Site icon ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

Αλέξης Πολίτης: Η Καθαρεύουσα ως Νοοτροπία

Συμπεριφορές, στάσεις

Η ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑ ΩΣ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ

Εδίστασα πολύ προτού αποφασίσω να κατατάξω και την καθαρεύουσα γλώσσα στις νοοτροπίες, να τη θεωρήσω δηλαδή ως μη συνειδητή συμπεριφορά. Γιατί βέβαια η επιλογή της καθαρεύουσας είναι καταρχήν συνειδητή πράξη, έχει θεωρητικό υπόβαθρο, υποστηρίχθηκε με επιχειρήματα — και άλλο τόσο δημιούργησε εξίσου συνειδητές αντιδράσεις. Κάτι περισσότερο, εχώρισε, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού ιδίως αιώνα στα δύο τη λογιοσύνη- μας κληροδότησε μάλιστα τον διχασμό, και μας επέβαλε για χρόνια —ώς τις μέρες-μας— έναν κόσμο δυϊκό. Ακόμη σήμερα τσακώνονται για τους τόνους και τα πνεύματα — και είναι άνθρωποι που νομίζουν πως οι τόνοι φταίνε, ή το μονοτονικό, ή η δημοτική, ή η καθαρεύουσα για τη γλωσσική-μας αγκύλωση.

Ωστόσο πίσω από τη συνειδητή κρύβεται και μια, εξίσου σημαντική, ασυνείδητη αιτία της γλωσσικής εκτροπής, κάτι δηλαδή πέρα από τη βούληση να μιλάμε όπως οι αρχαίοι Έλληνες. Και αυτό το πέρα ήταν να μιλάμε διαφορετικά απ’ ό,τι πριν. Απλώς και μόνο. Πώς λέει ο Ανατολίτης στη Βαβυλωνία του Βυζάντιου, «Τζάνου-μ’, Λογιότατε, μπαμπά-σου γλώσσα γιατί ντε μιλάς;»

Σήμερα μπορούμε, στο βαθμό που έχουμε απελευθερωθεί από το άγχος του γλωσσικού ζητήματος, να διακρίνουμε τη γλώσσα από το ύφος. Μπορούμε δηλαδή να διακρίνουμε πως πέρα από τη βούληση να μοιάζει με την αρχαία, η γλώσσα της εποχής είχε κι έναν δεύτερο στόχο: να δημιουργήσει έναν κώδικα επικοινωνίας επισημότερο, υψηλότερο, πιο εντυπωσιακό. Πράγματα που είναι δηλαδή της δικαιοδοσίας του ύφους, μιας εσωτερικής διεργασίας, έγινε προσπάθεια να επιτευχθούν με ολόκληρο το σύστημα της γλωσσικής επικοινωνίας — αλλάζοντας τη γλώσσα.

Αυτά όλα προσπαθώ να τα εννοήσω δίχως καμιά ηθική ή ποιοτική κρίση: να δω την καθαρεύουσα ως νοοτροπία — ούτε καλή ούτε κακή, ούτε προοδευτική ούτε αντιδραστική, κατ’ αρχήν. Μια στάση που μονάχα εκ των υστέρων αποδείχθηκε —ε, αυτό αποδείχθηκε— πως περισσότερο εμπόδισε παρά διευκόλυνε την εκφραστική-μας ικανότητα- και σύμφωνα με τη διαλεκτική σχέση έκφρασης-νόησης, εμπόδισε και τη νοητική-μας ικανότητα.

Θα επιχειρήσω να πιάσω το νήμα από την αρχή, και μάλιστα ανάστροφα απ’ ό,τι συνηθίζεται. Έχουμε ένα δεδομένο που με ελαφριά καρδιά το παραμερίσαμε: το ότι η καθαρεύουσα επικράτησε και εύκολα και πανηγυρικά. Οι αντιστάσεις που συνάντησε ήταν ελάχιστες —εννοώ ώς τα τέλη του αιώνα, ώσπου δηλαδή να φανούν τα αδιέξοδά-της— περιθωριακές, και μονάχα ως προς τη λογοτεχνική γλώσσα. Μάλιστα η φορά της εξέλιξής-της ήταν προς μια ολοένα και αυστηρότερη καθαρότητα. Αντίθετα η δημοτική από το 1888 —ας πάρουμε αυτό το συμβολικό ορόσημο— χρειάστηκε να ωριμάσουν πάνω από τρεις γενιές για να γίνει κοινά αποδεκτή, κι αυτό ύστερα από μύριους κόπους, αγώνες, πιέσεις. Κάτι πρέπει να σημαίνουν όλ’ αυτά, σε κάποια ανάγκη ν’ ανταποκρίνονται.

