Συνταγματικός κρίθηκε ο νόμος-έκτρωμα της Νέας Δημοκρατίας περί «γάμων ομοφύλων» υιοθεσίας παιδιών από τους «LGBTQ».
Υπενθυμίζουμε ότι (σε αντίθεση με την διαδεδομένη παραφιλολογία) δεν υπάρχει καμία σύμβαση που να αναγνωρίζει την υιοθεσία σαν «ανθρώπινο δικαίωμα». Ακόμα και η περίφημη «ισότητα στον γάμο» δεν επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αφού το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει κρίνει ήδη από το 2010 ότι «το άρθρο 12 εγγυάται την παραδοσιακή έννοια του γάμου ως ένωση ανδρών και γυναικών. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι ορισμένα συμβαλλόμενα κράτη έχουν επεκτείνει τους γάμους σε ομόφυλα ζευγάρια, αλλά υποστηρίζει ότι αυτό αντικατοπτρίζει το δικό τους όραμα για τον ρόλο του γάμου στις κοινωνίες τους και ότι δεν απορρέει από την ερμηνεία των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως δηλώνεται από τα κράτη μέλη της Σύμβασης του 1950». Επομένως, ο νόμος 5089/2024 είναι ξεκάθαρα μια πρωτοβουλία της Νέας Δημοκρατίας που «αντικατοπτρίζει όραμα της για τον ρόλο του γάμου» και κανένας φορέας δεν «ανάγκασε» τους βουλευτές της να τον ψηφίσουν.
Έτσι, το δικαίωμα του παιδιού σε μια φυσιολογική ζωή ακυρώνεται χάρη του δικαιωματισμού και της «woke» ατζέντας, που προωθεί συστηματικά η κυβέρνηση, παρά της δηλώσεις της για το αντίθετο και παρά την (χλιαρή) διαφωνία της εκλογικής της βάσης που καμώνεται ότι διέπεται από Χριστιανικές αξίες. Η παιδική ζωή υποβιβάζεται σε αξεσουάρ για τους ενηλίκους, κατά το ίδιο πνεύμα που θεωρήθηκε «δικαίωμα» και η έκτρωση παρά την ωμή παραβίαση του όρκου του Ιπποκράτη (που την απαγορεύει ρητά).
Για την ιστορία, παραθέτουμε το σκεπτικό των δικαστών του ΣτΕ που τίμησαν το λειτούργημα τους προσπαθώντας να υπερασπιστούν τις παιδικές ζωές, αλλά δυστυχώς μειοψήφησαν:
Οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 5089/2024, με το οποίο τροποποιείται το άρθρο 1350 ΑΚ, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα συνάψεως «γάμου» μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου, λαμβανομένου υπόψη:
(α) ότι η κατά το Σύνταγμα έννοια του γάμου έχει στη χώρα μας δεδομένο ιστορικό, πολιτισμικό και νομικό περιεχόμενο [ως «γάμος» νοείται ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων],
(β) ότι ήδη παρείχετο επαρκής, ισοδύναμη με τον γάμο – και σύμφωνη με τις επιταγές των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και των διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α. και του ΧΘΔΕΕ – προστασία των σταθερών συμβιώσεων ομοφύλων ζευγαριών μέσω του θεσπισθέντος συμφώνου συμβιώσεως, και, συνεπώς, δεν υφίστατο υποχρέωση εκ των ως άνω διεθνών κειμένων προς θέσπιση της επίδικης ρύθμισης και
(γ) ότι, ως εκ των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του, συναπτομένων προς ηθικές, φυσιολογικές και δημογραφικές παραμέτρους, ο κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος προστατευόμενος γάμος (μεταξύ ετεροφύλων) δεν τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με τις ως άνω σταθερές και πραγματικές συμβιώσεις ομοφύλων, και, συνεπώς, ανακύπτει ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της ισότητος εκ της ομοίας νομικής μεταχειρίσεως των δύο αυτών καταστάσεων, αντίκεινται προς το άρθρο 21 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, οι σχετικές με την υιοθεσία αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με γνώμονα αποκλειστικά το συμφέρον του παιδιού. Εν προκειμένω δεν προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη από τον νομοθέτη ειδικές και εμπεριστατωμένες μελέτες, εκτεινόμενες σε βάθος χρόνου, από τις οποίες να προκύπτει η μακροπρόθεσμη επίδραση στη διανοητική, ψυχολογική και κοινωνική ανάπτυξη και εξέλιξη των παιδιών, από τη διαβίωση σε οικογένεια ομοφύλων ατόμων και, κατά συνέπειαν, η ασφαλής ανάπτυξή τους στο πλαίσιο αυτό. Ως εκ τούτου, η κατά τα ανωτέρω συναγομένη από το άρθρο 12 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο του ν. 5089/2024 αναγνώριση της δυνατότητος υιοθεσίας και εν γένει αποκτήσεως κοινού τέκνου στο πλαίσιο των κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του επίδικου νόμου ενώσεων ομοφύλων προσώπων, δεν τελεί, κατά την ίδια γνώμη, σε αρμονία με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 της Ε.Σ.Δ.Α., της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του παιδιού και της Συμβάσεως της Χάγης για τις διακρατικές υιοθεσίες.







