5/5/1941: «Ήταν για εμένα πολύ θλιβερό και πικρό, διότι ως Γερμανός, λόγω της μόρφωσής μου κατά τη νεότητά μου αλλά και εξαιτίας του επαγγέλματός μου αργότερα, διακατεχόμουν από βαθύτατο σεβασμό για τον πολιτισμό και τις τέχνες μιας χώρας που υπήρξε η κοιτίδα της ομορφιάς και του ανθρώπινου μεγαλείου. Υπήρξε, λέω, θλιβερό για εμένα να βλέπω αυτή την εξέλιξη και να μην μπορώ να τη μεταβάλω. Οι κακοκαιρίες, το χιόνι, οι θύελλες και η βροχή -μαζί με μια ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών, οφείλω να το διαπιστώσω αυτό για να αποδώσω δικαιοσύνη στην ιστορία- έδωσαν αρκετό χρόνο στην κυβέρνηση των Αθηνών για να σκεφτεί τις συνέπειες της απόφασής της και να εξετάσει τις δυνατότητες μιας λογικής λύσης. Έτσι, οι αιχμάλωτοι Έλληνες αφέθηκαν ελεύθεροι και θα απολυθούν αμέσως, λαμβανομένης υπόψη της ηρωικής στάσης αυτών των στρατιωτών. Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι, μεταξύ των εχθρών που βρέθηκαν απέναντί μας, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε πάνω απ’ όλους με το μεγαλύτερο θάρρος. Παραδόθηκε μόνο όταν η συνέχιση της αντίστασης δεν ήταν πλέον δυνατή και δεν είχε κανέναν λόγο. Τρέφουμε ειλικρινή συμπάθεια για τον φτωχό λαό που νικήθηκε. Είναι το θύμα του βασιλιά του και μιας ολιγάριθμης κλίκας ηγετών. Πολέμησε εντούτοις τόσο γενναία, ώστε ακόμα και οι εχθροί του δεν μπορούν να του αρνηθούν την εκτίμησή τους.»
Αδόλφος Χίτλερ