Έπειτα κάτι ακόμα, που επίσης αποφεύγουμε να το σκεφτούμε. Στο ζευγάρι «άνθρωπος-γλώσσα» παραγωγός είναι ο άνθρωπος, όχι η γλώσσα. Εμείς φτιάχνουμε τη γλώσσα, τέτοια που να μας αρμόζει. Και με πολύ δημοκρατικό τρόπο μάλιστα.

Εδώ, εύκολα θα είχε κάποιος αντιρρήσεις: οι λόγιοι που με τις εφημερίδες ή το έντυπο γενικότερα δίνουν το παράδειγμα, το σχολείο που δίδασκε υποχρεωτικά την καθαρεύουσα.

«Είν’ αλήθεια ότι δεν καταλάβαινα τίποτε απ’ όσα διάβαζα και μελετούσα», αφηγείται ο Χρήστος Χρηστοβασίλης για τα σχολικά-του χρόνια, δηλαδή γύρω στα 1868–70, «αλλ’ είχα την συνείδηση-μου αναπαυμένη με το να είμαι επιμελής μαθητής, γιατί νόμιζα ότι μάθημα μαθημάτων ήταν να διαβάζω βιβλία και να μην καταλαβαίνω τίποτε απ’ ό,τι και όσα διάβαζα. Για μένα —και για τους άλλους βέβαια— η ανάγνωση ήταν λόγια κινέζικα, και τα έξι βιβλία-μου είχαν την αξία των εικόνων που περιείχαν, και τίποτε άλλο! Μια μέρα, κατά καλή-μου ή κακή-μου τύχη άνοιξα μια παλιοκασέλα της σποιτονοικοκυράς-μου (…) και βρίσκω κάτι βιβλία που δεν τα είχα ιδεί άλλη φορά. Το ένα, το μεγαλύτερο, ήταν η Συλλογή των Δημοτικών Ασμάτων του Σ. Ζαμπέλιου, το άλλο η ιστορία ή δημοτικότερα η φυλλάδα του Μεγάλου Αλεξάντρου, το άλλο οι Πανουργίες του Μπερτόλδου, το άλλο η Βαβυλωνία, και το τελευταίο ο Ναστραντίν Χότζας. Φυλλομετράω, βλέπω όσες εικόνες είχαν αυτές οι φυλλάδες, αρχίζω να διαβάζω, κι ω του παραδόξου θαύματος! Καταλαβαίνω ό,τι διαβάζω! (…) Αληθινά, διάβαζα και κατάλαβα για πρώτη φορά τη χρησιμότητα των βιβλίων».

Ο Χρηστοβασίλης βρισκόταν τότε στη δευτεροβάθμιο εκπαίδευση. Ενδεχομένως να υπερβάλλει κάπως τα πράγματα, αλλά όσο κι αν υπερβάλλει, μας μεταφέρει καλά την εικόνα: η μάθηση και η γνώση αποτελούσαν αυτόνομες, ανεξάρτητες μεταξύ-τους διαδικασίες. Η σχολική διαδικασία λίγο προώθησε τις γνώσεις των Νεοελλήνων.

Σωστά. Πάντως, αυτό που πρέπει να παρατηρήσουμε, είναι πως ώς τα 1888 κανείς δεν αντέδρασε σ’ αυτήν την κατάσταση, και πως όσοι αντέδρασαν ύστερα ήταν αιρετικοί ή πάντως μειοψηφία. Αντίθετα, ένας από τους μόνιμους κύριους στόχους του ελληνισμού στάθηκε ο πολλαπλασιασμός των σχολείων —αυτών των σχολείων—ένα από τα μόνιμα όνειρα του καθενός ήταν να μάθει ο ίδιος ή τα παιδιά-του γράμματα —αυτά τα γράμματα— και όχι, καθόλου, να μετατραπεί η σχολική πρακτική. «Τήρα ‘δώ κυρ Αστρονόμο» έλεγε ο Πελοποννήσιος στον Αστυνόμο στη Βαβυλωνία, «είμαι Έλληνας, ακούς-με, και πρέπει να μιλώ με μάθησις». Αυτό έκαναν στην ουσία όλοι.

