Η μάχη στην οποία σκοτώθηκε ο τελευταίος απόγονος του Κολοκοτρώνη και ο θρυλικός Μαύρος Καβαλάρης, ο Ήρωας Βελισσαρίου.
Κατά τον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο, ο Ελληνικός Στρατός με αρχιστράτηγο τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ ανέλαβε να ελευθερώσει τις περιοχές της Μακεδονίας που ήταν υπό βουλγάρικη κατοχή. Η μάχη στα στενά της Κρέσνας ήταν η αποκορύφωση του πολέμου και το τελειωτικό χτύπημα για τη Βουλγαρία. Στη φονικότατη μάχη της Κρέσνας σκοτώθηκαν ο τελευταίος απόγονος του Κολοκοτρώνη και ο απελευθερωτής των Ιωαννίνων, Βελισσαρίου.
Στις 12 Ιουλίου, τα Ελληνικά στρατεύματα εξαπέλυσαν επίθεση στον δεξιό και κεντρικό τομέα του μετώπου. Όμως, η σθεναρή αντίσταση των αντιπάλων, το ανώμαλο έδαφος και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, δεν επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα και η ελληνική πλευρά μέτρησε τους πρώτους νεκρούς της μάχης. Εκεί σκοτώθηκε και ο τελευταίος απόγονος του Γέρου του Μοριά, ο Ταγματάρχης Γεώργιος Κολοκοτρώνης, ο οποίος και ενταφιάστηκε, σε συνθήκες πολέμου, χωρίς δόξα και τιμή στην τοποθεσία «Ονιάρ Μαχαλά». Την επόμενη μέρα στις 13 Ιουλίου, η επίθεση εντάθηκε και η αμυντική γραμμή των Βούλγαρων έπεσε στον τομέα Βίντρεν. Ωστόσο, τη νύχτα της 14ης προς 15η Ιουλίου οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και συμπτύχθηκαν στην περιοχή της Άνω Τζουμαγιάς.
Ο Ιωάννης Βελισσαρίου, ο απελευθερωτής των Ιωαννίνων, υπήρξε επιφανής αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μάχη του Μπιζανίου, μεταξύ του Ελληνικού και του τουρκικού στρατού στο μέτωπο της Ηπείρου, κατά τον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο. Στον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, ο Βελισσαρίου συνέχισε με την ίδια πολεμική δεινότητα. Συμμετείχε μεταξύ άλλων και στη μάχη του Λαχανά, όπου κινούμενος έφιππος και ακάλυπτος περνούσε από τις θέσεις όλων των ανδρών του για να τους εμψυχώνει. Έτσι, κέρδισε την προσωνυμία «Μαύρος Καβαλάρης». Στις 12 Ιουλίου του 1913 συμμετείχε με άλλες δυνάμεις στη μάχη της Κρέσνας, και ανέλαβε από το Γενικό Στρατηγείο να περικυκλώσει το άκρο της αμυνόμενης βουλγαρικής παράταξης προς το Ουράνοβο. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της μάχης για τη κατάληψη του υψώματος 1378, στο οποίο είχαν εγκατασταθεί οι βουλγάρικες δυνάμεις, ο Βελισσαρίου και οι άνδρες του αντιμετώπισαν ισχυρή αντίσταση, ενώ οι απώλειες των Ελληνικών δυνάμεων ήταν μεγάλες.
Στη πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης, και αφού προηγουμένως είχε πολεμήσει με πέτρες και βράχους τους Βούλγαρους λόγω έλλειψης πυρομαχικών, ο Βελισσαρίου σηκώθηκε όρθιος και κραδαίνοντας το περίστροφό του φώναξε ώστε να ακουστεί από όλους: «Όποιος θέλει την νίκη ή αλλιώς τον θάνατο ας με ακολουθήσει». Πρώτος άρχισε να τρέχει προς τον εχθρό. Πίσω του, συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό του διοικητή τους, όρμησαν οι Εύζωνοί του. Το θεριστικό πυρ των εχθρικών πολυβόλων προκάλεσε μεγάλες απώλειες στο τάγμα, το οποίο όμως συνέχιζε να πολεμά. Κάποια στιγμή ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου, τραυματισμένος, έπεσε στο έδαφος. Μεταφέρθηκε σε κάποιο ορεινό χειρουργείο, στο οποίο άφησε την τελευταία του πνοή.







