"Αντι-αστικά" από το βιβλίο του Ιούλιου Έβολα «Οι άνθρωποι και τα ερείπια» – 1953

[…] Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτούμε ότι, αφ ‘εαυτής, μια αντι-αστική στάση έχει λόγο ύπαρξης. Δεν εννοώ αστική τόσο με την έννοια της οικονομικής τάξης, αλλά μάλλον την ομόλογή της: υπάρχει ένας διανοητικός κόσμος, μια τέχνη, μια συνήθεια  και γενική άποψη της ζωής που, έχοντας διαμορφωθεί στον τελευταίο (19ο)αιώνα, παράλληλα με την επανάσταση της Τρίτης Τάξης, εμφανίζονται ως κενά, παρακμιακά και διεφθαρμένα. Μια αποφασιστική αντιμετώπιση όλων αυτών είναι μία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επίλυση της παρούσας κρίσης του πολιτισμού μας.

Έτσι, εκείνες οι προσπάθειες να αντιδράσουμε ενάντια στις πιο ακραίες πτυχές της παγκόσμιας υπονόμευσης είναι πράγματι πολύ επικίνδυνες, όταν στοχεύουν μόνο σε ιδέες, συνήθειες και θεσμούς της αστικής εποχής. Αυτό ισοδυναμεί με την παροχή πυρομαχικών στον εχθρό. Η αστική νοοτροπία και το αστικό πνεύμα, με τον κομφορμισμό του, τις ψυχολογικές και ρομαντικές του αποφύσεις, την ηθικολογία, και τις ανησυχίες του για μιαν ήσσονος σημασίας ασφαλή ύπαρξη, στην οποία ένας θεμελιώδης υλισμός βρίσκει την αποζημίωση του στον συναισθηματισμό και στην ρητορική των μεγάλων ανθρωπιστικών και δημοκρατικών λέξεων -όλα αυτά έχουν μόνο μια τεχνητή, περιφερειακή κι επισφαλή ζωή, άσχετα πόσο αποφασιστικά επιβιώνει λόγω της αδράνειας σε πλατειά κοινωνικά στρώματα από πολλές χώρες του «ελεύθερου κόσμου». Ως εκ τούτου, δηλώνω ότι η αντίδραση στο όνομα των ειδώλων, στον τρόπο ζωής, και στις μέτριες αξίες του αστικού κόσμου, όπως συμβαίνει με την μεγάλη πλειοψηφία των σύγχρονων υποστηρικτών του «νόμου και της τάξης», σημαίνει ότι η μάχη έχει χαθεί από την αρχή.

Ωστόσο, ακριβώς όπως η αστική τάξη στους προηγούμενους πολιτισμούς ήταν κοινωνικά μια ενδιάμεση κατηγορία, που βρίσκεται μεταξύ των πολεμιστών και της  πολιτικής αριστοκρατίας από τη μια πλευρά, και του απλού «λαού»  από την άλλη – παρόμοια, υπάρχει μια διπλή δυνατότητα (μια  θετική, η άλλη αρνητική) σε γενικές γραμμές για την υπέρβαση της αστικής τάξης – εκείνη της λήψης μιας αποφασιστικής στάσης ενάντια στον αστικό τύπο, στον αστικό πολιτισμό και στο πνεύμα και τις αξίες του.

Η πρώτη πιθανότητα αντιστοιχεί σε μια κατεύθυνση που οδηγεί ακόμη χαμηλότερα, προς μιαν υλιστική και κολεκτιβοποιημένη  υπο-ανθρωπότητα, κάτω από την σημαία του μαρξιστικού ρεαλισμού, προς κοινωνικές και προλεταριακές αξίες κατά την «αστικής παρακμής». Είναι πράγματι δυνατόν να συλλάβουμε μιαν εκκαθάριση του οποιουδήποτε σχετίζεται με την συμβατική, υποκειμενικό, και «εξωπραγματικό» κόσμο που ήταν γενικά αστικός, κατευθυνόμενοι όχι υψηλότερα, αλλά χαμηλότερα απ’ ότι είναι κατάλληλο για το φυσιολογικό ιδανικό της προσωπικότητας.

Αυτό συμβαίνει όταν το τελικό αποτέλεσμα είναι το μαζικό άτομο (ο «μαζάνθρωπος»), η «συλλογικότητα» της σοβιετικής ιδεολογίας, στο μηχανοποιημένο και άψυχο κλίμα που την συνοδεύει. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης του αστικού κόσμου μπορεί να συνεισφέρει  μόνο σε περαιτέρω οπισθοδρόμηση : οδεύουμε  προς ότι είναι κάτω και όχι πάνω από το πρόσωπο. Είναι το αντίθετο από ότι συνέβη στους μεγάλους «αντικειμενικούς» (για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Γκαίτε)πολιτισμούς, οι  οποίοι προώθησαν την ανωνυμία και την περιφρόνηση για το άτομο, όμως στο πλαίσιο των ανώτερων, ηρωικών και υπερβατικών αξιών.

Ομοίως, αν η επίμοχθη προσπάθεια προς την κατεύθυνση ενός νέου ρεαλισμού είναι σωστή, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα το λάθος εκείνων που θεωρούν  μόνον τις κατώτερες βαθμίδες της πραγματικότητας ως πραγματικές. Αυτό συμβαίνει όταν ο ρεαλισμός έχει ουσιαστικά διατυπωθεί σε οικονομικούς όρους (όπως συμβαίνει στον κομμουνισμό). Το ίδιο ισχύει και για κάποιες τάσεις που έχουν προκύψει στις τέχνες ή στις  παρυφές της φιλοσοφίας, και οι οποίες παρατάχθηκαν με κινήματα της αριστεράς, υποδυόμενες μιαν αντισυγκαταβατική  στάση προς την πραγματική κοινωνία. Μία από αυτές τις τάσεις αυτοαποκαλείται «νεο-ρεαλισμός», ενώ μια άλλη είναι ο ριζοσπαστικός υπαρξισμός, εμπνευσμένος από τον Σαρτρ και την κλίκα του. Σ’ αυτήν την φιλοσοφία,  η «ύπαρξη» ταυτίζεται με τις πιο ρηχές μορφές ζωής. Αυτό το είδος της ύπαρξης διαχωρίζεται από οποιαδήποτε ανώτερη αρχή, γίνεται απόλυτη, και διατηρείται στην αγωνιώδη και άφωτη αμεσότητα του.

Αυτό το είδος υπαρξισμού  έχει το αντίστοιχό του στην ψυχανάλυση, ένα δόγμα που απορρίπτει  και στιγματίζει ως εξωπραγματική την συνειδητή και κυρίαρχη αρχή του προσώπου, θεωρώντας αντ’ αυτής ως «πραγματικό» την άλογη, ασυνείδητη, συλλογική και νυχτερινή διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης : με αυτή την βάση, κάθε ανώτερη λειτουργία αντιμετωπίζεται ως παράγωγό και εξάρτημα αυτής της  διάστασης. Αυτό συμβαίνει επίσης στο κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο, όπου ο μαρξισμός προσπαθεί να απεικονίσει ως απλή «υπερδομή» ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κοινωνικές και οικονομικές διαδικασίες. Προφανώς είμαστε στην ίδια γραμμή σκέψης, όταν ο υπαρξισμός  διακηρύσσει την πρωτοκαθεδρία της «ύπαρξης» πάνω στο «είναι», αντί ν’ αναγνωρίσει ότι η ύπαρξη αποκτά νόημα μόνον όταν είναι εμπνευσμένη από κάτι πέρα από τον εαυτό της.

Υπάρχει συνεπώς μια ακριβής, ορατή παράλληλος μεταξύ τέτοιων διανοητικών ρευμάτων και επαναστατικών, κοινωνικοπολιτικών κινημάτων, γιατί αυτό το οποίο αντιμετωπίζουμε είναι η εκδήλωση, στον ατομικό τομέα, αυτού που εκδηλώνεται στο κοινωνικό και ιστορικό πεδίο ως μια ανατρεπτική μετατόπιση της ισχύος προς τις μάζες, η αντικατάσταση του ανώτερου με το κατώτερο, καθώς και η απομάκρυνση κάθε αρχής της εθνικής κυριαρχίας που δεν προέρχεται «εκ των κάτω». Ο υπαρξιστικός και ψυχαναλυτικός «ρεαλισμός», μαζί με παρόμοιες τάσεις, δείχνει προς μιαν ανθρώπινη εικόνα η οποία  αντανακλά αυτές τις σχέσεις στο άτομο. Μια τέτοια εικόνα εμφανίζεται ως ακρωτηριασμένη, διαστρεβλωμένη και ανατρεπτική. Οπότε μπορούμε να την θεωρούμε ως το αποτέλεσμα κάποιας σύμφωνης ομοιότητας όταν πολλοί διανοούμενοι παρόμοιων κλίσεων επιδεικνύουν συμπάθεια προς τα αριστερά κοινωνικά ρεύματα, ακόμη κι όταν οι πολιτικοί ηγέτες αυτών των ρευμάτων δεν έχουν τα ίδια συναισθήματα γι ‘αυτούς.

Ωστόσο, υπάρχει και μια δεύτερη δυνατότητα: μπορεί κανείς να συλλάβει μια ρεαλιστική άποψη κι έναν αγώνα ενάντια στο αστικό πνεύμα, στον ατομικισμό, και στον ψευδή ιδεαλισμό, μια άποψη που είναι πιο ριζοσπαστική από ότι ο αγώνας ενάντια τους από την Αριστερά, αλλά συνάμα και προσανατολισμένη προς τα πάνω και όχι προς τα κάτω. Όπως έχω πει σε προηγούμενο κεφάλαιο, η διαφορετική αυτή δυνατότητα συναρτάται με μιαν αναβίωση των ηρωικών και αριστοκρατικών αξιών, όταν γίνονται αντιληπτές φυσικά και καθαρά, δίχως ρητορεία ή έπαρση : Ανασκοπώντας εκ των υστέρων, ήδη την έχουν παραδειγματίσει τυπικές πτυχές του Ελληνικού, Ρωμαϊκού και Γερμανορωμαϊκού κόσμου. Είναι δυνατόν να κρατήσουμε μιαν απόσταση από όλα όσα έχουν μόνο έναν ανθρώπινο και ιδιαίτερα υποκειμενικό χαρακτήρα. Να αισθανόμαστε περιφρόνηση για τον αστικό κομφορμισμό και τον μικρόψυχο εγωισμό και την ηθικολογία του. Να ενσαρκώνουμε το ύφος μιας απρόσωπης δραστηριότητας. Να προτιμούμε ότι είναι ουσιώδες και πραγματικό με μιαν υψηλότερη αίσθηση, απαλλαγμένοι από τις παγίδες του συναισθηματισμού και από ψευτοδιανοητικές υπερδομές- κι ακόμη  όλα αυτά πρέπει να γίνουν στέκοντας ορθοί, νοιώθοντας στην ζωή την παρουσία εκείνου που οδηγεί πέρα από τη ζωή, αντλώντας από αυτό ακριβή πρότυπα συμπεριφοράς και δράσης.

Κάθε τι που είναι αντι-αστικό υπ’ αυτήν την έννοια δεν συγκλίνει προς τον κομμουνιστικό κόσμο. Αντίθετα, είναι η προϋπόθεση για την ανάδειξη των νέων ανδρών και ηγετών, ικανών να ορθώσουν αληθινά φράγματα ενάντια στην παγκόσμια ανατροπή, σε συνδυασμό με την δημιουργία ενός νέου κλίματος, ενός κλίματος που θα είναι προικισμένο με τις δικές του μοναδικές εκφράσεις, ακόμη και σε όρους καλλιέργειας και πολιτισμού.

