11/01/1944: Ο βομβαρδισμός του Πειραιά από τους “συμμάχους” με 6000 Έλληνες νεκρούς

Το μεσημέρι της 11ης Ιανουαρίου του 1944, λαμβάνει χώρα ένα ακόμη γεγονός, το οποίο και καταδεικνύει τα πραγματικά αισθήματα εκείνων τους οποίους το κοινοβουλευτικό καθεστώς θεωρεί συμμάχους της Πατρίδος μας, απέναντι στον Ελληνικό Λαό. Η Ελλάς της περιόδου εκείνης, πάμφτωχη, υπομένει την γερμανική κατοχή. Η πείνα θερίζει τους πληθυσμούς ιδιαιτέρως των αστικών περιοχών, ενώ άπαντες αναμένουν την τελική έκβαση του Παγκοσμίου Πολέμου ο οποίος μαίνεται, και του οποίου η εξέλιξη γέρνει πλέον προς το μέρος των συμμαχικών δυνάμεων. Στη περιοχή του Πειραιά, ο γερμανικός στρατός διατηρεί εγκαταστάσεις στο Ναύσταθμο, το αεροδρόμιο και τα Ναυπηγεία του Περάματος, εγκαταστάσεις που δύνανται να θεωρηθούν στρατιωτικοί στόχοι. Ένα συμμαχικό σμήνος, βρετανικών και αμερικανικών αεροσκαφών, ξεκινά την επιχείρησή του, της οποίας στόχος, υποτίθεται πως είναι οι γερμανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Στις 12 το μεσημέρι της Τρίτης 11 Ιανουαρίου 1944 και για τρεις περίπου ώρες, βρίσκονται πάνω από το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας. Ο βομβαρδισμός αρχίζει και μαζί του και το μαρτύριο του Ελληνικού Λαού.

Ο πρώην πρωθυπουργός, Γεώργιος Ράλλης, έγραψε: ”Στις 11 Ιανουαρίου του 1944 βομβαρδίστηκε από συμμαχικά αεροπλάνα ο Πειραιάς και οι γύρω συνοικισμοί, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν περίπου 1.000 και να τραυματιστούν ακόμη περισσότεροι Έλληνες. Στο λιμάνι προξενήθηκαν ελάχιστες ζημιές και την άλλη μέρα σε ομιλία του από το ραδιοσταθμό των Αθηνών ο πατέρας μου (ο πρωθυπουργός επί κατοχής Ιωάννης Ράλλης) καταδίκασε την πρωτοφανή σε αγριότητα επιδρομή. Για την ενέργεια αυτή των συμμαχικών αεροπλάνων διαμαρτυρήθηκε έντονα, χαρακτηρίζοντας την «πρωτάκουστο κακούργημα». Τις φράσεις αυτές ο σταθμός του Καΐρου τις θεώρησε προδοτικές και την ίδια γνώμη είχαν και οι δικαστές που καταδίκασαν τον πατέρα μου. Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, αντί να εκφράσει τη λύπη της για την άστοχη ενέργεια που προκάλεσε τόσα θύματα, επιτέθηκε εναντίον του πάτερα μου ανακοινώνοντας ταυτόχρονα ότι η επιχείρηση ήταν επιτυχής”.

