Site icon ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

Ο ΒΟΥΛΓΑΡΟΣ ΣΦΑΓΕΑΣ ΚΑΛΤΣΕΦ

15 Φεβρουαρίου 1946. Η πρώτη δίκη εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα ήταν γεγονός. Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν κατάμεστη. Δικάζονταν δύο εκπρόσωποι της βουλγαρικής και ιταλικής θηριωδίας στη Μακεδονία. Ήταν ο βούλγαρος αρχικομιτατζής Άντον Κάλτσεφ και ο ιταλός υπολοχαγός, Τζιοβάνι Ραβάλι.

Οι καταθέσεις των μαρτύρων για τη δράση τους ήταν ανατριχιαστικές: η κοίτη του ποταμού Αλιάκμονα στο Νεστόριο Καστοριάς ήταν καθημερινά γεμάτη πτώματα Ελλήνων που είχαν βασανιστεί από τους κατηγορούμενους. Άλλους τους κρεμούσαν από τα χέρια ώστε να εξαρθρώνονται τα άκρα και τους στριφογύριζαν στον αέρα. Άλλους τους γέμιζαν τα έντερα με αέρα και τους μαστίγωναν. Το κατηγορητήριο μεταξύ άλλων ανέφερε ότι μαζί με συνεργάτες τους προσπάθησαν να αλλοιώσουν την εθνική σύνθεση των κατεχόμενων περιοχών από τον Άξονα. Χρησιμοποιούσαν ψυχολογική και σωματική βία και ανάγκαζαν τους Έλληνες να γραφτούν στο βουλγαρικό κομιτάτο. Ο Κάλτσεφ αρνήθηκε τις κατηγορίες και υποστήριξε ότι ήταν μόνο σύνδεσμος μεταξύ του βουλγαρικού και γερμανικού στρατού. Διακαής πόθος τους ήταν να φτάσουν ακόμα πιο δυτικά από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τη Βέροια, την Κοζάνη και την Καστοριά. Ήταν οι περιοχές για τις οποίες οι Βούλγαροι είχαν βλέψεις. Έτσι ο Κάλτσεφ βρέθηκε στην περιοχή της Καστοριάς. Ο βούλγαρος οργάνωσε ομάδες κομιτατζήδων και προπαγάνδιζε την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Οι άνδρες του ασκούσαν βία στον τοπικό πληθυσμό και στρατολογούσαν με απειλές άνδρες στην ομάδα τους. Στο στόχαστρό τους βρέθηκαν για μια ακόμη φορά οι Έλληνες δάσκαλοι, τους οποίους κατάφεραν να αντικαταστήσουν με Βουλγάρους.

Οι καταθέσεις στο δικαστήριο για τον αρχικομιτατζή ήταν αποκαλυπτικές: «Όταν πατούσε στην Καστοριά έτρεμε η πόλη ολόκληρη. Πάνοπλος σαν αστακός, λεηλατούσε, έσφαζε, κρέμαγε και εκτελούσε χωρίς δίκη πολίτες». Μόλις δύο ώρες ήταν αρκετές σε χωριό της Καστοριάς για να σκοτωθούν 280 άμαχοι, να τραυματιστούν 40 και να καταστραφούν 150 σπίτια. Με θράσος και χωρίς κανένα ίχνος μεταμέλειας ο βούλγαρος αρχικομιτατζής αρνήθηκε τις κατηγορίες και κατέθεσε ότι όλα τα διέπραξε κατόπιν διαταγής της βουλγαρικής κυβέρνησης. «Αισθάνομαι υπερήφανος διότι εκτέλεσα το καθήκον μου. Θα το θεωρήσω τίτλο τιμής αν με καταδικάσει το δικαστήριο σας».

Μαζί του καταδικάστηκε ο Ιταλός υπολοχαγός, Τζιοβάνι Ραβάλι. Οι καταθέσεις εναντίον του ήταν δραματικές. Τρομοκρατούσε και σκότωνε με τα χέρια του τους χωρικούς όταν δεν του έδιναν τρόφιμα. Συνελάμβανε γέροντες, πατέρες και συζύγους για να του παραδώσουν τα κορίτσια και τις γυναίκες τους. Ικανοποιούσε τις διαστροφές του με ανήλικα κορίτσια. Η Αγνή Ρασούλη στάθηκε μπροστά του στο δικαστήριο και τον έφερε ενώπιον των ντροπιαστικών πράξεων του.  Ο Ιταλός μακελάρης αφού διέταξε την εκτέλεση του πατέρα της, κατέστρεψε την περιουσία της και διαμήνυσε ότι θα σταματήσει μόνο αν περάσει ένα βράδυ μαζί του. «Είμαι Ελληνίδα και προτιμώ το εκτελεστικό απόσπασμα παρά να ατιμασθώ», του απάντησε.

Οι δύο κατηγορούμενοι μιλούσαν άπταιστα ελληνικά. Στη δίκη που διήρκεσε 4 μήνες αρνήθηκαν τις κτηνωδίες για τις οποίες κατηγορούνταν. Ο ιταλός Τζιοβάνι μιλούσε για «παρωδία», ενώ ο βούλγαρος Κάλτσεφ απέδωσε όσα κατατέθηκαν σε «εμπάθειες των μαρτύρων». Ο αρχικομιτατζής Κάλτσεφ και ο υπολοχαγός Ραβάλι καταδικάστηκαν πρωτόδικα με ισόβια κάθειρξη. Ο βασιλικός εκπρόσωπος του δικαστηρίου τους ανακοίνωσε ότι δεν είχαν δικαίωμα να προσφύγουν στον Άρειο Πάγο, μπορούσαν όμως μετά από καιρό να υποβάλουν στο βασιλιά αίτηση για να τους δώσει χάρη. Ο Κάλτσεφ φυλακίστηκε στην Κέρκυρα, απ΄ όπου μετήχθη στη Θεσσαλονίκη το 1948 και δικάστηκε σε δεύτερο βαθμό από το Διαρκές Στρατοδικείο. Η απόφαση ήταν καταπέλτης: εις θάνατον! Εκτελέστηκε στις 27 Αυγούστου 1948 στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης.

Ο Ραβάλι καταδικάστηκε τρεις φορές σε ισόβια και φυλακίστηκε. Απελευθερώθηκε όμως το 1959, κατόπιν πιέσεων της ιταλικής κυβέρνησης στην ελληνική, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων του νομού Καστοριάς και τις εκατοντάδες επιστολές που απέστειλαν στον τότε βασιλιά Παύλο και τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Ραβάλι επέστρεψε στην Ιταλία όπου ανέλαβε αστυνομικός διευθυντής στο Παλέρμο της Σικελίας και έφτασε αργότερα να διοριστεί και σύμβουλος της ιταλικής κυβέρνησης. Πέθανε στη Ρώμη το 1998, πλήρης ημερών …

Exit mobile version