Είναι λοιπόν ύψιστης σημασίας να αναγνωρίζουμε ξεκάθαρα την αντίθεση μεταξύ των δύο δυνατοτήτων ή κατευθύνσεων της αντι-αστικής στάσης οι οποίες προαναφέρθηκαν. Αυτό υπήρξε ιδιαίτερα αληθές στην Ιταλία. Στο παρελθόν, ο φασισμός υιοθέτησε μια αντι-αστική στάση και στο πλαίσιο της ανανέωσης που επρόκειτο να εισάγει, επιθυμούσε την έλευση ενός Νέου Ανθρώπου, ο οποίος έπρεπε ν’ αποκοπεί από το αστικό ύφος της σκέψης, του αισθήματος και της συμπεριφοράς.

Δυστυχώς, αυτή ήταν μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο φασισμός δεν ξεπέρασε ποτέ την συνθηματολογία του. Αυτά τα στοιχεία στο φασισμό που, παρ’ όλα, παρέμειναν αστικά ή κατάντησαν αστικά με μεταδοτική μόλυνση, αποτελούσαν μια από τις αδυναμίες του. Σ’ ότι αφορά το παρόν, με σπάνιες εξαιρέσεις, ο μέσος Ιταλός κομμουνιστής δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένας αστός που βγαίνει στους δρόμους (ο ίδιος ο Λένιν είπε ότι ένας προλετάριος, αριστερός για τον εαυτό του, τείνει να μετατραπεί σε αστό), όπως ακριβώς και ένας ψευτο- χριστιανός κι ένα μέλος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος δεν αντιπροσωπεύουν τίποτ’ άλλο πέρα από την αστική τάξη στο ναό. Ακόμη κι εκείνοι που αποκαλούν τους εαυτούς τους μοναρχικούς, μπορούν να εννοήσουν μόνον έναν αστό – βασιλιά. Το χειρότερο κακό για την Ιταλία είναι η αστική τάξη: ο αστός-ιερέας, ο αστοί-εργάτης, ο αστός-«ευγενής», ο αστός-διανοούμενος. Αυτός ο τύπος είναι ασταθής, μια ουσία δίχως  μορφή, στην οποία δεν υπάρχει «πάνω» ή «κάτω». Το σύνθημα και η προσταγή συσπείρωσης πρέπει να είναι : «Σβήστε το παρελθόν!» Μόνον ακολουθώντας αυτό το απόφθεγμα θα είναι θα αποφευχθεί η στροφή προς τη λάθος κατεύθυνση.

«Η μάστιγα της προσωποκρατίας»

Julius Evola – «Rivolta Ideale» / 1951

«Για μια πραγματικά αποτελεσματική οργάνωση των εθνικά προσανατολισμένων δυνάμεων, μία από τις προϋποθέσεις είναι η υπέρβαση της  προσωποκρατίας. Η προσωποκρατία  είναι μία από τις δυστυχείς προδιαθέσεις του λαού, ειδικά στα στρώματα της διανόησης του,  αυτό δε συνεχίζεται μέχρι σήμερα κι επαληθεύεται επίσης μεταξύ των ομάδων που βρίσκονται ιδεολογικά πιο κοντά μας, με ορατά και αξιοθρήνητα αποτελέσματα  κατακερματισμού, διάχυσης της ενέργειας, στρέβλωσης.

Ενώ η ανάγκη της στιγμής πρέπει να είναι η πειθαρχία των συντονισμένων σ’ ένα συμπαγές σύμπλοκο δυνάμεων, συντονισμένων πρωταρχικά όχι με βάση τα άτομα, αλλά με την ιδέα και την ίδια την  δράση, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να ισχύει πολύ συχνά η τάση να πορεύονται τα άτομα στον δικό τους δρόμο, νασχηματίζουν τη δική τους ομαδούλα, χρησιμοποιώντας τις παραπάνω ιδέες για να επιδειχθούν, για να εξασφαλίσουν προνόμια, για να δημιουργήσουν μια συγκεκριμένη σφαίρα επιρροής. Έτσι,  αν και σε περιορισμένες αναλογίες, τείνει να πολλαπλασιάζεται  το ζιζάνιο της φιλαρχίας, που δίχως μισόλογα, συνιστά την αντίθεση κάθε αληθινής ιεραρχίας, η οποία μη αναγνωρίζοντας προσωποκρατίες, καθορίζει αντικειμενικά την εξουσία της, που εκδηλώνεται μέσω υπερατομικής ευθυγράμμισης προς μιαν αρχή και μια λειτουργία, βέβαια δε διατηρώντας τον καθένα  στην σωστή θέση του, χωρίς απορρίψεις, υπεκφυγές κι ελιγμούς.

Την ίδια στιγμή, βλέπουμε σήμερα ευρέως διαδεδομένη την τρέλα της αντιπαράθεσης, με το ύφος μιας αντίδρασης την οποία θα αποκαλούσαμε υστερική. Εδώ που τα λέμε, το ένα πράγμα συναρτάται με το άλλο : ο ατομικισμός και η προσωποκρατία συνιστούν ομοίως την βάση της αντίδρασης αυτής. Για να προβληθούν αισθάνονται την σχεδόν υστερική ανάγκη επίθεσης ενάντια στον ένα ή στον άλλο, της αντιπαράθεσης πεποίθησης προς πεποίθηση, συνθήματος προς σύνθημα, ακόμη κι όταν μια ήρεμη και αντικειμενική επιμελής εξέταση μπορεί εύκολα να καταδείξει ότι οι λόγοι για σύγκρουση είναι ελάχιστοι, ότι οι αντιθέσεις δεν οφείλονται σε δογματική και πνευματική άποψη, αλλά ουσιαστικά σε μιαν εχθρότητα, σ’ έναν παράγοντα παράλογο και συναισθηματικό.

Δεν αναγνωρίζουν ότι, συνολικά εδώ λειτουργεί απλά ένα «σύμπλεγμα κατωτερότητας», διότι ποιος είναι πραγματικά βέβαιος για την αξία του και εξ αιτίας της ιδέας του δεν αισθάνεται την ανάγκη να επιτεθεί στην αριστερά και στην δεξιά για να «επιβεβαιωθεί», δεν υπόκειται σε μια συγχυτική αντιδραστικότητα, δεν ψάχνει για κάθε πιθανή δικαιολογία για να πει τα δικά του ή να αντιταχθεί ; Όποιος, αντίθετα, συνεχίζει την πορεία του, σύμφωνα με το ύφος μιας συγκεντρωμένης έντασης και μιας δράσης κατευθυνόμενης στο ουσιαστικό και στο θετικό, όχι στο συμπτωματικό και στο αρνητικό.

Όπως είπαμε, τα αποτελέσματα είναι προφανή, όπως επίσης είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από εποικοδομητικά, ώστε σήμερα να καταλήγουν σ’ ένα γενικό προσανατολισμό. Για παράδειγμα, στο πεδίο ενδιαφέροντος του τύπου, σε κλίμακα όχι διαφορετικής βάσης, βλέπουμε τώρα να προκύπτει ένα κι αμέσως μετά  άλλο ένα νέο περιοδικό, επειδή συνήθως το ένα ή το άλλο πρόσωπο θέλει να εξασφαλίσει την δική του προσωπική σφαίρα επιρροής και «δικαιοδοσίας». Όμως ποιά άλλα αποτελέσματα θα μπορούσαν να επιτύχουν αν κάθε μία από αυτές τις ξεχωριστές δυνατότητες ήσαν οργανωμένες ενιαία, με βάση μια θεμελιώδη δογματική διευκρίνιση και κατόπιν μ’ ένα ύφος πειθαρχίας δεσμευμένης σε δραστική απροσωπία ; Το σύστημα των «ομάδων» των καθορισμένων από προσωπικά συμφέροντα, το οποίο όμως ορίζεται από αληθινές ιδέες -ή σήμερα εξ αιτίας μας αντί των ιδεών με απλά συνθήματα – έχει μια τέτοιαν αποτελεσματικότητα, ώστε μπορεί να διαμορφώνει ολότελα τη στάση μιας θεμελιώδους προσέγγισης.

Έτσι, δύσκολα μπορεί να φανταστούμε ότι υπάρχουν ελεύθερες υπάρξεις που πορεύονται κατ’ ευθείαν στο δρόμο τους. Αντί γι’ αυτό αναζητείται  «ποιος βρίσκεται πίσω από αυτόν», προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει στην υπηρεσία ποιών συμφερόντων, ποιών «συνδυασμών», ποιών ομάδων η μικροομάδων βρίσκονται οι ιδέες που κάποιος υπερασπίζεται, τα πράγματα που λέει ο καθένας. Οπότε, προκύπτει μια φυσική μετάβαση σε κουτσομπολιά και φήμες, ο ξεπεσμός σ’ ένα αμελητέο επίπεδο συνωμοσίας κι εντυπωσιασμού, γιατί αυτό το επίπεδο ταιριάζει επίσης καλύτερα – και πάλι – σε αντιπαραθέσεις, επιθέσεις και προσωποκρατίες. Εδώ είναι ανώφελο ν’ αναφέρουμε παραδείγματα που όλοι γνωρίζουν. Είναι επίσης ανώφελο να τονίσουμε πόσο συχνά μια τέτοια στάση καχυποψίας και  συνωμοσίας, διαστρεβλώνει τα πράγματα κι αυτό βοηθά το παιχνίδι των αντιπάλων, ρίχνοντας όλο το βάρος σ’ αυτό που για κάποιον μπορεί να είναι μόνον ένα μέσο, επ’ ουδενί όμως το τέλος και το καθοριστικό κίνητρο.

Πάντα κομμάτι του ίδιου ατομικισμού αποτελεί ο σεχταρισμός (έμμονος, μονοδιάστατος, αποξενωτικός απομονωτισμός) και η σύλληψη περί των «μολύνσεων». Για παράδειγμα, γράψτε σ’ ένα έντυπο αντί για ένα άλλο : αυτό συχνά δημιουργεί αυτόματα ασυμβατότητες, δεδομένου ακριβώς του συστήματος των προσωποκρατούμενων ομάδων : Να δούμε τι ιδέες θα υπερασπιστούν, να πιστοποιήσουμε αν ένας συγγραφέας παραμένει συνεκτικός έστω προς τον εαυτό του, και μόνον αυτό να θεωρούμε ως ουσιώδες και σοβαρό – αυτό σε πολλούς φαίνεται δύσκολο.  Υποκρίνονται ωστόσο, πως «είναι ομάδα», ακόμη κι όταν δεν υπάρχει δική τους αιτία. Οι αντικειμενικοί σκοποί είναι ο ίδιοι μόλις απομακρυνθούν από τις ψεύτικες άκαμπτες «αδιαλλαξίες» : ΨΕΥΤΙΚΕΣ, γιατί πάνω απ’ όλα εξαρτώνται από τα πρόσωπα.

Οι στρεβλώσεις που αναφέρθηκαν εν συντομία είναι κατακριτέες σε οποιοδήποτε πολιτικό κλίμα. Αλλά στην τρέχουσα στιγμή συνιστούν μια πολυτέλεια που πραγματικά δεν πρέπει να ανεχθούμε. Ο βαθμός στον οποίο μπορούν αυτές να εξαλειφθούν ή να μειωθούν, σύμφωνα με μια νέα βαρύτητα και ένταση, θα είναι επίσης μια πραγματική πρόοδος στο κίνημα της Εθνικής Αναγέννησης.»

