Εκπρόσωπος της γενιάς του ’30 ο Σεφέρης ήταν πατριώτης και αντικομμουνιστής. Άλλοι ήταν Εθνικιστές. Δεν τόλμησαν, όμως, να περάσουν την κόκκινη γραμμή και να συμπορευτούν με το ποτάμι του Εθνικισμού, που συνετάραζε όλη την Ευρώπη εκείνη την εποχή. Δεν είχαν την δύναμη την ψυχική γιατί υπήρξαν αρρωστημένα αστοί.
Ο ίδιος ο Σεφέρης λέει ότι στην Μέση Ανατολή είναι «περιστοιχισμένος από διάφορους παράγοντες και μύγες της ‘πολιτικής αποστολής. Είναι κιόλας για καρπάζωμα» (έναν υπουργό της κυβερνήσεως του Καϊρου εννοεί), λέει ακόμη ότι προσγειώνονται στην έρημο, όπως οι μύγες στα κόπρανα). Δηλώνει ξένος από αυτή τη «θλιβερή πολιτική» όπως την ονομάζει. Σε άλλο σημείο μιλάει για τους «δύο ελεεινούς ναυάρχους που στον απληροφόρητο κοσμάκη παρουσιάζονται σαν άνθρωποι πυγμής», ενώ τον Τσουδερό αποκαλεί «ανθρώπινη χαλκομανία που λέγεται άρχοντάς μας», αναφερόμενος στα έργα των υπουργών τους θεωρεί «ένα κουβάρι από σκουλήκια», «πολιτικατζήδικα τερτίπια, μικρά και τριμμένα».
Αναφερόμενος σε ένα βράδυ που πήγε στο Σέπαρντ γράφει ότι ήταν εκεί «και οι διάφορες τσούλες της πολιτικής», ότι «είναι όλοι για κλάματα» και η «σημερινή κουζίνα» είναι η πολιτική του Παπανδρέου. «Η μερμηγκοφωλία της ΄Μπρετάνιας εξακολουθεί να παραπατά χωρίς απόφαση» και «σε πιάνει η βρώμα από το λαιμό», με την «κοινωνία των ικετών» και τους «ηλίθιους κρατούν τα πόστα».
Για το βασιλιά Γεώργιο λέει ότι είναι «άνθρωπος με νοημοσύνη ασφαλώς, αλλά χωρίς ρίζες στον τόπο, χωρίς πνοή, χωρίς ακτινοβολία, έρημος, αδιάφορος, απομονωμένος από το χαρακτήρα του και τις ατυχίες της ζωής του, έκαμε τίμιες εκλογές, και, μόλις σκόνταψε στις πρώτες δυσκολίες, βολεύτηκε και κόλλησε στην πιο εύκολη λύση: τη δικτατορία».