borbadismos_peiraia

Ο μαθητής τότε, Ιάκωβος Βαγιάκης, μάρτυρας του συμμαχικού βομβαρδισμού, αναφέρει: ”Το πιο τραγικό περιστατικό όμως ήταν η κατάρρευση του κτιρίου της Ηλεκτρικής Εταιρίας που βρισκόταν στην τότε οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου και σήμερα Ηρώων Πολυτεχνείου, μεταξύ των οδών Καραολή – Δημητρίου και Ελ. Βενιζέλου. Στο υπόγειό του υπήρχε οργανωμένο καταφύγιο όπου κατέφυγαν μεταξύ των άλλων και όλες οι μαθήτριες, μαζί με τις δασκάλες τους, της Επαγγελματικής και Οικοκυρικής Σχολής Θηλέων του Δήμου Πειραιά (στεγαζόταν εκεί που σήμερα είναι το Δημαρχείο). Το κτίριο κατέρρευσε, το καταφύγιο άντεξε αλλά θάφτηκε κάτω από τα χαλάσματα των επάνω ορόφων, με αποτέλεσμα να θαφτούν ζωντανοί όλοι όσοι υπήρχαν στο καταφύγιο. Αμέσως μετά τον βομβαρδισμό, γερμανικά στρατιωτικά τμήματα άρχισαν την προσπάθεια απομάκρυνσης των ερειπίων, ώστε να ελευθερωθούν οι εγκλωβισμένοι. Ήταν σούρουπο σχεδόν της ίδιας ημέρας, όταν μαζί με τον φίλο μου, μακαρίτη σήμερα, Πέτρο Ρούσση θελήσαμε να δούμε από κοντά σε ποιά κατάσταση βρισκόταν η πόλη. Βαδίσαμε στην κεντρική οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου προς την πλατεία Κοραή (Δημοτικού Θεάτρου). Κρατήρες βομβών ήταν διάσπαρτοι στην πόλη. Πτώματα εξείχαν απ’ αυτούς και ένα σωρό γκριμισμένα σπίτια ήταν γύρω μας. Θυμούμαι χαρακτηριστικά ότι στο πεζοδρόμιο έξω από το κατάστημα διαγωνίως απέναντι του Δημοτικού Θεάτρου υπήρχε ένας τεράστιος κρατήρας από το βάθος του οποίου εξείχε ολόκληρο γυναικείο πόδι με γοβάκι. Κολώνες ηλεκτρικού ήταν πεσμένες και καλώδιά τους ήταν διάσπαρτα εδώ και εκεί. Καταλήξαμε στην γωνία των οδών Ηρώων Πολυτεχνείου και Καραολή – Δημητρίου. Απ’ εκεί βλέπαμε τις προσπάθειες των γερμανικών στρατιωτικών τμημάτων που με το φως προβολέων αυτοκινήτων προσπαθούσαν να αποσύρουν τα χαλάσματα από το καταφύγιο της Ηλεκτρικής. Συγχρόνως άλλα τμήματα περιφρουρούσαν τους γύρω χώρους ώστε να μην πλησιάσουν περίεργοι ή πλιατσικολόγοι. Όμως για κακή τύχη των εγκλωβισμένων σήμανε συναγερμός στις οκτώ για τον δεύτερο βομβαρδισμό. Μετά τους Αμερικανούς ήλθαν οι «σύμμαχοι» Άγγλοι. Ο επικεφαλής της προσπάθειας Γερμανός αξιωματικός σφύριξε, οι στρατιώτες συντάχθηκαν και απεχώρησαν. Όταν την επομένη κατάφεραν να απομακρύνουν τα ερείπια, τους βρήκαν όλους νεκρούς από ασφυξία.”.

Το Μεταπολιτευτικό Καθεστώς των ανθελλήνων της Αριστεράς και της Δεξιάς, σκοπίμως αποσιωπά το συγκεκριμένο έγκλημα των ”συμμάχων” μας. Δεν ανταποκρίνεται βλέπετε, στη πολιτική ορθότητα την οποία έχει επιβάλλει η νομενκλατούρα του σιωνισμού, η οποία εξουσιάζει την Πατρίδα μας, μιας και το συγκεκριμένο έγκλημα δεν διεπράχθη από τους κακούς Γερμανούς, αλλά από τους καλούς συμμάχους. Δεν είναι λοιπόν κατά τους υποτακτικούς της βρετανικής και αμερικανικής επιρροής, ο βομβαρδισμός του Πειραιά, ένα έγκλημα του μεγέθους της σφαγής των Καλαβρύτων ή του Διστόμου. Είναι αδιανόητο για τους παραχαράκτες της Ιστορίας, να θέσουν στο ίδιο βάθρο απανθρωπιάς, τους ”πολιτισμένους” Αμερικάνους και Βρετανούς, πλάι στα ”ανθρωπόμορφα κτήνη”, τους Γερμανούς.