Το ανωτέρω κείμενο η διαφωτιστική και πικρόχολη ακρίβεια  του οποίου είναι ξεκάθαρες γράφτηκε από τον διδάσκαλο Έβολα το 1951, ως άρθρο στην εβδομαδιαία επιθεώρηση «Ιδεαλιστική Εξέγερση», μεταπολεμική έκδοση του «Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος» (MSI). Το  εκδιδόμενο στην Ρώμη πολιτικό, λογοτεχνικό και τεχνοκριτικό έντυπο, κυκλοφόρησε από τον Απρίλιο του 1946 έως και τον Ιούλιο του 1953. Ήταν συνώνυμο του σπουδαιότερου έργου του «προφήτη της πατρίδας» Αλφρέντο Οριάνι και διευθυνόμενο από τον αξέχαστο Τζιορτζιο Αλμιράντε, τον ηγέτη του MSI φιλοξένησε συχνά κείμενα του βαρώνου Έβολα. Αυτά τα κείμενα του στην «Ιδεαλιστική Εξέγερση» το 2001 συγκεντρώθηκαν με φροντίδα του καθηγητή Πιέρο ντι Βόνα σ΄ ένα τόμο (Εκδόσεις di Ar). Μέσα τους η σκέψη του  μεγάλου καθοδηγητή παραμένει ξεκάθαρη, ζωογόνα, συμβουλευτική και διαχρονικά επίκαιρη.

Mνημόσυνο Γεωργίου Γρίβα Διγενή: Στεφάνι εκ μέρους του Γ.Γ. της Χρυσής Αυγής Νικολάου Γ. Μιχαλολιάκου

Εκ μέρους του αρχηγού της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ Νίκου Μιχαλολιάκου κατατέθηκε σήμερα στεφάνι στο τάφο του αρχηγού της ΕΟΚΑ Γεωργίου Γρίβα Διγενή από τον συναγωνιστή Ανδρέα Λιασίδη παρά τις συνθήκες γενικής απαγόρευσης κυκλοφορίας που απέτρεψαν την παρουσία κόσμου στο χώρο. 
 
Ο αιχμάλωτος του καθεστώτος της διαπλοκής και της εξάρτησης της Ελλάδος σε ντόπιους και ξένους τοκογλύφους Νίκος Μιχαλολιάκος δεν ξεχνά την σκλαβωμένη Κύπρο και τον αγώνα που διεξάγουν οι εθνικιστές για απελευθέρωση και Ένωση με την Ελλάδα χωρίς συμβιβασμούς με το κυπριακό προδοτικό κατεστημένοΜέσα από τα σίδερα της φυλακής του, ο αρχηγός της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, στέλλει μήνυμα ανυποχώρητου αγώνα και νίκης. 
 
Αυτοί που ετοιμάζονται να σύρουν την Κύπρο στα παζάρια και σε λύση διχοτομική είτε ομοσπονδίας είτε δύο κρατών θα βρουν απέναντι τους τους Έλληνες εθνικιστές όπου γης. 
Καμιά υποχώρηση. 
Η Κύπρος μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα της απομόνωσης της και ανισορροπίας ισχύος μέσα από νέες θεσμικές σχέσεις με την Ελλάδα και να διεκδικήσει την κατεχόμενη επικράτεια της. 
 

Για το Αύριο που έρχεται…

Θυμάσαι κάποτε, παιδιά ξεκινήσαμε κι οι δύο. Εγώ κι εσύ με ανησυχίες για τον κόσμο, για την κοινωνία, για τη ζωή την ίδια. Ο καθένας με τα δικά του ερεθίσματα, τις δικές του ιδέες και τα δικά του όνειρα. Κάποτε ήταν ίδια, όχι ίδια ακριβώς αλλά περπατούσαν δίπλα το ένα με το άλλο. Τόσο δίπλα που τα μπέρδευες για όμοια. 

Ο απαιτούμενος ρομαντισμός της ηλικίας δεν έλειπε, εγώ τον έψαξα στον Καρυωτάκη και τον Παλαμά, στον Νίτσε και τον Πλάτωνα. Εσύ τον έψαξες στον Marx, τον Sartre, τον Bukowski και την Plath. Ζήτησα τη νιότη μας να θυσιάσουμε στα όνειρα και τα ιδανικά μας, ζήτησες να περιμένουμε και να λογικευτούμε. Πίστεψα σ ένα θεό σαν τη μητέρα φύση δίκαιο μα σκληρό, δε πίστεψες πουθενά. Είπες οι θεοί είναι πολύ μικροί για σένα. Πως είναι ψεύτικοι και μη ρεαλιστικοί, σαν τα ιδανικά μου. Θεώρησες ανώτερο καθετί υλικό, θεώρησα καθετί υλικό βρώμικο και μικρό. Πάλεψες να με κάνεις να καταλάβω την ομορφιά της πραγματικότητας, δοκίμασα να σε βάλω στον κόσμο του ιδεαλισμού. Μου πρόσφερες γκρι διεξόδους για να ανοίξω τους ορίζοντές μου, σου πρόσφερα την ομορφιά της ηθικής και του δικαίου. Δοκίμασες τρόπους να με πείσεις κι εγώ με μόνο μου όπλο την αλήθεια σου απάντησα. Την ειλικρίνεια βάφτισες λάθος και το ψέμμα, σωστό. Εθελοτυφλούσες χωρίς να μπορείς να διαλέξεις αυτό που έπρεπε. Κι όταν όλα αυτά πάψανε, τότε διακρίναμε κι οι δύο πως τα όνειρα μας από δίπλα πλέον βαδίζανε αντίθετα. Το καθένα είχε πάρει το δρόμο του και δε μοιάζανε πια, δε τα μπέρδευες πια. Ήταν τόσο διαφορετικά που θα έλεγε κανείς πως ποτέ δε κρατούσαν το ένα το χέρι του άλλου. Κι όμως δεν είναι έτσι και το γνωρίζεις καλά.

Σε άφησα να προσπαθείς για ένα μέτριο σήμερα, με άφησες να παλεύω για ένα όμορφο αύριο, για μια Χρυσή Αυγή της Πατρίδας μας. Κι αν ποτέ το φέρει η μοίρα να συγκρουστούμε, ας γίνει. Εγώ τουλάχιστον έμαθα να πολεμάω και όχι να σκύβω!

Ο.Μ.

Η Χρυσή Αυγή θα συμμετέχει στις εκλογές όποτε και εάν γίνουν

“Ήταν αρχές Μαΐου όταν πρόσωπο αξιόπιστο μας μετέφερε την πληροφορία μέσα από τα κεντρικά γραφεία μεγάλου κόμματος ότι σε δύο δημοσκοπήσεις, οι οποίες είχαν γίνει η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ξεπερνούσε το 3%! Σήμανε αμέσως καμπανάκι κινδύνου για το πολιτικό κατεστημένο, που κάνει εδώ και έναν ολόκληρο χρόνο προπαγάνδα, από το βράδυ της 7ης Ιουλίου 2019, ότι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ “διαλύθηκε”! Έτσι στήθηκε ένα νέο σενάριο “διάλυσης” και έγινε ό,τι έγινε…”

Το κείμενο αυτό δεν γράφεται τυχαία. Οι φήμες μας έρχονται από κάθε γωνιά της Ελλάδος και τέτοιο μηχανισμό ψιθυριστών, οι οποίοι έχουν την δυνατότητα να σε τόσο μεγάλο βαθμό να διασπείρουν κακόβουλες φήμες διαθέτει βεβαίως η Νέα Δημοκρατία. Οι φήμες λοιπόν, που έφτασαν στην κεντρική διοίκηση της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ είναι ότι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ δεν θα συμμετέχει στις προσεχείς εκλογές! Βασίζονται στην άγνοια, στον αποκλεισμό μας από όλα τα ΜΜΕ που πλουσιοπάροχα τους μοιράζουν εκατομμύρια ευρώ, αλλά δεν θα τους περάσει!

Κάθε Χρυσαυγίτης και κάθε Χρυσαυγίτισσα πρέπει να γίνει η φωνή του Κινήματος σε κάθε γωνιά της Ελλάδος και να ενημερώσει όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες ότι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ θα είναι δυναμικά παρούσα στις προσεχείς εκλογές.

Αξίζει στο σημείο αυτό μία παρένθεση ήταν αρχές Μαΐου όταν πρόσωπο αξιόπιστο μας μετέφερε την πληροφορία μέσα από τα κεντρικά γραφεία μεγάλου κόμματος ότι σε δύο δημοσκοπήσεις, οι οποίες είχαν γίνει η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ξεπερνούσε το 3%! Σήμανε αμέσως καμπανάκι κινδύνου για το πολιτικό κατεστημένο, που κάνει εδώ και έναν ολόκληρο χρόνο προπαγάνδα, από το βράδυ της 7ης Ιουλίου 2019, ότι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ “διαλύθηκε”! Έτσι στήθηκε ένα νέο σενάριο “διάλυσης” και έγινε ό,τι έγινε…

Άρχισε, λοιπόν, ΟΧΙ ΤΥΧΑΙΑ η βρώμικη προπαγάνδα από μία ετερόκλητη συμμαχία νεοδημοκρατών και νεοπατριωτών, οι οποίοι διαδίδουν ότι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ δεν πρόκειται να λάβει μέρος στις προσεχείς εκλογές! Ευσεβείς πόθοι… Και είναι το μέτωπο αυτό που δείχνει ποιοι κρύβονται πίσω από την πολεμική κατά του Κινήματός μας.

Σεσημασμένοι νεοδημοκράτες και υβριστές της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ εμφανίζονται στο διαδίκτυο σαν πρώην χρυσαυγίτες, που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ λόγω… Μιχαλολιάκου! Αυτήν την γραμμή και την προπαγάνδα την καλλιεργεί εδώ και πέντε ολόκληρα χρόνια σε μια επιχείρηση “ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ” ένας ολόκληρος μηχανισμός τόσο σε εφημερίδες, αριστερές και δεξιές, όσο και στο διαδίκτυο.

Δεν μας προκαλεί εντύπωση επίσης ότι επιτέλους έχουν κάτι που τους ενώνει διαφόρων ειδών τύποι με εντελώς αντίθετες προθέσεις.

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΠΟΛΙΤΕΥΤΕΣ ΜΑΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ… ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ!

Χρειάζεται όμως πραγματικό θράσος και διαθέτουν άφθονο οι νεοέλληνες “πολιτευτόμενοι” πιστοί απόλυτα μιμητές του κουτοπόνηρου Καραγκιόζη, να καταγγέλλουν για θέματα Ιδεολογίας την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ! Άνθρωποι που ήταν απόντες στα πέτρινα χρόνια του Κινήματός μας όταν συμμετείχαμε σε εκλογές με το μηδέν μπροστά στο ποσοστό μας, να μιλούν σε εμάς για… Ιδεολογία! Και αυτό όταν είναι γνωστός ο βίος και η πολιτεία τους και έχουν περάσει δεκαετίες ολόκληρες από την ζωή τους, υπηρετώντας τα αντεθνικά συμφέροντα άλλοι της ΝΔ, άλλοι του ΠΑΣΟΚ και άλλοι ακόμη και του ΚΚΕ. Κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς, χωρίς ντροπή (που να την βρουν;) προβάλλουν και φωτογραφίες τους μαζί ακόμη και με αυτόν που φυλάκισε την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, τον Σαμαρά και μιλάνε σε εμάς για Ιδέες…

Το πρόβλημα τους σε όλες τις περιπτώσεις είναι η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ και βεβαίως η ηγεσία της και στο παρελθόν και τώρα και κτυπώντας την ηγεσία της κτυπούν την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Δυστυχώς υπάρχουν και κάποια άτομα αφελή, που δεν αντιλαμβάνονται το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται και που όταν θα δουν τον Ιδεολογικό κατήφορο που τους περιμένει, τότε θα είναι αργά...

