Η 1η Ιουλίου του 1913 είναι μια πολύ σημαντική ημερομηνία για τη Δράμα, καθώς τότε ο Ελληνικός Στρατός υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Νικολάου Μιχαλόπουλου μπήκε στην πόλη, βάζοντας τέλος στο ζυγό μετά από περισσότερο από μισή χιλιετία. Ιστορικά, η απελευθέρωση της Δράμας ανήκει στο πλαίσιο των πολεμικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.
Όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Οι δραματικαί περιπέτειαι της Δράμας μέχρι της απελευθερώσεως αυτής», η έναρξη του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου βρήκε την Ελλάδα σύμμαχο της Σερβίας, της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου. Η Δράμα, όπως και όλη η βόρειος Ελλάδα, ήταν υπό την κατοχή των αγαρηνών. Η τελευταία σκιά της άλλοτε κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κλονιζόταν ήδη ισχυρά, υπό το βάρος της επικείμενης επίθεσης των συνασπισμένων στρατών της Βαλκανικής που αγωνίζονταν για να απελευθερώσουν τα εκάστοτε εθνικά εδάφη.
Η πορεία των επιχειρήσεων έφερε τελικά τον Ελληνικό Στρατό στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Βουλγαρία κατέλαβε τον Νοέμβριο του 1912 την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, και συνεπώς και τη Δράμα. Έκτοτε, και για οκτώ μήνες, η πόλη παρέμεινε υπό νέα κατοχή, την βουλγάρικη. Με την έναρξη του δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου στις 17 Ιουνίου του 1913, οι Βούλγαροι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους τέως συμμάχους τους, τους Έλληνες και τους Σέρβους. Η απληστία και η υπεροψία τους τους εμπόδιζε να αντιληφθούν ότι μειονεκτούσαν έναντι των αντιπάλων τους. Έτσι, η μία μετά την άλλη οι ελληνικές πόλεις απελευθερώνονται, όπως συνέβη και με τη Δράμα την πρώτη Ιουλίου. «Πήραμε την Θεσσσαλονίκη μας, τας Σέρρας τας ωραίας και την Δράμα», τραγουδούσαν σε εμβατηριακούς ρυθμούς οι Έλληνες της εποχής!
Στη Δράμα ήδη από τον Απρίλιο του 1913 είχε διακοπεί κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο, ταχυδρομική και τηλεγραφική. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες είχαν από καιρό δημιουργήσει κλίμα τρομοκρατίας, και όλα έδειχναν ότι υπήρχε σχέδιο με στόχο τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Παρά την καθησυχαστική συμπεριφορά του στρατιωτικού και πολιτικού διοικητή, ο μητροπολίτης Δράμας Αγαθάγγελος αποκάλυψε εκτελέσεις πολιτών, συλλήψεις και κακοποιήσεις ιερέων, ατιμώσεις γυναικών, και συλήσεις ναών. Αποκορύφωμα όλων αυτών των βιαιοπραγιών υπήρξε η πυρπόληση του Δοξάτου και η σφαγή των κατοίκων του, στις 30 Ιουνίου του 1913.