Οι εκτιμήσεις για τα θύματα του εγκληματικού βομβαρδισμού Αμερικανών και Βρετανών, ποικίλουν. Μόνο στο ταφολόγιο του Δημοτικού Νεκροταφείου της Ανάστασης, υπάρχουν τα ονόματα 492 θυμάτων. Άγνωστος θα παραμένει ο αριθμός των νεκρών που ετάφησαν στο πρώτο και το τρίτο Νεκροταφείο Αθηνών. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ετάφησαν δίχως να δοθούν τα στοιχεία από τους συγγενείς τους, με σκοπό να διατηρήσουν στη κατοχή τους τα ατομικά δελτία τροφίμων, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη διανομή του συσσιτίου. Υπολογίζεται πως οι νεκροί του συμμαχικού εγκλήματος ανήλθαν σε 5.500 Έλληνες και 8 Γερμανούς στρατιώτες. Πλήθη εξαθλιωμένων Ελλήνων, οι οποίοι έχασαν τα λίγα υπάρχοντά τους από τον βομβαρδισμό, άρχισαν να μετακινούνται μαζικά προς την Αθήνα, η οποία χαρακτηρίστηκε ”ανοχύρωτη πόλη”. Αξίζει να σημειωθεί οτι από τον βομβαρδισμό, δεν επλήγη κάποιος αξιόλογος γερμανικός στρατιωτικός στόχος. Αντιθέτως, επλήγη το λιμάνι και τα κτίσματα κατά μήκος αυτού, καθώς και το κέντρο του Πειραιά, εργατικές συνοικίες και εκκλησίες. Οι υλικές καταστροφές σε υποδομές ήσαν τεράστιες. Οι μεγαλύτερες καταστροφές σημειώθηκαν στην περιοχή η οποία εκτείνεται από το Σιδηροδρομικό Σταθμό μέχρι την οδό Κολοκοτρώνη, πίσω από το θέατρο. Καταστράφηκαν επίσης τα δίκτυα ηλεκτροδότησης και τηλεφώνου, το δίκτυο νερού και οι υποδομές των συγκοινωνιών.

Οι σύμμαχοι υποστήριξαν πως η επιχείρηση ήταν επιτυχής. Και ήταν πράγματι ”επιτυχής”, μιας και αποδεικνύεται ότι η καταστροφή και τα θύματα, ήταν εκείνα τα οποία επεδίωκαν να πετύχουν. Η τακτική αυτή, εφαρμόστηκε άλλωστε και σε άλλους μαζικούς βομβαρδισμούς, όπως εκείνο του Βόλου, της Χίου και της Ζακύνθου, όπου τα θύματα ήταν πάλι αθώοι από τον άμαχο ελληνικό πληθυσμό. Στη περίπτωση της Χίου δε, στόχος του συμμαχικού βομβαρδισμού υπήρξε το λιμάνι, την ώρα που αυτό ήταν κατάμεστο από γυναικόπαιδα, λόγω του ξεφορτώματος προμηθειών και τροφίμων από το σουηδικό πλοίο ”Βίριλ”, του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Αντίθετα προς τη λήθη την οποία επέβαλε το μεταπολιτευτικό Καθεστώς της υποτέλειας στον αμερικανοσιωνιστικό παγκόσμιο αφέντη, εμείς οι Έλληνες Εθνικιστές, δεν ξεχνούμε τις χιλιάδες των αθώων νεκρών συμπατριωτών μας, οι οποίοι δολοφονήθηκαν από εκείνους, οι οποίοι παρουσιάζονται σήμερα ως οι θεματοφύλακες του ανθρωπισμού. Ο συμμαχικός βομβαρδισμός της 11ης Ιανουαρίου του 1944, θα παραμείνει ένα καλά φυλαγμένο δημοκρατικό έγκλημα, μέχρι τη μέρα εκείνη που το Φως της Αλήθειας θα λάμψει, φωτίζοντας τη θυσία 5.500 ελληνικών ψυχών!

14 Νοεμβρίου 1821: Το ολοκαύτωμα της Κασσάνδρας

Η 25η Μαρτίου του 1821, αποτελεί ημερομηνία – σταθμό στην Ελληνική ιστορία, καθώς η φλόγα της ελευθερίας άναψε και πάλι στα Ελληνικά εδάφη, μετά από τέσσερις αιώνες σκλαβιάς. Παντού κατά την διάρκεια του αγώνα διαδραματίστηκαν μεγάλα στην τραγικότητα τους γεγονότα.. Δεν υπάρχει Ελληνική περιοχή, που να μην συνέβαλε σημαντικά στον αγώνα της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Ξεχωριστή θέση κατέχει η προσφορά της πολύπαθης γης της Μακεδονίας που με τους αγώνες και τις θυσίες της βοήθησε αποφασιστικά στην εδραίωση της Επανάστασης και τελικά στην επιτυχία της.

Η επανάσταση στη Μακεδονία έχει να επιδείξει μεγάλα και εξαιρετικής σημασίας και τραγικότητας γεγονότα όπως η εξέγερση της Χαλκιδικής, οι σφαγές της Θεσσαλονίκης και ο «ΧΑΛΑΣΜΟΣ της ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ» που τη μνήμη του τιμούμε κάθε χρόνο, τέτοια ημέρα. Γνωρίζουμε ήδη ότι στα σχέδια της Φιλικής Εταιρίας για την εξέγερση, η Μακεδονία κατείχε μια ξεχωριστή θέση. Ειδικότερα η Χαλκιδική, προβλεπόταν να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στον αγώνα, λόγω της ευνοϊκής γεωγραφικής θέσης της, του συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού της και της γειτνίασής της με την Θεσσαλονίκη.