Για όλους αυτούς, που σήμερα πολεμούν το Κίνημά μας έγραψα το παρακάτω μήνυμα στο διαδίκτυο: “ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ όλοι οι "πατριώτες"(από επαγγελματίες εκβιαστές μέχρι τοκογλύφοι και μωροφιλόδοξοι δήθεν εθνοσωτήρες) και όσοι φυσικά τόσα χρόνια με μισούσαν φανερά ή κρυφά ΕΝΩΘΗΚΑΝ εναντίον της Χρυσής Αυγής και εναντίον μου. ΠΟΛΛΟΙ ΕΧΘΡΟΙ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΙΜΗ!”

Ποιοι είναι οι επαγγελματίες εκβιαστές, οι τοκογλύφοι και οι μωροφιλόδοξοι; Ρωτήστε τους ίδιους…

Ν.Γ. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ

Ιωάννης Συκουτρής: Η ηρωική αντίληψις της ζωής

Η ηρωική αντίληψις της ζωής αναχωρεί από την αρχήν, ότ’ η Ζωή είν’ ένας διαρκής αγών, μία αδιάκοπος, χωρίς τέρμα και χωρίς σταμάτημα, μάχη εναντίον της φύσεως, εναντίον των άλλων ανθρώπων, εναντίον του εαυτού μας. Επομένως και ο άνθρωπος, κάθε γενεάς ο άνθρωπος, αποτελεί μία συνεχήν μετάβασιν προς κάτι άλλο, προς κάτι ανώτερον. Όχι προς ένα διαφορετικό είδος οργανικού ανθρώπου, αλλά προς το να γίνη φορεύς μιας ανωτέρας, δηλαδή εντονωτέρας και πλουσιωτέρας μορφής της Ζωής. Έτσι κάθε άνθρωπος αξιόλογος είν’ ένας πρόδρομος, που αντλεί το νόημα της υπάρξεώς του όχι από το παρελθόν ούτ’ από το παρόν, αλλ’ από το μέλλον και μόνον. Το παρελθόν ως παρελθόν το αγνοεί, προς το απρόν ευρίσκεται εις πόλεμον συνεχή. Όχι μόνον προς εκείνο το παρόν, το οποίον δεν είν’ εις την ουσίαν του παρά επιβίωσις του παρελθόντος, ή μάλλον διατήρησις του σώματος αυτού οφειλομέν’ εις την δειλίαν ή την νωθρότητα των συγχρόνων ανθρώπων. Ο ηρωικός άνθρωπος μάχεται και προς το γνήσιον παρόν, το παρόν που ζη γύρω του και ζη μέσα του.

Και εδώ ακριβώς κείται η τραγικότης του ηρωικού ανθρώπου. Ριζωμένος είναι βαθύτατα εις το παρελθόν, του οποίου είναι το εκλεκτότερον κάρπισμα, μέσα του συμπυκνώνει εις μοναδικόν βαθμόν εντάσεως το παρόν- και όμως αρνείται το παρόν και το μάχετ’ εν ονόματι του μέλλοντος, το οποίον ζη ο ίδιος προληπτικώς μόνον ως πραγματικότητα μέσα του. Και το μάχεται με τα όπλα και την ρώμην της ψυχής του, που είναι του παρόντος όπλα και ρώμη, το οποίον κατ’ αυτόν τον τρόπον χρησιμοποιεί ταυτοχρόνως και καταπολεμεί. Έτσι τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτόν του, εκλέγων ούτως ειπείν το επικινδυνότερον σημείον, μέσα εις την ορμήν και την οργήν παντοδαπών συγκρούσεων. Συγκρούσεων προς τους συγχρόνους του, οι οποίοι τον μισούν, διότι μισούν το μέλλον εις το πρόσωπόν του. Συγκρούσεων προς τον ίδιον τον εαυτόν του, μιας πάλης μεταξύ της πραγματικότητός του, που ανήκει εις το παρόν, και των δυνατοτήτων του, που ανήκουν εις το μέλλον, που είναι το μέλλον, που θα τας πολεμήση και πάλιν εν ονόματι άλλων δυνατοτήτων από την στιγμήν που θα γίνουν πραγματικότης.

Κατ’ αυτόν τον τρόπον ζη ταυτοχρόνως ο ηρωικός άνθρωπος τον μεγαλύτερόν του πόνον και την μεγαλυτέραν του ελπίδα. Ζη την συντριβήν και τον πόνον του, αλλά ζη μαζί και την ηθικήν αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. Κάτι περισσότερον: Ερωτεύεται την συντριβήν του, την χαίρετ’ εκ των προτέρων, αντλεί την ιλαρωτέραν του ακριβώς παρηγορίαν από την συντριβήν του.

Αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από την Μοίραν ως αγωνιστής και ως μάρτυς- περισσότερον ως μάρτυς, αφού την επιτυχίαν δεν την μετρεί με αποτελέσματ’ άμεσα, με αριθμούς και μεγέθη, δεν την μετρεί καν διόλου. Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώση επάνω του (θα προσελκύση μάλλον εθελουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ’ αστροπελέκια, δια να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Αλλά θα το κάνη όχι από πνεύμ’ αλτρουϊσμού και εθελοθυσίας υπέρ των άλλων. Εις την ετοιμότηταν του κινδύνου τον σύρει με ακαταμάχητον έλξιν η αισθητική, θα έλεγα, γοητεία του κινδύνου, η συναίσθησις ότ’ είναι προνόμιον των εκλεκτών (όχι καθήκον ή πράξις φιλανθρωπίας) να συντρίβωνται υπέρ των άλλων, υπό των άλλων- το πολυτιμότερον προνόμιον! Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είν’ ο καρπός- αυτά αντιπροσωπεύουν το παρόν και του παρόντος την ανεπιφύλακτον χαράν. Είναι ο σπόρος που θα ταφή και θα σαπίση, δια ν’ αναφανή το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν’ εκείνος που θάπτεται δια να εορτασθή η ανάστασις, και ανάστασις χωρίς ταφήν δεν υπάρχει.

Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν δείχνεται εις την συντριβήν του μόνον, ή και εις την ετοιμότητα έστω προς συντριβήν. Ειδεμή, η ηρωική αντίληψις θα ήτον ιδεώδες θανάτου μόνον, όχι μορφή ζωής- και τι ζωής! Ο ηρωικός άνθρωπος, και μόνον αυτός, ζη έντονα και πλούσια ολόκληρον την Ζωήν. Αλλά το να ζήση έντονα δεν σημαίνει δι’ αυτόν ό,τι συνήθως νοούμεν με την έκφρασιν αυτήν: να δοκιμάζη άφθονα και δυνατά τας απολαύσεις και τας ηδονάς της Ζωής.

Δεν τας αγνοεί βέβαια τας απολαύσεις της Ζωής ο ηρωικός άνθρωπος, αλλά τας δοκιμάζει τόσον, όσον χρειάζεται να τας ξεπεράση, τας γνωρίζει τόσον, ώστε να εννοή, ότι κατά βάθος παραλύουν μάλλον την δύναμιν του ανθρώπου, και ας του χαρίζουν την ψευδαισθησίαν της εντατικότητος και της πλησμονής. Έπειτα τας απολαύσεις αναζητεί εκείνος που ζητεί να πάρη από την Ζωήν, όχι εκείνος που έχει να της δώση- και σε πλουτίζει όχι το να παίρνης, αλλά το να δίδης.

Η έντονος αυτή ζωή είναι κατ’ ανάγκην πολυμερής, τόσον πολυμερής, ώστε να την ευρίσκουν πολυπράγμονα όσοι μετρούν τον πλούτον των εκλεκτών φύσεων με την πενίαν της ιδικής των, όσους δεν αφήνει ο φθόνος ν’ αναγνωρίσουν εις έναν σύγχρονόν των τον όλβο των αγαθών, που δεν έχουν εκείνοι. Ο ηρωικός άνθρωπος χαίρεται πολλάς μορφάς ζωής συγχρόνως, και τας χαίρεται όχι εξωτερικώς, σαν αισθητικόν θέαμα ή δια να ικανοποιήσει την περιέργειάν του. Μέσα του ζη όλας αυτάς τας μορφάς της Ζωής, τας αφομοιώνει μέσα του, και τας αποδίδει με τον προσωπικόν του τρόπον. Η ψυχή του ομοιάζει μ’ ένα έδαφος λιπαρόν και βαθύ, εις το οποίον κάθε σπόρος άνετα θ’ ανθοβολήση και θα καρπίση. Έτσι μεταμορφώνεται, χωρίς να χάνη τον εαυτόν του. Ζη ταυτοχρόνως με πολλούς, όπως ο τραγικός ποιητής, ο μεγαλοφυής, που ζη μέσα εις όλα του τα πρόσωπα, και τα περισσότερον αντίθετα, ζη μέσ’ απ’ όλα του τα πρόσωπα, και όμως παραμένει ο ίδιος και ως ύπαρξις και ως διάνοια. Και δεν ζη μόνο πολλάς μορφάς Ζωής. Συγκλονισμούς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμούς συντρίβεται πολλούς, μυρίους θανάτους αποθνήσκει.

Αλλ’ η πολυμέρεια αυτή δεν σημαίνει και διάσπασιν, απώλειαν έρματος ατομικού, διάχυσιν και θόλωμα του πυρήνος της προσωπικότητος. Αυτό συμβαίν’ εις τους πολλούς, όταν ποτέ θελήσουν να είναι πολυμερείς. Δια τον ηρωικόν άνθρωπον η πολυμέρεια δεν αίρει την συγκέντρωσιν, την καθιστά ισχυροτέραν, την αποδεικνύει ισχυροτέραν. Δεν θα ήτον ηρωικός άνθρωπος, αν δεν ήτο μία δυνατή προσωπικότης, και δυνατή προσωπικότης σημαίνει ισχυρόν κεντρικόν εγώ, που να συγκρατή τας ψυχικάς περιπετείας και τα εξωτερικά περιστατικά, τα πετάγματα και τα ενδιαφέροντα εις μίαν σφικτοδεμένην ενότητα όχι μόνο χρονικής διαδοχής, αλλά συνοχής λογικής, αναγκαιότητος ηθικής.

Η πολυμέρεια του ηρωικού ανθρώπου παρέχει πολλάκις την εντύπωσιν αντιφατικότητος. Είναι τόσον πλουσία η προσωπικότης του, ώστε το καθένα της μέρος, η καθεμία της πλευρά, θα ημπορούσε να αποτελή (και αποτελεί δια τους πολλούς) έναν αυτόνομον κόσμον, διαφορετικόν από τον κόσμον που θα ημπορούσε ν’ αποδώση μία άλλη πλευρά του. Είναι λοιπόν ν’ απορής πώς οι πολλοί τας ευρίσκουν ασυμβιβάστους; Αλλ’ ο ηρωικός άνθρωπος δεν ομοιάζει με τους καλούς και φρονίμους αμαξάδες, οι οποίοι οδηγούν το αμαξάκι των “βραδέως αλλ’ ασφαλώς” από τους δρόμους τους στρωτούς και τους ησύχους προς το τέρμα, που άλλοι καθώρισαν. Με τον ηνίοχον ομοιάζει, που κυβερνά τέσσαρα, οκτώ ίσως θυμοειδή άλογα- και το καθένα των σπεύδει ασυγκράτητον προς αυτοβούλους κατευθύνσεις. Τα κυβερνά με δυνατό χέρι, χωρίς όμως και να εξουδετερώνη εκείνων την επαναστατικότητα και την ορμητικότητα. Ειδεμή, τι θέλγητρον θα είχε δι’ αυτόν η ηνιοχεία; Το “βραδέως αλλ’ ασφαλώς” δεν το ξέρει, λογαριάζει και τας πτώσεις, διότι μόνον όπου υπάρχουν πτώσεις δίδετ’ ευκαιρία και ανυψώσεων.

