«Ἀπὸ τῆς Πτώσεως τῆς Πόλεως, Μοιρολογάτε Ἐθνικῶς καὶ κάνετε τὶς δουλίτσες Σᾶς περίφημα Ἀτομικῶς. Ἀπὸ δὲ τῆς Ἐλευθερώσεως τῆς Ἐλλαδούλας, ἐφορτώσατε τὰ πάντα στὸ Χάρτινο αὐτὸ Κοκοράκι καὶ πάλι κάνετε τὶς δουλίτσες Σας. Δηλαδή: καὶ πάλι καὶ μόνο ΜΠΑΚΑΛΕΥΕΣΘΕ…»
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Στὴν αὐγὴ μιᾶς χιλιετίας καὶ τὴν ἴδια ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Πατρίδα μας δέχεται πολλαπλὲς προκλήσεις καὶ πιέσεις, τὰ λόγια τοῦ Περικλῆ Γιαννόπουλου ὅτι ἡ Ἑλλάδα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ Μεγάλη ἢ δούλη ἢ καὶ ἀκόμη χειρότερο καὶ ἀπὸ δούλη, ἕνα τίποτε, μία Ἑλλάδα τωρινή, λόγια ποὺ ἔγραφε στὰ 1907 καὶ σήμερα 119 ὁλόκληρα χρόνια μετὰ εἶναι ἐπίκαιρα καὶ αὐτὸ τὸ ΤΙΠΟΤΕ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύει, ἀφήνοντας πίσω του τὶς μεγάλες στιγμὲς τοῦ Ἔθνους μας, στιγμὲς γεμᾶτες δόξα σὲ Μακεδονία καὶ Θράκη, στὴν Σμύρνη καὶ τὸν Πόντο καὶ στὰ βουνὰ τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ στὴν γραμμὴ τῶν ὀχυρῶν Μεταξᾶ καὶ στὶς ἀγχόνες τῶν παλληκαριῶν τῆς ΕΟΚΑ καὶ σὲ ἐκεῖνον τὸν ἱστὸ τῆς Σημαίας μὲ τὴν ἡμισέληνο, ποὺ ἄφησε τὴν στερνή του πνοὴ ὁ Ἐθνομάρτυρας Σολωμὸς Σολωμοῦ. Καὶ στὰ Γαλανὰ νερὰ τοῦ Αἰγαίου, ὅπου τὸ 1996 ἕναν πικρὸ Ἰανουάριο, πέρασαν στὸ Πάνθεον τῶν Ἡρώων τοῦ Ἑλληνισμοῦ τρεῖς γενναῖοι Ἀξιωματικοὶ τοῦ Πολεμικοῦ μας Ναυτικοῦ γιὰ ἕνα Αἰγαῖο πάντοτε Ἑλληνικό, ποὺ “παζαρεύουν” στὰ διεθνῆ φόρα οἱ ἀνάξιοι, ποὺ ἐξουσιάζουν αὐτὸν τὸν τόπο!
«Αὐτὴ εἶναι ἡ Τωρινὴ Ἑλλάς. Ἡ Ἑλλὰς τῶν Κλεφτῶν-ἡρώων. Τῶν Κλεφτῶν Κουτσούρων. Καὶ ἡ Ἑλλὰς τῶν παιδιῶν αὐτῶν. Ἀντὶ ὑψηλῶν Ἀριστοκρατῶν φορτωμένων μὲ τὴν Πατρικὴν Δόξαν τοῦ Πυρὸς καὶ τὴν ἰδίαν Δόξαν Πνεύματος καὶ Εὐγενείας – Τραμπουκογαλάντιδων καὶ τέλος τῶν ἀπογόνων αὐτῶν καὶ τῶν διαδόχων τῶν Συστημάτων τῶν, Κλεφτῶν τοῦ 97, Κλεφτῶν Ἐκφυλισμένων, Κλεφτῶν Ἀνηθίκων, Κλεφτῶν Γραμματοστραβῶν καὶ Γραμματολεπρῶν, Κλεφτῶν ΜΠΟΥΦΩΝ καί, τρισχειρότερον καὶ συνολικότερον ὅλων, ἡ ΕΛΛΑΣ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ.»
Χαρακτηρίστηκε πατέρας τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τοῦ ἑλληνοκεντρισμοῦ καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ, «προφήτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ», «ὁ ἐξοχώτερος τῶν νέων Ἑλλήνων», «ὁ μεγαλείτερος, ὁ εὐγλωττότερος καὶ ὁ φωτεινότερος ἀπόστολος τοῦ κατὰ φύσιν ἑλληνικοῦ ζῆν», «ἅγιος τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας», «ἀηδόνι τῆς ἑλληνικῆς γῆς», «μάγος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας», ἢ ἀκόμη, ἁπλὰ καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα, «ὁ Ἕλλην». Καὶ ἀκόμη, αἰσθητικὸς τῆς ἑλληνικότητος, σουρεαλιστὴς πρὶν τὸν σουρεαλισμό, οἰκολόγος πρὶν τὸ οἰκολογικὸ κίνημα, ἀρχαιολάτρης ἀλλὰ καὶ Ὀρθόδοξος καὶ Βυζαντινὸς μαζί, «ξανθός ἱππότης», μποέμ, χίππης καὶ δανδὴς μαζί, ρομαντικός, ἰδιόρρυθμος, δριμὺς κατήγορος τῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς του.
«Ἑλληνικὴ Φυλὴ τί φωνάζεις; Μπῆκαν κλέφτες στὸ μανδρί; Ἐὰν Σοῦ βαστᾶ ἔμπα διώχτους.»
Ἐνέπνευσε καὶ ἐπηρέασε, ἄμεσα καὶ ἔμμεσα, συχνὰ ἀποφασιστικά, διανοητές, ποιητὲς καὶ καλλιτέχνες, πολιτικούς. Ποιητὲς καὶ καλλιτέχνες τὸν ὕμνησαν (Κωστῆς Παλαμᾶς («ὁ Ἀντίνοος ἔφηβος, ὁ πιὸ λαμπρὸς ποὺ ζοῦσε»), Ἄγγελος Σικελιανός («Κι ἔφερε ἡ φήμη … μοναχὸ κριτὴ τὸν Ἥλιο»), Μιλτιάδης Μαλακάσης («σ᾿ εὐλάβεια μνήμης, ὦ Ἀπολλώνιε ζῆσε, Νέος μαζὶ κι Ἀρχαῖος»), Μυρτιώτισσα («Εὐγενικέ μας φίλε…»)) καὶ ἐμπνεύστηκαν ἀπὸ αὐτόν (Γιῶργος Σεφέρης, Ὀδυσσέας Ἐλύτης καὶ ὁλόκληρη ἡ Γενιὰ τοῦ ᾿30, Δημήτρης Πικιώνης, Ἄρης Κωνσταντινίδης, Γιάννης Τσαρούχης, Κώστας Φέρρης, Λίνος Καρζής, Κ. καὶ Γ. Κατσίμπαλης, Ἀγγελικὴ Χατζημιχάλη κ.ἄ.). Ὁ Ἴων Δραγούμης ἔγραψε γιὰ τὸν Γιαννόπουλο: «…μοῦ φάνηκε σὰν τὸν βοριὰ τὸν παγωμένο ποὺ μανιασμένος σαρώνει τοὺς βρώμιους ἀπὸ μικρόβια ἀέρηδες καὶ ἀπὸ κάθε βρώμα ἢ σκουπίδι καθαρίζει τὸν κόσμο… Σ᾿ αυτοῦ τὸν ρυθμὸ τὴ ζωή μου τονίζω.»