Ο επαναστατικός αγώνας στη Χαλκιδική άρχισε με την άφιξη στο Άγιον Όρος, κατά τα τέλη Μαρτίου 1821, του Σερραίου μεγαλέμπορου και Φιλικού Εμμανουήλ Παπά. Ο Παπάς, ακολουθώντας την εντολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη να προετοιμάσει το έδαφος και να ξεσηκώσει την Μακεδονία, προμηθεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη όπλα και πολεμοφόδια και αναχώρησε για το Άγιον Όρος, που θεωρούνταν ως το πιο κατάλληλο ορμητήριο, γιατί πολλοί μοναχοί είχαν μυηθεί ήδη  στην Φιλική Εταιρεία.

Στις 17 Μαΐου άρχισαν οι πρώτες συγκρούσεις στον Πολύγυρο και τα φοβερά αντίποινα των Τούρκων στη Θεσσαλονίκη, τα οποία όμως αντί να τρομοκρατήσουν τους Έλληνες, έφεραν το αντίθετο αποτέλεσμα, τους εξαγρίωσαν και προκάλεσαν τη γενίκευση της επανάστασης στη Χαλκιδική.

Λόγω διαφόρων συγκυριών και συνεχών συγκρούσεων με τους Τούρκους, η κατάσταση των Ελλήνων οπλοφόρων στο στρατόπεδο της Κασσάνδρας διαρκώς χειροτέρευε. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι, μαζί με τους αρχηγούς τους εγκατέλειψαν τη χερσόνησο. Το γεγονός αυτό καθώς και η έλλειψη πολεμοφοδίων, τροφίμων, την απειρία των νέων αρχηγών και τις αρρώστιες, προκάλεσαν μοιραία την πτώση του ηθικού, με αποτέλεσμα την αποσύνθεση του ελληνικού στρατοπέδου.

Οι   Τούρκοι καθημερινά πλησίαζαν τις ελληνικές γραμμές με αλλεπάλληλα προχώματα. Διοικητής των στρατευμάτων και Πασάς της Θεσσαλονίκης διορίζεται ο ικανός και δραστήριος βεζίρης Μεχμέτ Εμίν, ο επονομαζόμενος για τη σκληρότητα του, Εμπού Λουμπούτ, στον οποίο η Πύλη αναθέτει να εκστρατεύσει εναντίον του Αγίου Όρους και της Κασσάνδρας. Κατά τα μέσα Οκτωβρίου με 3.000 περίπου άνδρες κινείται εναντίον της Κασσάνδρας, που την υπεράσπιζαν μόνο 430 Έλληνες. Ταυτόχρονα έρχονται και 20 πλοία για να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις του. Η απόπειρα του στα τέλη Οκτωβρίου να εκβιάσει το στενό με πλευρική απόβαση 600 ανδρών αποτυχαίνει. Ο ισθμός γεμίζει από πτώματα ανδρών και αλόγων, ενώ ένα από τα καράβια του αιχμαλωτίζεται με 28 άνδρες. Παρά την πρώτη αποτυχία ο Μεχμέτ Εμίν δεν αποθαρρύνεται, αλλά ετοιμάζει γενική επίθεση. Διατάζει να του σταλούν επειγόντως ενισχύσεις και να μετακινηθούν προς το μέτωπο της Κασσάνδρας.