Πράγματι ο πόλεμος και ο κίνδυνος είναι το στοιχείον του, η απαραίτητος τροφή του. Ο πόλεμος λέγω και η νίκη, όχ’ η επιτυχία. Η επιτυχία δεν είναι πάντοτε νίκη. Είναι νίκη εξωτερική, εξωτερικός πλουτισμός εις επιτεύγματα και κέρδη- να, σαν τα ρεκόρ συγχρόνου αθλητού, που μετρούνται με δευτερόλεπτα και υφεκατοστόμετρα. Αλλ’ ο ηρωικός ζητεί την νίκην εκείνου που χαίρεται το ότι επολέμησε, το ότι εκινδύνευσε, το ότι αντέστη, την νίκην ως ευκαιρίαν μόνο να ζήση εντόνους και αγωνιώδεις στιγμάς. Και παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα με την αποτυχίαν εις τους αντικειμενικούς σκοπούς, καθώς η αποτυχία των 300 εις τας Θερμοπύλας…

Άλλωστε γενικώς η επιτυχία είναι δια τον ηρωικόν άνθρωπον μια λέξις, μία πραγματικότης ίσως- όχι αξία. Δεν την ξέρει, ούτε τον ξέρει εκείνη. Αν επίστευεν ολιγώτερον εις τον εαυτόν του, θα ήτο δι’ αυτό απογοητευμένος. Αν επίστευεν ολιγώτερον εις της Μοίρας την σοφίαν, θα ήτον απαισιόδοξος. Αλλ’ επιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοπού, που ευρίσκετ’ έξω μας, και εκείνος έχει μέσα του τον σκοπόν και το νόημα της υπάρξεώς του. Απέναντι αυτού τίποτε δεν μετρεί, ούτ’ η ζωή του, ούτ’ η ευτυχία του. Και τι μεγαλύτερον θα ημπορούσεν η επιτυχία να του προσφέρη;

Έπειτα η επιτυχία σημαίνει φρόνησιν, και η φρόνησις είναι προσαρμογή της ψυχής προς τα πράγματα, καταβιβασμός δηλαδή και ολιγάρκειά της, δια να συμμορφωθή προς την καθημερινότητα του εξωτερικού κόσμου. Ενώ η σοφία και η αποστολή του ηρωικού είναι ν’ αναβιβάση τα πράγματα προς την ψυχήν του, να τα γεμίση με νόημα τόσον, ώστε να γίνουν αντάξιά του. Δι’ αυτό παρέχει την εντύπωσιν άφρονος, και είναι άφρων. Έχει την αφροσύνην του παιδιού, που στερείται την πολυύμνητον αυτήν πείραν της πραγματικότητος, η οποία είναι κατά βάθος όκνος και ολιγοπιστία. Ενώ το παιδί είναι παιδί, ακριβώς διότι πιστεύει, διότ’ ημπορεί ακόμη να πιστεύη ανεπιφύλακτα. Ο ηρωικός άνθρωπος είν’ ο αιώνια νέος- τι να την κάνη την φρόνησιν; Είναι δια τους πεζούς και τους νοικοκυραίους, που βαδίζουν ήσυχα και ομαλά τον δρόμον της ζωής των. Εκείνος όμως δεν βαδίζει. Χορεύει.

Αυτός ειν’ ο λόγος που θεωρείται και είναι άνθρωπος αβοήθητος εις την συνήθη πρακτικήν ζωήν. Και ένας άλλος λόγος: δεν έχει την φρόνησιν να δυσπιστή προς τους γύρω του. Να δυσπιστή προς τι; Δια ν’ αποφύγη κινδύνους; Μα αυτούς είναι ακριβώς, που αναζητεί η ψυχή του. Τους αναλαμβάνει όχι από επαγγελματικήν συνήθειαν ή από βιοποριστικόν καταναγκασμόν- οι ακροβάται και οι θηριοδαμασταί θα ήσαν τότε οι ηρωικότεροι των ανθρώπων- αλλ’ ως εσωτερική προσταγήν της μοίρας του, ως το ιερώτερον δικαίωμα που του δημιουργεί η υπεροχή του. Οι πολλοί καμαρώνουν δι’ όσους κινδύνους απέφυγαν, όχι δι’ όσους υπεβλήθησαν. Περιγράφουν τας επιτυχίας που επραγματοποίησαν , και υπερηφανεύονται δια την εξυπνάδα των. Αλλά δια τον ηρωικόν άνθρωπον, το είδαμεν: η επιτυχία δεν αποτελεί ούτε κριτήριον ούτε ιδεώδες. Ιδεώδες του και κριτήριον: να ζήση δυνατός και ωραίος. Και είναι γενναιότερον και ωραιότερον ν’ αδικηθής παρά ν’ αδικήσης, να εξαπατηθής παρά να εξαπατήσης.

Άλλωστε προς τι να εξαπατήση; Εξαπατούν οι ετεροκεντρικοί, αυτοί που ασχολούνται διαρκώς με τους άλλους, δια να τους αντιγράφουν ή να τους φθονούν, ή και τα δύο μαζί. Απασχολούνται κατ’ ανάγκην, αφού δεν είναι τόσον πλούσιον το εγώ των, ώστε να τους απασχολεί εκείνο έντονα και ικανοποιητικά. Ο ηρωικός όμως αποτελεί ο ίδιος κέντρον του εαυτού του, ελεύθερος εις την απομόνωσίν του, αριστοκρατικός με την απόστασιν εις την οποίαν κρατεί τους άλλους, απτόητος με το θάρρος της προσωπικής του γνώμης και της προσωπικής του ευθύνης, υπερήφανος μέσα εις το άβατον τέμενος της μοναξιάς του. Δι’ αυτό δεν καταδέχεται να φθονή, μήτε να παραβγαίνη με τους άλλους. Δεν χρειάζεται να βεβαιώνη εις τον εαυτόν του μ’ αυτό το μέσον, με την εξωτερικήν αναγνώρισίν του δηλαδή, την υπεροχήν του.

Αν φαίνεται κάποτε να προχωρή από την απομόνωσίν του προς τους άλλους, το κάνει από πλησμονήν εσωτερικήν, από εντροπή να κρατή μόνος του τον πλούτον που αναβλύζει μέσα του, από την σκληράν, αυτοβασανιστικήν επιθυμίαν να ξεφύγη από τον υποκειμενισμόν του, τον μόνον κίνδυνον που φοβείται σοβαρά, να προχωρήση από το εγώ του προς την μοίραν του. Και είν’ η μοίρα κάθε ανθρώπου κάτι που υπάρχει και δρα πριν από το εγώ του και ύστερ’ απ’ αυτό. Είν’ η μοίρα μας που διαπλάσσει το εγώ μας, όχι τανάπαλιν. Έτσι ο ήρως είναι πάντα μοναχικός- ειδεμή, δεν θα ήτον ήρως- αλλά ποτέ υποκειμενικός.

Πουθενά δεν φαίνεται περισσότερον η υπερηφάνεια του ηρωικού ανθρώπου, παρά εις τον τρόπον που διεξάγει τους λεγομένους αγώνας ιδεών. Δεν αποβλέπει ποτέ εις το να νικήση. Τι θα ειπή να νικήση; Να δεχθούν τας απόψεις του; Συμφορά! Ο ίδιος ξέρει τι του εστοίχισεν ως που να καταλήξη εις αυτάς, τι τόλμη εχρειάσθη- sapere aude, λέγει ο αρχαίος ποιητής-, τι εσωτερικήν ωρίμανσιν προϋποθέτει. Έτσι ανησυχεί μάλλον παρά ποθεί εκείνον, που θα τας δεχθή κατ’ επιταγήν ή ως προϊόν μιας συντόμου συζητήσεως.

Δια ν’ αποκτήση μήπως οπαδούς; Είν’ αληθές, ότι πολλοί αισθάνονται την ανάγκην να κάνουν προπαγάνδαν δια τας ιδέας των, σαν να φοβούνται, ότι δεν θα είναι ορθαί, αν δεν τας ανεγνώριζαν και άλλοι, κατά το δυνατόν πολυαριθμότεροι. Αλλ’ εκείνος γνωρίζει, ότι σημασίαν δεν έχει το περιεχόμενον των ιδεών ενός ανθρώπου, αλλ’ η ψυχική δύναμις με την οποίαν τας κατέκτησε και τας κατέχει, όχι το τι πιστεύεις αλλά το πώς πιστεύεις ό,τι πιστεύεις. Ότι τας θεμελιώδεις, τας ζωτικάς πεποιθήσεις σου ρυθμίζει κατάβάθος η μοίρα σου, όχι τανάπαλιν. Και η μοίρα σου είναι κάτι απολύτως προσωπικόν. Δεν ημπορείς μήτε να το δανεισθής, μήτε να το δανείσης. Έπειτα, τι σημαίνει δια τον ηρωικόν άνθρωπον ο αριθμός; Εκείνος θέλει, και ως πνευματικός άνθρωπος ακόμη, να εργάζεται, όχι να συνεργάζεται- είναι ανδρικώτερον…

Έτσι, και όταν υπερασπίζη τας απόψεις του, δεν το κάνει δια να τας επιβάλη αλλά δια να μείνη οποίος είναι. Και ακριβώς το να είναι οποίος είναι, αποτελεί εις τα μάτια των άλλων πολλάκις αυτό και μόνον πολεμικήν. Η ύπαρξίς του και μόνη εξεγείρει το μίσος. Αρκεί να περιγράφη απλώς πώς είναι, και προκαλεί αντιπάθειαν- τόσον μεγάλον μέρος από το μέλλον αντιπροσωπεύει! Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν, και είν’ ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι. Οι πολλοί το φοβούνται, και ο φόβος των παίρνει πολλάκις την μορφήν αντιπαθείας.

Και όμως σπείρει άφθονα τα γεννήματα του νου του. Τα σπείρει, διότι δεν ημπορεί να κάνη διαφορετικά, όπως το δέντρον που τινάζει τους καρπούς του σαν ωριμάσουν, είτ’ ευρίσκονται από κάτω είτε όχι αυτοί που θα τους είναι χρήσιμοι. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος από την πίστιν του, ομιλεί περί αυτής υποκύπτων στην εσωτερικήν ορμήν ν’ ανακοινώση- όχι ν’ ανακοινώση, να τραγουδήση μάλλον- την χαράν του και τους θησαυρούς του, να έτσι, όπως ο ερωτευμένος που θα ήθελεν εις όλον τον κόσμον να φωνάξη την αγάπην του, και διαβεβαιώνει κάθε φοράν το αγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ’ αγαπά, όχι δια να το πείση, ούτε διότι φαντάζεται πως αμφιβάλλει, αλλά μόνον διότι ευχαριστείται ο ίδιος κάθε φοράν να τ’ ακούη. Έτσι και ο ηρωικός άνθρωπος: είτε προφορικώς αναπτύσσει προς ένα κοινόν, είτε γράφει, κατά βάθος είν’ ο ίδιος ακροατής και γνώστης του εαυτού του. Ομιλεί ενώπιον των άλλων, δια ν’ ακούση ο ίδιος την φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.

