ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΙΤΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΝ
Ώρα όμως να αναζητήσουμε αν και πώς ο διανοητικός αυτός διχασμός στηρίζεται σε κάποιες ανάλογες κοινωνικές αιτίες. Γιατί αν κάτι προκύπτει σαφώς, νομίζω, από τα όσα εκθέσαμε — αλλά και από τα όσα αναγκαστικά έμειναν έξω— είναι πως οι αντιφάσεις είναι ενδογενείς· δεν εκφράζουν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, ή έστω διαφορετικές κοσμοθεωρίες — όχι. Αποτελούν παλιμβουλίες του ίδιου κοινωνικού σώματος, είναι ακριβώς, αντιφάσεις, όχι αντιπαλότητες.
Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα άλλωστε, δεν διακρίνουμε σαφώς διαρθρωμένες κοινωνικές ομάδες, πολύ περισσότερο τάξεις κοινωνικές, με συνείδηση του εαυτού-τους και αντίπαλα συμφέροντα. Οι αντιθέσεις που έθρεφε η κοινωνία δεν ήταν τέτοιες ώστε να αποκτήσουν αυτοτελή μορφή, να συσπειρωθούν σε οργανωμένα σύνολα ώστε να βγουν στην επιφάνεια συγκροτημένα συστήματα απόψεων, αντιλήψεων, ιδεολογιών, νοοτροπιών. Από το ατομικό, το ιδιωτικό, περνάμε, όπως είδαμε, κατευθείαν στο εθνικό επίπεδο, δίχως τη μεσολάβηση «μερικών» συνόλων. Δεν είχαμε, ας πούμε, ένα κόμμα εμπόρων είτε διαμορφωμένο πολιτικά είτε διαμορφωμένο σε ομάδα πίεσης είτε απλώς συσπειρωμένο ιδεολογικά γύρω από μία άποψη – ή κόμμα αγροτικό —των μικροϊδιοκτητών ή των μεγαλοκτηματιών— ή κόμμα του κεφαλαίου ή κάτι άλλο.
Η κοινωνία έμεινε ρευστή, χαλαρά οργανωμένη είτε γύρω από κάποιες ηγετικές προσωπικότητες —που όμως δεν εκπροσωπούσαν τάσεις συμφερόντων— είτε, συχνότερα, γύρω από τοπικούς δεσμούς: οι Κρητικοί, οι Μανιάτες, η μία ή η άλλη πολιτεία, το ένα ή το άλλο χωριό. Η βαρύτητα που διατηρεί η τοπική συνείδηση σ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα είναι καλός μάρτυρας της έλλειψης διαφορετικών τύπων κοινωνικής οργάνωσης. Ο τοπικισμός, συναίσθημα αρχαϊκότερο από την εθνική συνείδηση, επιβιώνει παρά την ανάπτυξη-της, χάρη στην ισχυρή ανάγκη του ατόμου να βρει κάποιο στήριγμα, κάποιο πλέγμα κοινωνικό μερικότερο, πιο κοντά στα μέτρα-του.
Τα πολιτικά κόμματα στηρίζονταν στις «πελατειακές» πολιτικές σχέσεις, ο τύπος εξυπηρετούσε ιδιώτες, γι’ αυτό και ήταν πάντα πολυάριθμος —σε μία στατιστική της εποχής διαβάζουμε πως το 1843 στην Αθήνα έβγαιναν 26 εφημερίδες, το 1853 είναι 35 και το 1873 (όταν ο πληθυσμός-της μαζί με τον Πειραιά μόλις έφτανε τις 60.000) φθάνουν τις 727— οι διάφοροι σύλλογοι, οργανώσεις, σωματεία ήταν απροσμέτρητοι. Αλλά, όπως ξέρουμε, όσο ο παρονομαστής μεγάλωνε, τόσο μικραίνει η αξία του κλάσματος. Άτομα βρίσκουμε και πίσω από τους συλλόγους και τις εταιρείες.
