Ήταν 27 Σεπτεμβρίου του 1905 στην κεντρική πλατεία του Μοναστηρίου οι Τούρκοι σπρώχνουν έναν υπερήφανο αντάρτη. Τέτοια είναι η όψη και η παλικαριά του που θα νόμιζε κανείς ότι κάποιος αρματολός του 21 μπέρδεψε το νήμα της ιστορίας. Είναι ο θρυλικός καπετάν Κώττας, ο «Αετός των Κορεστίων», που επί 8 χρόνια χτυπούσε τους Τούρκους και τόσο τον έτρεμαν οι Βούλγαροι ώστε δεν τολμούσαν να τον πλησιάσουν στα ίσια, μα όλο προσπαθούσαν να τον πάρουν με το μέρος τους ενώ κατεργάζονταν την δολοφονία του.
Στα πρώτα του χρόνια ασχολήθηκε με τη γεωργία, καλλιεργώντας τα λιγοστά κτήματα της πατρικής περιουσίας και ευκαιριακά ως οικοδόμος και τσαγκάρης. Αργότερα άνοιξε ένα χάνι, που ήταν ταυτόχρονα και παντοπωλείο. Παράλληλα, αναμίχθηκε στα κοινά της περιοχής και διετέλεσε μουχτάρης (κοινοτάρχης) στη Ρούλια. Ανυπότακτο πνεύμα, έτρεφε μεγάλο μίσος για τους τούρκους κατακτητές. Η ζωή του πήρε δραματική τροπή το 1898, όταν σκότωσε τον τούρκο μεγαλοτσιφλικά Κασίμ Μπέη, που καταδυνάστευε την περιοχή της Φλώρινας. Πήρε τα όρη και τα βουνά και κατέφυγε στο Βίτσι, όπου σχημάτισε τη δική του ένοπλη ομάδα.
Τότε τον προσέγγισε η λεγόμενη «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (VMRO) που ελεγχόταν από την Βουλγαρία. Εκείνη την περίοδο το Βουλγαρικό Κομιτάτο προσπαθούσε να προσεταιριστεί Ορθοδόξους σαν τον Κώττα με το ύπουλο σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες», που απέκρυπτε τα ανθελληνικά τους κίνητρα. Οι Βούλγαροι αξιωματικοί είχαν καταλάβει πως η πραγματική τους ταυτότητα ήταν ανεπιθύμητη στους ντόπιους. Έτσι, εκμεταλλεύθηκαν την απραξία του ελληνικού κράτους και προωθούσαν την ιδέα μιας δήθεν αυτονομίας, που θα τους έδινε ελευθερία κινήσεων, με απώτερο σκοπό να την καταλύσουν αργότερα προσαρτώντας ολόκληρη την Μακεδονία στην Βουλγαρία όπως είχαν ήδη κάνει με την Ανατολική Ρωμυλία. Είχαν φθάσει μάλιστα στο σημείο να διαδίδουν στους Μακεδόνες ότι δήθεν ήταν σε συνεννόηση με τον Ελληνικό Στρατό για αυτά τους τα σχέδια.
Ο Καπετάν Κώττας αρχικά πείσθηκε από αυτό το τέχνασμα, αλλά γρήγορα αποστασιοποιήθηκε από τη VMRO, καθώς ήλθε σε ρήξη με τα τοπικά στελέχη της Τσακαλάρωφ και Κλιάσεφ. Οι Βούλγαροι τον θεωρούσαν πολύ υπερήφανο και ανεξάρτητο, οπότε άρχισαν να προσπαθούν να τον εξοντώσουν ως προδότη. Τότε βρέθηκε ο φωτισμένος μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης, ο οποίος ήλθε σε συνεννόηση με τον Κώττα και τον μύησε στα σχέδια του για την δημιουργία ενός καθαρά Ελληνικού αντάρτικου στις αρχές του 1902. Έτσι, ο Κώττας ανέλαβε να υπερασπίζεται τα χωριά της περιοχής από τους βούλγαρους κομιτατζήδες και τους τούρκους, κερδίζοντας το ηρωικό προσωνύμιο «Αετός των Κορεστίων». Μάλιστα, στις αρχές του 1904 ο καπετάνιος ταξίδεψε στην Αθήνα και γνωρίστηκε με τον Παύλο Μελά, τον οποίο συνόδευσε στην πρώτη αποστολή στη Μακεδονία.
Στις 9 Ιουνίου 1904, κατόπιν προδοσίας των παλιών του συντρόφων στο VMRO, συνελήφθη από τους Τούρκους και μεταφέρθηκε στις φυλακές του Μοναστηρίου. Λίγο πριν την ώρα της εκτέλεσης, ζητά να του φέρουν Ελληνορθόδοξο ιερέα, ο οποίος τον μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων Τον οδηγούν στο ικρίωμα όπου ανεβαίνει εθελούσια αρνούμενος να πεθάνει δέσμιος. Εκεί, αφήνει την τελευταία του πνοή φωνάζοντας «Ντα Ζίβι Γκρτσια!» (Ζήτω η Ελλάδα!), στην μόνη γλώσσα που γνώριζε, και κλοτσώντας μόνος του το υποπόδιο. Από κάτω ο βουλγάρικος όχλος αποθεώνει τις οθωμανικές αρχές ενώ τα Ελληνικά σπίτια ξεχειλίζουν από οργισμένο θρήνο. Σύμφωνα την επίσημη ιστορική καταγραφή ο ήρωας κρεμάστηκε. Άλλες μαρτυρίες των συντοπιτών του λένε πως ήταν τέτοια η λύσσα των Βουλγάρων στο άκουσμα της έσχατης φράσης του απροσκύνητου «Γραικομάνου», ώστε έκοψαν το σχοινί της θηλιάς και έκαψαν ζωντανό τον «παππού Κώττα» (όπως τον αποκαλούν μέχρι σήμερα στη Ρούλια).
Χαρακτηριστικά τα λόγια αυτού του ο πρωτοπόρου του Μακεδονικού Αγώνα σε μια συνάντηση των χωρικών. Με την παραδοσιακή του στολή, μιλώντας στο τοπικό ιδίωμα με μεγάλη ευγλωττία και ακόμη μεγαλύτερη πεποίθηση, διακήρυξε:
Εμείς οι Μακεδόνες, για να επιτύχουμε την ελευθερία, έχουμε δύο δρόμους που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Επιλέξτε ποιον θέλετε. Κάποιος πηγαίνει στη Βουλγαρία.
Είναι ένας δρόμος που διαρκεί τριάντα ημέρες και είναι γεμάτος από αγκάθια που μας χωρίζουν από τη στιγμή που φτάνουμε εκεί. Ο άλλος πηγαίνει στην Ελλάδα σε τρεις μέρες, και είναι ωραίος και καθαρός. Εννοώ το χώμα και η γη είναι ελληνική. Πώς μπορούμε να είμαστε Βούλγαροι;
Είμαστε Μακεδόνες. Τι σχέση θα μπορούσαμε να έχουμε με τους Βούλγαρους;