Υπερήφανος είναι, όχι εγωιστής. Δι’ αυτό σπαταλά τον εαυτόν του. Η ευτυχία του είναι να δαπανά, ακριβέστερον ακόμη: να δαπανάται. Ανεξάντλητος όπως είναι, δεν ξέρει αριθμητικήν. Είναι τόσον πλούσιος, ώστε θ’ αναπληρώση εύκολα (το ξέρει) κάθε ζημίαν. Προς τι λοιπόν να την υπολογίζη; Υπολογίζει ο πτωχός, ο πλούσιος κλείνει τα μάτια, απλώνει το χέρι, και σκορπά… Όσα και να σκορπίση, πάντοτ’ εκ του περισσεύματος θα είναι.

Εκ του περισσεύματος αντλεί και η μεγαλοδωρία του ηρωικού ανθρώπου. Αφρόντιστα και αδίστακτα σπαταλά τα πλούτη του, την δραστηριότητά του, την υγείαν του, την ρωμαλεότητα της ψυχής και του νου του. Σκορπά την αγάπην του χωρίς ανταλλάγματα, έτοιμος να πληρώση εκείνους που θα θελήσουν να την δεχθούν. Σκορπά τας συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς και την φλόγα, τα κάλλη και τα ρίγη της ψυχής του. Και είναι τόσον πολλά τα πολύτιμ’ αυτά πετράδια, ώστε ο πτωχός και ο κακός υποπτεύουν πως θα πρέπει κίβδηλα να είναι. Ειδεμή, θα τα εμοίραζεν έτσι, τόσον αμέριμνα, τόσον αλύπητα; Σκορπά του νου του τα γεννήματα, που είναι δι’ αυτόν βιώματα ψυχής, χωρίς να κατοχυρώνη συγγραφικώς την πατρότητά των, να έτσι σαν τον ήλιον που ακτινοβολεί παντού το φως του. Και ο ήλιος δεν έχει μετρητήν του φωτός, έχουν αι ηλεκτρικαί εταιρείαι μόνον.

Και είν’ η χαρά του να σκορπά: όλα τ’ αγαθά της γης τα εκτιμά όχι ως κτήματα, αλλ’ ως χρήματα (με την αρχαίαν σημασίαν της λέξεως εκ του χρώμαι), ως δαπανήματα δηλαδή. Ή μάλλον πιστεύει πως αγαθά δεν είναι, γίνονται αγαθά αφ’ ης στιγμής και εφ’ όσον δαπανώνται.

Εις την εργασίαν καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προθυμίαν. Την δέχεται αυτονόητα και χαρωπά, αφού είναι κάτι βαρύ και δύσκολον, αφού ζωή σημαίνει δι’ αυτόν δράσις και κάματος. Εργάζεται από την επιθυμίαν να χρησιμοποιή τας δυνάμεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα, εργάζετ’ αισθητικώς, καθώς ένας αθλητής.

Το ίδιον και εις την πνευματικήν του εργασίαν: δεν μελετά δια να γράψη ένα βιβλίον- η σκέψις είναι δι’ αυτόν κάτι που το ζη, όχι κάτι που το γράφει- ή δια να επιτύχη εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίση, να πλουτίση ακόμη με την χαράν που δίδει ένα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως έτσι σκορπά ένα πλήθος προσωπικών στοχασμών (προσωπικών και όταν έχη απ’ άλλος λάβει την αφετηρίαν της σκέψεως), που ένας άλλος θα προεφύλασσε ζηλοτύπως. Μα ο ηρωικός άνθρωπος αγνοεί την ζηλοτυπίαν.

Και είναι φυσικόν, αφού διατηρεί ζωντανά και καθαρά τα χαρίσματα του γνησίου αριστοκράτου: την μοναξιά του, το αίσθημα της ανεπιμειξίας, το θάρρος και την ικανότητα προς την περιφρόνησιν, τας μακροχρονίους αφοσιώσεις, την αρχοντικήν μεγαλοδωρίαν. Προ παντός το αίσθημα της προσωπικής τιμής, ενώπιον της οποίας όλα τ’ άλλα, πλούτος και μόρφωσις, εξουσία και υγεία, είν’ ένα μηδέν.

Η ζωή ενός ανθρώπου, καθώς αυτού που περιέγραψα, δεν ημπορεί παρά να είναι σύντομος. Σύντομος όχι πάντοτε με την κοινήν σημασίαν, ημπορεί κάποτε να ζήση και πολλά χρόνια, αλλά πάντα θα είν’ ολίγα, σχετικώς με την πλησμονήν της ζωτικότητός του. Άλλωστ’ η ηλικία είναι κάτι σχετικόν, δεν μετριέται. Είν’ έννοια ηθική, όχι αστρονομική.

Συνήθως όμως είναι σύντομος και υπό την συνήθη χρήσιν της λέξεως. Σύντομος, διότι ο ηρωικός άνθρωπος περνά ολόκληρον την ζωήν του εις το πολυκίνδυνον μέτωπον του πολέμου. Σύντομος, διότι πάντοτε είναι, από την μοίραν του και μόνην οδηγούμενος, ερασιθάνατος.

Βαδίζει προς τον θάνατον όχι δια ν’ αναπαυθή, όχι διότι εβαρέθηκεν την ζωήν, όχι διότι εδειλίασε ενώπιον αυτής, όχι από μαρασμόν και εξάντλησιν των δυνάμεών του. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν υφίσταται τον θάνατον. Δι’ αυτόν και ο θάνατος ακόμη δεν είναι πάσχειν, αλλά πράττειν. Είναι η τελευταία πράξις, με την οποίαν επισφραγίζει όλας του τας άλλας πράξεις. Τους δίδει αυτή το νόημα. Διότι και η Ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή, και η αρχή το νόημά της αντλεί από το τέλος, του οποίου είναι αρχή. Και είναι το τέλος ο θάνατος, αλλά και η τελείωσις.

Αλλ’ ο πληθωρισμός της ζωής είναι τόσος μέσα του, ώστε και ο θάνατός του δεν είν’ εκμηδένισις πλέον. Μεστώνει από περιεχόμενον, από ηθικήν αναγκαιότητα, πλημμυρίζει από την χαράν και την ωραιότητα μιας τελευταίας νίκης- παρόμοια με τον ήλιον, ο οποίος, κλίνων προς την δύσιν, ενδύεται την πορφυράν του μεγαλοπρέπειαν.

Αν θα είν’ εκούσιος ο θάνατος ή ακούσιος, δεν έχει σημασίαν. Δια τον ηρωικόν άνθρωπον ο θάνατος είναι πάντοτ’ εκούσιος, αφού ο δρόμος που συνειδητά εδιάλεξε και βαδίζει, μοιραίως και αναγκαίως οδηγεί προς τα εκεί. Άλλωστε διαλέγει συνήθως ο ίδιος τον θάνατόν του και την ώραν του, με την εσώψυχον πίστιν ότι δικαίωμά του απόλυτον είναι: αν θέλης να γεννηθής και πότε θέλης να γεννηθής, δεν εξαρτάτ’ από την συγκατάθεσίν σου- το να φύγης όμως από την Ζωήν και πότε να φύγης, αυτό αφήκε ο Θεός εις την ιδικήν σου, την υπεύθυνον διαγνώμην. Και είναι βαρεία και δύσκολος αυτή η ευθύνη- δια τούτο και η ορμή προς αυτοσυντηρησίαν είναι τόσον ισχυρά.

Αλλ’ εκούσιος ή ακούσιος, ο θάνατος του ήρωος είναι πάντοτε μία έκρηξις ηφαιστείου. Να έτσι ξαφνικά σπα το δοχείον της ζωής του, συντρίβεται και συντρίβει όλα γύρω του, φλέγεται και φλέγει, φωτίζεται και φωτίζει- και τρομάζουν οι δειλοί και ταπεινοί και φθονεροί. Οργή Κυρίου…

Καταπολέμηση του υλισμού-πιθηκισμού που διαφθείρει το Έθνος

Τις ημύνθη περί πάτρης; Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος. Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλευταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ’ εξεθέωναν οι προεστοί κ’ οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθεώνουν» οι βουλευταί κ’ οι δήμαρχοι. Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ’ τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, ον ήθελαν παρουσιάσουν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ αυτού… Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ’ επιδεξιώτερον τον κόθορνον. Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1896

Κόμμα 4ης Αυγούστου - Το “Κρυφό Σχολειό” του Εθνικισμού στην Ελλάδα του Μεταπολέμου

4η Αυγούστου σήμερα και όλοι θα θυμηθούν την 4η Αυγούστου του 1936 όταν ο Ιωάννης Μεταξάς έγινε ο Εθνικός κυβερνήτης της χώρας, την οποία και οδήγησε σε πρόοδο και σε μία χρυσή σελίδα δόξας! Όμως εγώ δεν θα θυμηθώ αυτήν την 4η Αυγούστου, την 4η Αυγούστου μιας αλησμόνητης εφηβείας γεμάτης αγώνες, Ιδανικά και διώξεις. 

Μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία θυμίζει μια υπέροχη προσπάθεια κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όταν κάποιοι ξεχωριστοί νέοι, όντας εκλεκτοί, οργισμένοι από την συνεχιζόμενη παρακμή και την σαπίλα ενός ολόκληρου Έθνους, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε έναν πολιτικό σχηματισμό με την ονομασία κόμμα 4ης Αυγούστου και σύμβολο τον Μαίανδρο. 

Στην πραγματικότητα, από όσα έχω μάθει οι δύο αρχικές ομάδες, οι οποίες ενώθηκαν και συγκρότησαν το κόμμα της 4ης Αυγούστου ήταν αυτή του Κωνσταντίνου Πλεύρη και του εξαίρετου και αγνού αγωνιστή Τηλέμαχου Κόμπη και η ομάδα του Πολυτεχνείου με τον αείμνηστο Δημήτρη Δημόπουλο και τον αγαπημένο Συναγωνιστή και πάντα έφηβο στην ψυχή Γεώργιο Π., εξαίρετο μηχανικό και πάντα συνεπή στις Ιδέες του. Πολύ σύντομα και άλλοι εκλεκτοί Έλληνες νέοι πύκνωσαν τις τάξεις αυτού του πρωτοπόρου Κινήματος.

Πρώτος απ’ όλους ένας ξεχωριστός διανοούμενος, που άφησε την σφραγίδα του στο εθνικιστικό Κίνημα και που βέβαια όλοι οι πρόσφατα “εθνικιστές” αγνοούν και αναφέρομαι στον Ανδρέα Δενδρινό, έναν πραγματικό αριστοκράτη και ευγενή. Δεν θα λησμονήσω τον αγαπημένο μου συμπατριώτη, που έφυγε νωρίς χωρίς να δει την Χρυσή Αυγή, που τόσο πολύ αγάπησε, να θριαμβεύει τον Παναγιώτη Κουτράκο και κοντά σε αυτόν βεβαίως τον Μιχάλη Αρβανίτη βουλευτή της Χρυσής Αυγής, τον Σπύρο Μανωλόπουλο, τον Νίκο Βασιλόπουλο και πολλούς άλλους, που ίσως η αναφορά των ονομάτων τους να τους έφερνε σε δύσκολη θέση και δεν το κάνω…

Ήταν θέρος του 1973 όταν πέρασα το κατώφλι του βιβλιοπωλείου “Κόκκινη μηλιά” στην οδό Θεμιστοκλέους και ύστερα τα γραφεία του Κ4Α στην οδό Μπουμπουλίνας και τότε φανερώθηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, ένας κόσμος που γνώριζα από πάντα, ο κόσμος μου. Βιβλία ξεχωριστά: “Αντιδημοκράτης”, αποκάλυψη ολόκληρη “Η Νέα Τάξις”, του Δημήτρη Δημόπουλου, οι μελέτες του Ανδρέα Δενδρινού, “Η κοσμοθεωρία του εθνικισμού” και πολλά άλλα.

