε μαζικά προκειμένου να φέρει την «Ισλαμική Δημοκρατία» και έχει κάθε δικαίωμα να διατηρεί το πολίτευμα της επιλογής του. Εάν λοιπόν ο ίδιος λαός επιθυμεί πλέον μια πολιτειακή μεταβολή, έχει αποδείξει ότι μπορεί να εκφραστεί επαναστατικά και δεν έχει ανάγκη να του βομβαρδίσει τα σπίτια ένας ξένος «δημοκρατικός στρατός».

Συνοψίζοντας, γίνεται σαφές ότι οι πανηγυρισμοί για τα χτυπήματα του Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επίδειξη άκρατης ξενοδουλείας. Με την αποδυνάμωση του Ιράν, η Ελλάδα χάνει έναν ιστορικό αντίπαλο του νεο-οθωμανισμού. Το ότι δεν θρηνούμε πλέον θύματα από τρομοκρατικές επιθέσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική του νεκρού Αγιατολάχ. Έτσι, στο πρόσωπο του Χαμενεΐ η Ευρώπη και ο Χριστιανισμός της Μέσης Ανατολής ίσως έχασαν τον ισχυρότερο εχθρό του επιθετικού σουνιτικού Ισλάμ. Ευχαριστούμε, Ισραήλ…

Exit mobile version