Έτσι και η κοινωνία και η οικονομία στηρίχτηκαν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, αυτή κινούσε τα νήματα. Μόνος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα άτομα, το υπερτροφικό «εθνικό»· το «μερικό», ταξικό ή στενότερο, δεν συγκροτήθηκε ώστε να πάρει μορφή και να υπάρξει. Αυτό συνέβη ενδεχομένως γιατί η κοινωνία ήταν μικρή, ολιγάριθμη-ή, πιθανότερο, γιατί το αλυτρωτικό πρόβλημα ήταν τόσο πιεστικό και οξύ που δεν άφηνε κοινωνικά περιθώρια ή τέλος, επειδή η δυνατότητα της μετανάστευσης χάρη στο πολύκλαδο δίκτυο παροικιών που είχε δημιουργηθεί ήδη πριν από την επανάσταση επέτρεπε τις ατομικές εκτονώσεις προτού συγκροτηθούν σε ομάδες: οι φτωχοί εκπατρίζονταν, δεν δημιουργούσαν πυρήνες προλεταρίων στις παρυφές των πόλεων.
Έχω την τάση να πιστεύω πως όλες αυτές οι αντιφάσεις, οι παλιμβουλίες που διαρκώς ταλανίζουν τη νεοελληνική διανόηση σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που μελετάμε, είναι απλώς προϊόν αυτής της ιδιότυπης κοινωνικής ισορροπίας, όπου οι ενδοκοινωνικές συγκρούσεις δεν αναπτύχθηκαν, δεν οδήγησαν σε ρήξεις ή σε εκρηκτικές καταστάσεις. Προϊόν μιας κοινωνίας όπου το «μερικό» δεν συγκροτήθηκε, γι’ αυτό το «εθνικό» έμεινε ο μόνος οδηγός.
ΕΘΝΙΚΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
Κι έτσι όταν το «εθνικό» βρέθηκε σε κίνδυνο, όταν δηλαδή φάνηκε πόσο δυνατές ήταν οι αντίπαλες εθνικές απαιτήσεις —των Βουλγάρων, των Ρουμάνων, των Τούρκων αργότερα— η ελληνική συνείδηση προσπάθησε να οχυρωθεί πίσω από έναν λόγο ρητορικό, που θέλοντας να επιχειρηματολογήσει με ολοένα και περισσότερο πείσμα —πείσμα γιατί κανείς δεν άκουγε· ποιος ν’ ακούσει, οι Βούλγαροι ή οι Τούρκοι;— για τα εθνικά-μας δίκαια, αδιαφόρησε, φυσιολογικά, για την εσωτερική λογική των όσων διακήρυσσε. Ακριβώς γιατί δεν αποσκοπούσε στην πειθώ, ακριβώς γιατί δεν αποσκοπούσε να ανατρέψει τα επιχειρήματα του αντιπάλου, παρά να ενθουσιάσει το εθνικό ακροατήριο —που ήδη βέβαια συμφωνούσε και υπερθεμάτιζε— ο λόγος του 19ου αιώνα οδηγήθηκε στη ρητορική, στα επίθετα, στην έξαρση. Όταν, γύρω στο 1850, ο Σολωμός έγραφε τον «Πορφυρά», ένας φίλος-του «του επαρατήρησε», μας λέει ο Πολυλάς, «ότι το έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. —Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε, ξέρουμε, ευθύς ο Σολωμός. Ξέρουμε όμως και με τι απογοήτευση δέχθηκε το κοινό όχι μόνον τον «Πορφυρά», αλλά όλα τα Ευρισκόμενα του ποιητή.
Αντίθετα, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, που φρονούσε πως «το καθήκον είναι διπλούν επιστημονικόν άμα και εθνικόν», που δήλωνε πως «όσον θα ίσταμαι όρθιος θα έρχομαι εδώ», στο πανεπιστήμιο, «και θα ορθοτομώ» θα ερμηνεύω, «τον λόγον της εθνικής αληθείας», στάθηκε από τους ηγέτες της γενιάς-του.