Δεν είμαι εγώ αυτός που θα γράψω την Ιστορία του κόμματος της 4ης Αυγούστου. Άλλοι πρέπει να το κάνουν. Σήμερα όμως 4η Αυγούστου, θέλω να τιμήσω το Κόμμα της 4ης Αυγούστου, αυτούς τους ξεχωριστούς πρωτοπόρους του Ελληνικού Εθνικιστικού Κινήματος, που μέσα σε ένα ασφυκτικό καθεστώς, που δεν ήθελε Ιδεολογίες, ένα καθεστώς γέννημα του ψυχρού πολέμου και ενός στείρου αντικομμουνισμού, δημιούργησαν κυριολεκτικά το “Κρυφό Σχολειό” των Ελλήνων Εθνικιστών της Ελλάδας του μεταπολέμου.

Ν.Γ. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ 

ΛΑΪΚΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ -ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ, Οκτώβριος 1950

ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΑ: “Ένα έθνος παύει να έχει ψυχή, όταν δεν θέτει πάνω από το χρήμα, από ένστικτο και χωρίς καμμία αμφισβήτηση, ένα σύνολο ιδανικών που τα θεωρεί τα θεμέλεια της ύπαρξής του. Ένα έθνος που βάζει πάνω απ’ όλα το χρήμα, παύει να είναι έθνος και γίνεται το όργανο εκείνου του ξένου που κατέχει το χρήμα και στα χέρια του οποίου έχει εγκαταλείψει τη ζωή και το πεπρωμένο του”.  ΜΩΡΙΣ ΜΠΑΡΝΤΕΣ

 Πριν από αρκετά χρόνια εκλεκτός συναγωνιστής ανακάλυψε σε παλαιοβιβλιοπωλείο στο Μοναστηράκι ένα φυλλάδιο ασπρόμαυρο που επάνω του είχε έναν δικέφαλο αετό και τα αρχικά Λ.Ε.Κ., που σήμαιναν Λαϊκό Επαναστατικό Κίνημα. Άγνωστη η ιστορία του συγγραφέως του, που το όνομά του δεν αναφερόταν στο έντυπο. Άγνωστη και η δράση και η ύπαρξη αυτού του πολιτικού κινήματος. Από το φυλλάδιο αυτό, λοιπόν, και τα παρακάτω: 

“ΑΣΤΙΚΙΣΜΟΣ”: Αστικισμός είναι η αρρωστημένη νοοτροπία των καιροσκοπικών υποχωρήσεων και συμφεροντολογικών υπολογισμών στην αντιμετώπιση των ζωτικών προβλημάτων της φυλής και στην πάλη κατά των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών του έθνους… ΛΑΪΚΟ -ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ, Οκτώβριος 1950»

“ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ”: Επανάσταση θα πει ριζικές, αντρίκειες λύσεις. Χωρίς μεσότητες, συμβιβασμούς, δειλίες. Χωρίς αστικισμούς.

Το πρόβλημα της Ελλάδος δεν είναι πρόβλημα κυβερνήσεως. Είναι πρόβλημα καθεστώτος.

Χρειάζεται γενική, ριζική αλλαγή. Γκρέμισμα ενός σάπιου κόσμου και κτίσιμο πάνω σε νέες βάσεις, πάνω σε καινούργια θεμέλια.

ΛΑΪΚΟ -ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ, Οκτώβριος 1950»

Ξεπερνώντας το Εγώ, υπέρ του Έθνους

Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται. Όλα τούτα είναι μέλη του μεγάλου ορατού κορμιού σου. Πονάς και χαίρεσαι σκορπισμένος ως τα πέρατα της Γης μέσα σε χιλιάδες ομοαίματα κορμιά. Όπως μάχεσαι για το μικρό σου το σώμα, πολέμα και για το μεγάλο. Πολέμα όλα τούτα τα κορμιά σου να γίνουνε δυνατά, λιτά, πρόθυμα. Να φωτιστεί ο νους τους, να χτυπάει η καρδιά τους φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Πώς μπορείς να ΄σαι δυνατός, φωτεινός, γενναίος, αν οι αρετές τούτες δεν τρικυμίζουν αλάκερο το μεγάλο σου το σώμα; Πώς μπορείς να σωθείς, αν δε σωθεί αλάκερό σου το αίμα; Ένας από τη ράτσα σου να χαθεί, σε συντραβάει στο χαμό του. Ένα μέλος του κορμιού και του νου σου σαπίζει. Να ζεις βαθιά, όχι σαν Ιδέα, παρά ως σάρκα κι αίμα, την ταυτότητα τούτη. Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας. Να νιώθεις το χώμα ν΄ ανεβαίνει από τις σκοτεινές ρίζες και ν΄ απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα. 

«Ασκητική»
Νίκος Καζαντζάκης

Οι Έλληνες να πρωτεύουν στην αρετή

«Γι’ αυτό, πολεμώντας την αναισχυντία και το φθόνο και το έγκλημα και την τρυφηλότητα και τα δύο άλλα νοσήματα της πολιτείας, που είναι παλαιότερα και σοβαρότερα, τον πλούτο και τη φτώχεια, έπεισε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες να τα βάλουν όλα στη μέση για να γίνει αναδασμός και να ζουν μεταξύ τους όλοι ίσοι και με ίση περιουσία, επιδιώκοντας να πρωτεύουν στην αρετή, σαν να μην υπήρχε μεταξύ τους άλλη ανισότητα και διαφορά χαρά αυτή που την ορίζει η καταδίκη του κακού και ο έπαινος του καλού πολίτη».

«Λένε πως όταν κάποτε ο Λυκούργος, χρόνια πολλά μετά τον αναδασμό της γης, γύριζε από ένα ταξίδι και είδε να έχουν πριν λίγο θερίσει στους αγρούς, καμαρώνοντας τους σωρούς, ίσους τον ένα δίπλα στον άλλο, χαμογέλασε και είπε σ’ αυτούς που ήταν μαζί του, πως η Λακωνική ολόκληρη μοιάζει με χώρα που ανήκει σε αδέλφια, που μόλις έκαναν τη μοιρασιά».

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ – ΒΙΟΣ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

Οι μηχανισμοί υποδούλωσης της ψυχής και του νου

Μολώχ

Τῶν Ἑλλήνων τὴν πατρίδα
βάρβαροι τὴν ἀτιμάζουν!
Ὅπου ἀνθοπετοῦσαν οἱ Ἔρωτες
παραδέρνει ἡ νυχτερίδα.
Στὴ νυχτιά μας μιὰ πυγολαμπίδα,
τῶν ἀρχαίων ἡ μνήμη, ψευτοφέγγει
κ᾿ εἶναι μιὰ νυχτιὰ ποὺ δὲν τὴ διώχνεις,
τοῦ παντοτινοῦ μας ἥλιου ἀχτίδα!
Καὶ πατρίδα καὶ ψυχὴ ρουφᾶν
βάρβαροι ἀπὸ βάθη καὶ ἀπὸ ὕψη.
Κι ὅταν, μ᾿ ἕνα τρίσβαθο ὤχ!
τῶν Ἑλλήνων θεέ, ρωτοῦμε σέ:
«Εἶσ᾿ ἐσὺ ὁ ξανθὸς Ἀπόλλωνας;»
Ἀποκρίνεσαι:-«Εἶμ᾿ ἐγὼ ὁ Μολώχ!»

Κωστής Παλαμάς

Ημέρες γιορτινές. Όμως, εκείνος, Προσκυνητής του Μολώχ και του Μαμμωνά, δε γιόρταζε. Ψυχή σκοτεινή. Ίσκιος βαρύς, τρομακτικός. Πρόσωπο σημαδεμένο από τα ξενύχτια, το άγχος, τα ποτά και της πάσης φύσεως καταχρήσεις.


Φόρεσε στο τρυφηλό, παρηκμασμένο και αδύναμο κορμί του, ρούχα καλά και ακριβά για να προσδώσει στον εαυτό του, μία ιδέα κύρους και καθωσπρεπισμού. Χτενίστηκε και λούστηκε με κολώνια. Θαρρούσε πως με το άρωμα θα καλύψει τη βρώμα από την κάπνα των τσιγάρων και τη δυσωδία της βρωμερής ύπαρξής του. Γλύστρησε σαν όφις φαρμακερός, στα σκοτεινά, υγρά και γεμάτα λάσπες δρομάκια της πνιγερής τσιμεντούπολης. Το πυκνό νέφος της αιθαλομίχλης έκανε την ατμόσφαιρα ασφυκτική. Μες στο ψύχος της νύχτας, θαρρείς υγροποιούνταν και δημιουργούσε την ψευδαίσθηση πως η πόλη βρισκόταν στον πάτο κάποιας απαίσιας βουρκοθάλασσας με τα πολύχρωμα φωτάκια να αποτελούν αντικαταστάτες των λαμπερών αστέρων του μαύρου πέπλου της Άρτεμης που μονάχα, ένα θλιμμένο, κόκκινο φεγγάρι έφεγγε θολά, προμηνύοντας πολλές συμφορές.

Καθώς περπάταγε, έβαζε συνεχώς το χέρι στην τσέπη. Εκεί βρισκόταν ο θεός του. Το χρήμα. Τούτο κυνήγαγε με τον “εύκολο” τρόπο. Τον τζόγο, τα τυχερά παίγνια. Όμως, ο Μολώχ και ο Μαμμωνάς, οι δύο διαστάσεις του Αντίχριστου, ήσαν θεοί, αιμοδιψείς και σκληροί. Απάνθρωποι και ανθρωποφάγοι. Στις αρχαίες τελετές, οι μάγοι-ιερείς υπηρέτες τους, τους προσέφεραν άφθονο αίμα για να ξεδιψάσουν κάπως, την αδηφάγα, ακόρεστη, αιώνια δίψα τους. Τέχνη απόκρυφη που φρόντισαν να διασωθεί μέσω κειμένων ανίερων, ως το Ταλμούδ ή άλλα μαύρης μαγείας.Ήταν ο τζόγος, πάθος μεγάλο της ψυχής. Πολλά δεινά και αιτία για να καταστραφούν πολλές οικογένειες. Επομένως, όχι εύκολα χρήματα, αλλά εύκολη δουλεία προσφέρει τούτη η σύγχρονη άσκηση της λατρείας του Μαμμωνά και του Μολώχ.

Έφτασε γρήγορα στον προορισμό του. Ένα μαγαζί που εξωτερικά έμοιαζε με τα υπόλοιπα του είδους του. Άλλωστε και κείνος έμοιαζε με κάποιον συνηθισμένο. Όπως στο πίσω μέρος του μαγαζιού υπήρχε, μία μεγάλη αίθουσα. Αίθουσα, γεμάτη καπνούς από τσιγάρα και φάτσες κάθε κάστας, κάθε ράτσας.

