Ακριβώς όπως η επίσημη γλώσσα, έτσι και η επίσημη πόλη είναι καθαρεύουσα. Ακριβώς όπως η γλώσσα, έτσι και η πόλη αποτίναξε κάθε μεταγενέστερη κληρονομιά, γύρεψε να μηδενίσει τον ενδιάμεσο χρόνο. Κανείς δεν αποτόλμησε να χτίσει ένα καινούριο μνημείο στον Λυκαβηττό ή τον Αρδηττό, ούτε και χρειαζόταν. Και αν κάτι πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα, είναι το σιωπηρό δημοψήφισμα: όπως όλη η Ελλάδα ενέκρινε την επιλογή του Όθωνα και έσπευσε να κατοικήσει στην καινούρια πρωτεύουσα, έτσι και όλοι συμφώνησαν με την καθαρεύουσα μορφή της πόλης, όπως άλλωστε και με την καθαρεύουσα γλώσσα. Ο νεοκλασικισμός επικράτησε σαρωτικά, και όπως όλοι πρόσθεταν μια αρχαιοπρεπή κατάληξη στις λέξεις για να αρχαΐσουν, κι έλεγον παιδίον το παιδί και βασιλέα τον βασιλιά, έτσι όλοι έφτιασαν γύψινες κολόνες στις γωνιές των σπιτιών ή μικρά, φτηνά ακροκέραμα στις στέγες-τους. Το ίδιο όπως ονοματίσθηκαν με αρχαία ονόματα και αρχαία επίθετα που να καταλήγουν σε -ίδης και σε -άδης, ή όπως ονομάτισαν τα μαγαζιά-τους με αρχαιοπρεπείς επιγραφές «οπωροπωλείον», «αρτοποιείον» και τα παρόμοια. Και όλα αυτά με άκρα σοβαρότητα χωρίς ίχνος γελοίου.
«Η Αθήνα είναι η μόνη πόλη στον κόσμο», έγραφε στα 1913 ο Γουσταύος Φουζέρ, «όπου μερικές καταστάσεις, που αλλού θα φαινόντουσαν υπερβολές μυθιστοριογράφου, δεν αγγίζουν την παραδοξολογία. Αν ο Αριστοφάνης ανασταινόταν ξαφνικά, στην Αθήνα θα ήταν που θα ένιωθε περισσότερο στα νερά-του. Σε μερικές ώρες θα είχε εξοικειωθεί με τους ρωμέικους βαρβαρισμούς και σολοικισμούς και με τους νεοτερισμούς της σημερινής προφοράς. Μα αμέσως, δίχως καμιά προετοιμασία θα μπορούσε να διαβάσει τις επιγραφές στα μαγαζιά, και να μπει σ’ έναν κρεοπώλη ή αλαντοπώλη ή αρτοπώλη, λέγοντας πάλι, όπως στους «Ιππείς»: «Εις ούτωσί πώλης. Τί τούντεΰθεν; Λέγε. —Με τι τούτον, αύθις προβατοπώλης δεύτερος», κλπ.
ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΔΙΑΜΟΡΦΩΤΗ
Αν τώρα όλα αυτά θελήσουμε να τα εννοήσουμε ιστορικά, δηλαδή όχι να τα κρίνουμε, παρά να τα εντάξουμε στο δικό-τους πλαίσιο, θα διαπιστώναμε, νομίζω αβίαστα, ότι η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Αθήνας στον 19ο αιώνα —κυρίως, αλλά και ώς τις μέρες-μας— εκφράζει δύο τάσεις που στη λογική-μου αποτελούν καίρια χαρακτηριστικά της κοινωνίας. Η πρώτη είναι να προβληθεί η αρχαιοελληνική διάσταση της νεοελληνικής ταυτότητας. Η δεύτερη είναι η ισχυρή παρουσία του ιδιωτικού: ιδιωτικά σπίτια, ιδιωτικές δωρεές, έλλειψη δημόσιων μνημείων. (σελ. 85–86)
πηγή: Αλέξης Πολίτης – Ρομαντικά χρόνια, Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830–1880, Ε.Μ.Ν.Ε. Μνήμων.