Όταν κάναμε λόγο για τη Μεγάλη Ιδέα, ακούσαμε μια περιγραφή της βάπτισης του διαδόχου Κωνσταντίνου, το 1868, από τον Ανδρέα Συγγρό. Σχολιάζοντας τη γενική συγκίνηση, πρόσθετε ότι τότε οι Έλληνες «έζων μάλλον δια της φαντασίας ή δια της θετικότητος». Όλη-μας η προσπάθεια, όλη ετούτη η εξιστόρηση αυτό προσπαθεί να φωτίσει: τη φαντασία, τη θετικότητα και τους αρμούς που τις συνάπτουν, θα πρέπει, εδώ στο τέλος, να ξαναφέρουμε στον νού-μας τα όσα είπαμε για το «ειδικό βάρος» της ποίησης. Έχω την υποψία πως αυτή η ποιητική ανάγκη αποτελεί το λεπτό πλέγμα που συγκρατεί τα σκόρπια μέλη σε σύστημα: λειτουργεί σαν ασφαλιστική βαλβίδα· εκτονώνει το κάθε άτομο ή και το κοινωνικό σύνολο, που καταφεύγει στην ποίηση όποτε αισθάνεται τα χάσματα ή τις αντιφάσεις του συστήματος.
Ως σύνολο. Στην ποίηση καταφεύγει, επικουρικά, κάθε κοινωνία-όμως στα χρόνια που εξετάζουμε και το φαινόμενο παρουσιάζει ειδική έξαρση, και -η καθαρεύουσα γλώσσα του δίνει έναν εντονότερο χρωματισμό. Ποίηση, ρητορεία, καθαρεύουσα: αυτό το τρίπτυχο πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ενιαία.
Αλλά και ατομικά η ποίηση είναι κανονικά νόμιμο και κοινό καταφύγιο· μόνο που στη δική-μας περίπτωση οι αριθμοί είναι πολύ εντυπωσιακοί, επιτρέπουν να περάσουμε από το ποσοτικό στο ποιοτικό. Σε τρεις χιλιάδες ελογάριαζε ο Ν. Γ. Πολίτης τους ποιητές της εποχής-του- ακόμα κι αν η «στατιστική»-του είναι υπερβολική, μια απλή ματιά στη βιβλιογραφία δείχνει πόσο υψηλά είναι, οπωσδήποτε, τα νούμερα. Η ποίηση αποτελούσε μέσο κοινωνικοποίησης για τα άτομα – σε μια κοινωνία χαλαρή, ο ποιητής ενωνόταν, μέσω της ποίησης, με το εθνικό σώμα. «Α, τέλος πάντων, ιδού εις δεσμός, ιδού έν ελατή οίον», η φιλοπατρία, «συνδέον προς την γην, προς την κοινωνίαν, προς το γένος τον ημέτερον ποιητήν! —Απάτη. Βέβαια ο ποιητής-μας αγαπά την πατρίδα, όσον αγαπώμεν αυτήν εγώ και σύ», έγραφε στα 1860 ο Σπ. Ζαμπέλιος, «αλλά την αγαπά προσέτι και δι’ έτερόν-τινα λόγον μυστικόν. Επιτρέπεται να τον φανερώσωμεν; Την αγαπά δια την ιδίαν αυτού δόξαν την πανηγυρίζει, ως παρέχουσαν αυτώ την αφορμήν ν’ αποθανατίσει το ίδιόν-του όνομα εξυμνών τα κλέη-της, ως γεννήσασαν πρόσωπα λυρικά και μελοδραματικά. (…) Εν βραχυλογία ο ποιητής-μας, φιλεί μεν όσον ημείς αυτοί την νοσούσαν, και ρακοφορούσαν, και πεζοβατούσαν ταύτην Ελλάδα της χυδαίας πραγματικότητος, αλλά λατρεύει εξαιρέτως την αφηρημένην άλλην Ελλάδα της φαντασίας-του».
Πενήντα χρόνια περίπου ύστερα από το τέλος της εποχής-μας, το 1928, όταν ο κύκλος των εθνικών συνειδήσεων είχε ολοκληρωθεί, οδυνηρά, όπως όλα τα ανθρώπινα, με τη Μικρασιατική καταστροφή, ο Καρυωτάκης είχε φτάσει, ώς τη συνειδητοποίηση του φαινομένου:
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε. (σελ. 144–148)
πηγή: Αλέξης Πολίτης – Ρομαντικά χρόνια, Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830–1880, Ε.Μ.Ν.Ε. Μνήμων.