Μπρος στο πάθος του να παίζει και του άγχους που γέμιζε τη μίζερη ζωή του η ανυπόμονη προσμονή για το κέρδος ή τη χασούρα, αδιαφορούσε για το ποιόν των ανθρώπων με τους οποίους συναστραφόταν. Έτσι, κατέληξε να έχει διαπράξει κάθε είδους αδικία και ανομία για να ικανοποιήσει το εγώ του.Έκλεβε γονείς και αδέρφια. Καταχραζόταν δανεικά φίλων. Έπειτα, συνεργούσε σε μεγαλύτερα εγκλήματα. Αρχικά, παρείχε πληροφορίες, αργότερα δε δίστασε να πάρει μέρος σε ληστείες ή κλοπές που πραγματοποιούσαν οι ανθέλληνες Αλβανοί που σύχναζαν κατά κώρον σε κείνο το καταγώγι για να καλύψει χρέη ή να βγάλει κάποιο “χαρτζηλίκι” της προκοπής. Ήταν τέτοια δε, η κατάπτωση του, που πλέον έκανε χρήση και διακίνηση ναρκωτικών που έφερναν στην Ιερή Πατρίδα του, οι συμμορίες των αλλοδαπών.

Υποταγμένος, ψυχή τε και σώματι στο σύγχρονο, αντι-παραδοσιακό τρόπο ζωής, ήταν ακόμα ένα πιόνι του Συστήματος. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει σε τι τέρας, είχε μεταμορφωθεί. Γευόταν, νόμιζε απαγορευμένους καρπούς που ευαγγελίζονταν οι κοινωνίες του μέλλοντος των φιλελεύθερων. Απελευθερωμένων, ανοιχτών κοινωνιών των σιωνιστών και της κάθε “ράτσας” υποτακτικών τους με κύριους φορείς όμως τους καπιταλιστές των ανώνυμων εταιρειών των αγγλοσαξώνων και των μη κυβερνητικών εταιρειών αντι-ρατσιστών, αναρχομπολσεβίκων. Μα, τούτη η άνομη ελευθερία, δεν ήσαν παρά η πνευματική τροφή που επιφύλασσε η Παγκόσμια Δυναστεία των Περιούσιων Τοκογλύφων για να κρατά σε αδυναμία, δηλαδή σε ομηρία τους δεσμώτες τους.

Αγνοούσε τούτος ο νεοραγιάς, πως λειτουργούσε σα σε ύπνωση κατά τις προσταγές και τα συμφέροντα των Μεγάλων Αυθεντών. Των Παγκόσμιων Δυναστών της Οικουμένης. Των Περιούσιων Τοκογλύφων. Αγνοούσε ο γραικύλος, την Αρχαίων Σοφία των Προγόνων του. Αγνοούσε, όχι μονάχα το Μύθο του Σπηλαίου του Πλάτωνα αλλά ολάκερα το έργο του. Μονάχα το όνομά του ήξερε και από κει και πέρα τίποτα άλλο. Αγνοούσε, ο σύγχρονος δούλος τη φράση του Αθηναίου στρατηγού, του Θουκυδίδη, πως η απόλυτη “ελευθερία”, εις μέγαν δουλείαν άγει.

Αγνοούσε ο αφελής, πως τα καζίνο, ο τζόγος, η “ιδέα” του εύκολου κέρδους δεν είναι παρά “όπλα” που ελέγχει ο Προαιώνιος Εχθρός και εξαπολύει για να διαλύσει την Εθνική Κοινωνία και ως φλόγες δράκου τρομερού να την κατακαύσει. Αγνοεί, ο δυστυχής μαζάνθρωπος,το Παρελθόν, το Παρών και το Μέλλον της Φυλής του, θαμπωμένος στη σκέψη θησαυρού αφάνταστου που θαρρεί μες στην πλάνη του, πως ο Αφέντης θα μοιραστεί με το δούλο του. Και όχι μόνο αγνοεί αλλά βαδίζοντας τη Λεωφόρο της Κακίας, πράττει αντίθετα προς το Φωτεινό Παράδειγμα-Πρότυπο του Μεγάλου Ήρωα της Ελληνικής Φυλής, του Ηρακλή που ζώντας βίο δωρικό, λιττό, βάδισε το στενό μονοπάτι της Αρετής.

Στον αντίποδα του γραικύλου, βρίσκεται ο Ιχνηλάτης των Τρανών Ελλήνων Προγόνων. Σιωπηλός και ακούραστος, ο γνήσιος Αγωνιστής του Λαϊκού Εθνικισμού. Αντίθετος με τις μόδα που προσπαθεί να πλασάρουν οι βραχίονες της κυβέρνησης, στέκεται Αγέρωχος και Σταθερός σα Βράχος μπρος στα κύμματα των επιθέσεων που εξαπολύει το Σύστημα για να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει τον Αγώνα. Ο Χρυσαυγίτης, αντλεί Δύναμη από τη Λαϊκή Ψυχή, Μνήμη, Ιστορία και Παράδοση. Τιμά και τηρεί τη Θρησκευτική Παράδοση του Λαού των Ελλήνων. Όμοια και σχεδόν απαράλλακτη από την Εποχή του Ομήρου. Απόδειξη τρανή για τη Βιολογική Συνέχεια του Έθνους, το Αιμάτινο Ποτάμι στο Χώρο και το Χρόνο.

Ποια “Ενότητα”, ποιος “Εθνικιστικός Χώρος”;

Πρόθεση της Χρυσής Αυγής, η οποία θα εκφραστεί και θα εγκριθεί από το Συνέδριο του Κινήματος, είναι η διαμόρφωση ενός σύγχρονου Ιδεολογικού και πολιτικού λόγου, μιας προτάσεως προς τον Ελληνικό Λαό απόλυτα προσαρμοσμένη στα δεδομένα του 21ου αιώνος και στην σημερινή κατάσταση της Πατρίδος μας.

Προς άρσιν πάσης παρεξηγήσεως ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ δεν αλλάζουμε! Πρέπει όμως να δώσουμε κατεύθυνση και ερμηνεία Ιδεολογική για τα νέα δεδομένα της εποχής και αυτό θα κάνουμε. Πολιτικά απαιτείται μία πορεία Λαϊκή και Ριζοσπαστική. Η πρώτη απειλή για το Έθνος μας σήμερα δεν είναι τα απολιθώματα του ιστορικά χρεωκοπημένου μαρξισμού, είναι ο διεθνής καπιταλισμός και η παγκοσμιοποίηση και αυτήν την απειλή πρέπει πρώτα απ’ όλα να πολεμήσουμε.

Μας κατηγορούν άδικα για διάσπαση του εθνικιστικού χώρου και τονίζω το άδικα, γιατί η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ήταν το μόνο Κίνημα στον 21ου και ίσως και του 20ου αιώνα, το οποίο εξέφρασε τόσο μαζικά και δυναμικά την Εθνικιστική Ιδέα, λαμβάνοντας εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους ακόμη και τον Ιούλιο του 2019 όταν είχε απέναντί της όχι μόνον ολόκληρο το Σύστημα, αλλά και αυτούς οι οποίοι επικαλούνται την δήθεν ενότητα του εθνικιστικού χώρου.

Ποιου εθνικιστικού χώρου; Υπήρχε ποτέ αυτός; Η όποια ύπαρξή του περιοριζόταν σε ελάχιστες χιλιάδες ψήφους και σε συνεχείς διασπάσεις. Αυτή που ένωσε στην πράξη τους Εθνικιστές ήταν μόνον η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Για να ξεκαθαρίσουμε, όμως, τα πράγματα και να μην παρεξηγούμεθα η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ στην Νέα Πορεία της έχει την καλή διάθεση να αφήσει πίσω της κάθε πικρία του παρελθόντος και όσοι επιθυμούν να είναι στο πλευρό της στην επόμενη εκλογική μάχη θα βρουν τις πόρτες μας ανοικτές, αρκεί να μη ζητήσουν να πάψουμε να είμαστε η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ!

Ένα δεύτερο ερώτημα ουσιαστικό. Για ποιον “εθνικισμό” μιλάνε; Για τον “εθνικισμό” που δέχεται την άρνηση αυτής της ίδιας της ουσίας του Έθνους, το Γένος, την Φυλή; Για έναν “εθνικισμό” που θέλει ολίγον φιλελευθερισμό, ολίγον ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα υποτακτική τους; Για έναν “εθνικισμό” ή “πατριωτισμό” εάν θέλετε, που δεν έχει αντίρρηση να παίρνουν με νομικίστικες ενέργειες ελληνική ιθαγένεια λαθρομετανάστες από την Αφρική ή την Ασία; Για εμάς τέτοιος “εθνικισμός” δεν υπάρχει.

Ν.Γ. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ

Τα πέτρινα χρόνια δεν είναι για όλους

Ίσως πολλοί να πιστεύουν ότι για τους συνειδητοποιημένους Εθνικιστές, για όσους δηλαδή προσπαθούν να βιώσουν την κοσμοθεωρία μας, ότι όλα μοιάζουν χαμένα ή μάταια. Και πράγματι είναι για όσους αυτό πιστεύουν.
 
Η πολιτική έκφραση του Εθνικισμού τέθηκε ξανά στο περιθώριο, εκεί που ήταν για ολόκληρες δεκαετίες μέχρι που ανέτειλε η Χρυσή Αυγή, η οποία όμως δεν ήταν ένα δημιούργημα του 2010 και της οικονομικής κρίσης, όπως ισχυρίζονται συχνά κάποιοι.
 
Το πώς βρέθηκε στο περιθώριο ξανά η πολιτική έκφραση των Εθνικιστών είναι γνωστό. Εκείνο που ελάχιστοι γνωρίζουν, είναι τις θυσίες και τους αγώνες που χρειάστηκε να δώσει το Εθνικιστικό Κίνημα, το οποίο και δεν ηττήθηκε με πολιτικά μέσα, αλλά μόνον έπειτα από σκοτεινές σκευωρίες και προδοσίες.
 
Υπήρξε προσωπική επιλογή του Ν.Γ. Μιχαλολιάκου η μη-συνδιαλλαγή με το ανήθικο σύστημα εξουσίας. Αυτό στις ημέρες μας – εκτός από… ασυγχώρητο αμάρτημα – θεωρείται και πολιτικό έγκλημα, γιατί έτσι βλέπουν κάποιοι την πολιτική, ως ένα ατελείωτο πάρε-δώσε. Έτσι βλέπουν την πολιτική και πολλοί «νεοπατριώτες», «νεοεθνικιστές» που δεν έζησαν ποτέ τα «πέτρινα χρόνια» του Εθνικιστικού Κινήματος, γιατί απλά πριν το 2012 ήταν σε άλλους πολιτικούς χώρους και ουδεμία σχέση είχαν με την Ιδεολογία μας.
 
Τα «πέτρινα χρόνια» όμως, σκληρά μα και όμορφα, δεν είναι για όλους.
 
Στα εύκολα μπορούν όλοι να είναι δίπλα σου. Στα δύσκολα μένουν αυτοί που μπορούν και θέλουν. Εκείνοι οι «ακριβογιοί της πίστης» που τους πληγώνουν μονάχα τα «πέτρινα χρόνια» της πατρίδας και δεν τους λυγίζει το «περιθώριο».
 
Τα «πέτρινα χρόνια» θέλουν Ψυχή, θέλουν να γίνεις βράχος για να τα αντέξεις. Βράχος σκληρός και αμετακίνητος και όχι φτερό στον άνεμο. Τα «πέτρινα χρόνια» δεν είναι για όλους. Είναι για γκρεμιστές και χτίστες, είναι για Εμάς τους Χρυσαυγίτες…