Site icon ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

8ο Σύνταγμα IV Μεραρχίας 1912 – 1913

«Πορεία ηρώων, πορεία θανάτου και η 4η Μεραρχία και μαζί το 8ο Σύνταγμα των Μανιατών φθάνει στο τελευταίο χωριό πριν τα σύνορα. Στο βάθος φαίνεται το πρώτο χωριό της οθωμανικής επικράτειας, που μέλλει να γίνει Ελληνικό και έχει το όνομα το συμβολικό Ελευθεροχώρι. Βρίσκεται στην πλαγιά ενός λόφου. Στο χωριό υπάρχει φυλάκιο τουρκικό. Οι Στρατιώτες περνάνε τα σύνορα και λαμβάνει «τάξη πορείας ενώπιον του εχθρού». Ώρα εννέα και τέταρτο ακριβώς έχουμε την πρώτη φωτιά. Και ήτανε στρατιώτες του 8ου Συντάγματος, Μανιατόπουλα, αυτοί που πρώτοι πάτησαν πρώτοι την επικράτεια των Οθωμανών, όπως τότε σχεδόν εκατό χρόνια πριν, που Μανιάτες μαζί με τον Γέρο του Μωριά και τους καπεταναίους Αρκαδίας και Μεσσηνίας απελευθέρωναν την πρώτη πόλη στα 1821, την Καλαμάτα. Εύκολα πέφτει το Ελευθεροχώρι, αλλά η μάχη δεν έχει τελειώσει. Οι Τούρκοι έχουν καταλάβει την κορυφή του λόφου. Οι άνδρες του 8ου Συντάγματος Πεζικού εφορμούν. Πρώτος απ’ όλους ένα αρχοντόπουλο της Μάνης, ο εθελοντής Λοχίας Ροζάκης από Γύθειο πέφτει νεκρός με ένα κόκκινο σημάδι, σαν ήλιος ολόφωτο, στο μέτωπο. Ξαφνικά όλοι σταματάνε και παίρνουν θέση κάλυψης. Όμως ένας στρατιώτης σηκώνεται ορθός και φωνάζει «επάνω τους παιδιά» και ορμάει μπροστά. Αμέσως όλοι με το εφ’ όπλου λόγχη, ουρλιάζοντας σαν λύκοι τρέχουν προς την κορφή. Οι Τούρκοι τα χάνουνε. Άλλοι πετάνε τα όπλα τους και τρέχουνε να σωθούνε και άλλοι παραδίνονται. Στην κορυφή στέκει σαν βράχος ακίνητος κρατώντας μία τουρκική σημαία στο ένα χέρι και το όπλο του με ματωμένη την ξιφολόγχη ένας στρατιώτης με σμιχτά φρύδια και άγριο βλέμμα. Τον πλησιάζει ο λοχαγός και τον φιλάει σταυρωτά. «Πως σε λένε παιδί μου» τον ρωτάει. «Στρατιώτης Πεζικού Μιχαλέας Δρακούλης» απαντά αυτός και τον κοιτάει στα μάτια. «Είμαι από το Προσήλιο, από την Μέσα Μάνη» προσθέτει με υπερηφάνεια. Η τουρκική αυτή σημαία ήταν το πρώτο λάφυρο του στρατού μας και ήταν η αιτία για να πάρει πολεμικό σταυρό, παράσημο ανδρείας ο Δρακούλης, ο μαχαιροβγάλτης του Ψυρρή, ο κακοποιός, ο σεσημασμένος.

Το βράδυ ο λοχαγός έστειλε του Δρακούλη μία φιάλη τσίπουρο, από αυτά που είχανε στείλει οι γέροντες από το Ελευθεροχώρι στο στρατόπεδο. Το ήπιε γύρω από μία φωτία μαζί με τον Δικαίο και τον Πότη και είπανε τα δικά τους. Ο Δικαίος ήταν γεμάτος περηφάνεια για τον Σταυραδερφό του και ο Πότης τον αγκάλιαζε και τον φίλαγε γεμάτος στοργή, μονολογώντας: «Παρά λίγο να σκοτωνόσουνα κορώνα μου». Δεν μίλησαν για τα χωρία τους, η περασμένη τους ζωή τους έμοιαζε μακρινή, ανάμνηση αχνή και το Προσήλιο και ο Άη Στράτης και το Σταυροπύργι. Τους περίμενε μπροστά μία ολόκληρη ζωή με μάχες και ένα τρελό πανηγύρι γεμάτο θάνατο. Τα τουρκικά φυλάκια πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Οι Εύζωνοι προχωρούν και από κοντά Πεζικά και Πυροβολικό.»

Exit mobile version