28 δισεκατομμύρια τα έσοδα από φόρους το πρώτο 5μηνο του 2026 – στα 3,65 δισ. ευρώ το πρωτογενές πλεόνασμα
Υπερπλεόνασμα το οποίο υπερβαίνει τους κρατικούς «στόχους» (ήτοι τις δεσμεύσεις των πολιτικάντηδων στους ευρωτοκογλύφους) κατά 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ φανέρωσε η δημοσίευση του προϋπολογισμού για το διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 2026. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, τα δημόσια έσοδα κρατάνε σε υψηλά επίπεδα κυρίως ο ΦΠΑ και οι φόροι εισοδήματος, ενώ πτώση παρατηρήθηκε στις εισπράξεις από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης.
Αυξημένα εμφανίστηκαν και τα έσοδα από την φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, η οποία όμως βαραίνει κυρίως τα χαμηλά στρώματα με τον ΕΝΦΙΑ, καθώς η κυβέρνηση «φρόντισε» να μειώσει τους σχετικούς συντελεστές στα πανάκριβα προάστια στα οποία διαμένουν οι… χρηματοδότες της, αλλά και πολλοί μεγαλοαστοί ψηφοφόροι της. Στα… έσοδα συνυπολογίστηκαν και τα χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης και τις ευρωπαϊκές μεταβιβάσεις, τα οποία στην ουσία προέρχονται από την φορολόγηση των Ευρωπαίων πολιτών (μεταξύ των οποίων και οι Έλληνες!), και τα οποία κατόπιν οι Βρυξέλλες τα «ξανα–επιστρέφουν» με την μορφή… χορηγήσεων/επιδοτήσεων, όπως ακριβώς μοιράζονται οι (δικές μας και όλας εν προκειμένω) χάντρες σε ιθαγενείς, για να στηθεί επικοινωνιακά η αισχρή φιλελεύθερη προπαγάνδα που θέλει την Ευρώπη τάχα να μας… «προσφέρει λεφτά»!
Με τέτοια «ικανότητα» στην… φορομπηξία (για την οποία κάποτε οι Νεοδημοκράτες κατηγορούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα), λογικό δεν είναι να προστρέχει η κυβέρνηση, πολύ πριν ακόμα και από τις προκαθορισμένες περιόδους αποπληρωμής, να καταβάλλει «έγκαιρα» τα δυσβάσταχτα «χρωστούμενα» στους «εταίρους δανειστές», αφαιμάζοντας συστηματικά την ελληνική οικονομία; Και μάλιστα για ένα χρέος το οποίο, εν πολλοίς, το δημιούργησαν οι τράπεζες, οι μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα ενταύθα δουλικά τους, και όχι ασφαλώς ο ελληνικός λαός στη πλειονότητά του.
31% κάτω από το 2009 η αγοραστική δύναμη
Παρά την υποτιθέμενη «βελτίωση» κάποιων οικονομικών δεικτών και τη φαινομενική αύξηση του ΑΕΠ, η καθημερινότητα των εργαζομένων παραμένει δύσκολη, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για το 2026 του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος. Η έκθεση τονίζει πως οι πραγματικοί μισθοί εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής, ενώ η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες ώρες εργασίας στην Ευρώπη, χωρίς οι αποδοχές να ακολουθούν ανάλογη πορεία.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία για τη φτώχεια των εργαζομένων, τη μακροχρόνια ανεργία και τις οικονομικές δυσκολίες των νοικοκυριών. Πάνω από τους μισούς ανέργους παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για περισσότερο από έναν χρόνο, ενώ σχεδόν το 35% των οικογενειών με παιδιά εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας! Οι νέοι και τα άτομα με αναπηρία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην απασχόληση, ενώ οι εισοδηματικές ανισότητες παραμένουν υψηλές.
Το Ινστιτούτο αποδίδει την εικόνα αυτή στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση και λιγότερο σε παραγωγικές επενδύσεις. Η έκθεση υπογραμμίζει την ανάγκη μετάβασης σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο με έμφαση στη βιομηχανία, την καινοτομία, την τεχνολογία και τη δημιουργία καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.