«Η φιλολογία είναι το πάθος όλων των ελλήνων φοιτητών όχι μονάχα εκείνων που αφοσιώνονται στο διδασκαλίκι, αλλά και εκείνων που προορίζονται για τα νομικά, την ιατρική, την εκκλησία και τη δημόσια διοίκηση: ο καλώς ελληνιστί ομιλών είναι συχνά γι’ αυτούς ό,τι ο δεινός ρήτωρ στα δικαστήριά-μας- και ο τάδε γιατρός ή δικηγόρος ή καθηγητής έγινε υπουργός μόνο και μόνο γιατί χειριζόταν ωραία τα ελληνικά». Αυτά παρατηρεί ένας, πολύ οξυδερκής γάλλος περιηγητής, ήδη από τα 1840.

Άλλωστε η πίστη στην αξία των γραμμάτων —των ελληνικών γραμμάτων— είναι τόση, εκτατικά και ποιοτικά, που καταντά σχολαστικό να αναζητούμε μαρτυρίες. Μπορούμε νομίζω να διακρίνουμε μονάχα ενός τύπου αντίδραση — αντίδραση ύπουλη, κρυφή, ασυνείδητη ολότελα: το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των γραμματισμένων, τη φτωχή αναγνωστική ζωή των βιβλίων, τα ημιτελή σχολικά προγράμματα.

Πραγματικά, αν συγκρίνει κανείς την ύλη που περιλαμβάνουν τα σχολικά εγχειρίδια και προγράμματα, με εκείνην που πρέπει τελικά να διδασκόταν —εδώ στηρίζομαι στην πείρα και σε ακούσματα που αναφέρονται σε μεταγενέστερα οπωσδήποτε χρόνια— αν παρατηρήσει πόσο πολλά βιβλία έμειναν με άκοπες τις σελίδες για δυο και τρεις αναγνωστικές γενιές —είτε σε δημόσιες, είτε σε ιδιωτικές βιβλιοθήκες που τις γνωρίζουμε από την παλαιοπωλική αγορά— αν τέλος δεχθεί έστω και τμήμα των καταγγελιών για τις λιγοστές γνώσεις των αποφοίτων του πανεπιστημίου και των γυμνασίων, μπορεί να υποθέσει, εύλογα, πως κάποια ανομολόγητη απέχθεια προς το διάβασμα και την εκπαίδευση διακρίνεται πίσω από αυτά. Η έφεση για μάθηση ήταν, θαρρώ, επιφανειακή- μόλις κατακτιόντουσαν οι πρώτες γνώσεις ενός κώδικα —της καθαρεύουσας, συγκεκριμένα— που διαφοροποιούσε κάπως τον μορφωμένο από τους αμόρφωτους, η έφεση εξανεμιζόταν: οι λίγες «ελληνικούρες» αρκούσαν για να κορέσουν τη δίψα για τα γράμματα.

Ωστόσο αυτή ακριβώς η στάση, αν διαβλέπω σωστά, αποτελεί επιπλέον τεκμήριο, και ισχυρότατο, όσων υποστηρίζω. Ξέρω πως αν τα ωθήσουμε όλα αυτά ώς τις έσχατες λογικές-τους συνέπειες οδηγούμαστε σε δραματικές διαπιστώσεις. Ας μην το κάνουμε, γιατί οι αυστηρά λογικές αναλύσεις προσπερνούν τα παράθυρα, τα αντισυστήματα από όπου εισχωρεί η πραγματικότητα– ας παραμείνουμε στην απλή διαπίστωση πως περισσότερο από την ακριβολογία, περισσότερο από τη σαφήνεια και την αντικειμενική περιγραφή, η νεοελληνική κοινωνία είχε ανάγκη ενός ύφους που εξαίρει, που μεγεθύνει, που υπερίπταται. Και πως αυτό το ύφος το πέτυχε μέσω αλλαγής ολόκληρου του γλωσσικού κώδικα, μέσα από τη χρήση της καθαρεύουσας. Η διαπίστωση ετούτη μπορεί νομίζω να αποτελέσει καλό σημείο εκκίνησης για να εννοούμε την καθαρεύουσα, εκτός των άλλων, και ως νοοτροπία. (σελ. 130–134)

πηγή: Αλέξης Πολίτης – Ρομαντικά χρόνια, Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830–1880, Ε.Μ.Ν.Ε. Μνήμων.

 

Exit mobile version