Προτού εξαπολύσει την τελική επίθεση, καλεί τους επαναστάτες να υποταχθούν, υποσχόμενος γενική αμνηστία. Του απάντησαν “Μολών Λαβέ”. Τα ξημερώματα   της 14ης Νοεμβρίου 1821 οι Τούρκοι ορμούν με αλαλαγμούς να διαβούν την τάφρο. Για πολλές ώρες αποκρούονται νικηφόρα από τους Κασσανδρινούς μαχητές, οι οποίοι μάχονται ως αληθινοί Μακεδόνες. Ο Λουμπούτ, βλέποντας ότι με την επίθεση σε όλο το μήκος του μετώπου δεν κατορθώνει τίποτε, αιφνιδιαστικά επιτέθηκε κατά του Δυτικού μόνο άκρου της τάφρου το οποίο είχε δύναμη 100 μόνο ανδρών υπό τον Κασσανδρινό μεγάλο Γιαννιό. Το άκρο της τάφρου ήταν πράγματι περισσότερο ρηχό. Οι Τούρκοι κατόρθωσαν να διαβούν την Τάφρο από το σημείο αυτό, ρίχνοντας όπως λέει η παράδοση μεγάλους σάκους μαλλιών και πάνω από αυτά πέτρες και πλάκες. Έτσι βρέθηκαν στα μετόπισθεν των μαχητών, οπότε η έκβαση του αγώνα είχε πλέον κριθεί, υπέρ των Τούρκων. Την φονικότατη μάχη στον ισθμό της Κασσάνδρας αλλά και την αυτοθυσία των αγωνιστών περιγράφει κυνικότατα ο Λουμπούτ πασάς, με αναφορά του από το Στρατόπεδο της Κασσάνδρας προς τον Βαλή της Θεσσαλονίκης, γράφοντας εκτός των άλλων και τα εξής: “Πλέον των χιλίων απίστων διεπεράσθησαν δια των ξιφών των νικητών μουσουλμάνων, εξακόσιοι δε περίπου άνδρες και γυναίκες εξανδραποδισθέντες, εδέθησαν με αλύσεις”. Οι αγωνιστές κάμφηκαν φυσικά λόγω της συντριπτικής αριθμητικής υπεροχής των αλλοθρήσκων, αλλά δεν υποτάχτηκαν, ούτε παραδόθηκαν. Οι επιζώντες μαχητές υποχώρησαν, πάντοτε μαχόμενοι, προς τα Παζαράκια (Κρυοπηγή σήμερα), το Παλιούρι και το Ποσείδι, απ’ όπου μαζί με πολλά γυναικόπαιδα, κατέφυγαν στο Άγιο Όρος και στα νησιά Ύδρα και Αίγινα.

Τα θηριώδη στίφη των μουσουλμάνων με την άδεια του Λουμπούτ ξεχύθηκαν στην όμορφη γη, πυρπόλησαν όλα τα σπίτια, λεηλάτησαν περιουσίες, βασάνισαν, έσφαξαν και αιχμαλώτισαν αθώους. Ο τόπος για μήνες κάπνιζε από τις πυρπολήσεις των κατακτητών. Η Κασσάνδρα ερημώθηκε.
Κανείς, ακόμη και σήμερα, δεν μπορεί να υπολογίσει τον αριθμό των τραγικών θυμάτων στην Κασσάνδρα καθώς και εκείνων, κυρίως γυναικών και παιδιών που σύρθηκαν στην αιχμαλωσία και τον αναγκαστικό εξισλαμισμό.

Ο εορτασμός των κορυφαίων γεγονότων έχει χαρακτήρα ευχαριστιακό: κοινωνούμε, αν νιώθουμε άξιοι, από το ποτήριον της θυσίας των παλικαριών μας, γιατί η ελευθερία, κατά τον ορισμό του ποιητή μας, είναι «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Κι αυτό κατακυρωμένο από τη θυσία και την αρετή των προγόνων δείχνει πόσο αδιαίρετα δένεται ο χρόνος μέσα στην ιστορική μας συνείδηση.

Σ’ αυτούς του ήρωες του ‘21, στρέφεται σήμερα με ευγνωμοσύνη η σκέψη μας. Τους διαβεβαιώνουμε πως η θυσία τους δεν πήγε χαμένη. Εμείς οι απόγονοί τους θα είμαστε υπερήφανοι για τον ηρωισμό και την θυσία τους και η μνήμη τους θα μείνει αιώνια στις καρδιές μας.

157 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου ποιητή, Κωνσταντίνου Καβάφη

Ο Κ. Π. Καβάφης αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή των Ελληνικών γραμμάτων που στο χώρο της ποίησης άνοιξε δρόμους θαρραλέους και φωτεινούς σε εποχές ιδιαίτερα δύσκολες και έχοντας ζήσει μια ζωή με εξαιρετικές αντιξοότητες και ανατροπές. Γεννήθηκε πριν εκατον πενήντα επτά χρόνια στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29-4-1863 από γονείς Κωνσταντινουπολίτες και ο Κωνσταντίνος υπερηφανευόταν για την καταγωγή του και για τους διαπρεπείς προγόνους του. Ήταν το τελευταίο παιδί, ένατο της πολυμελούς οικογένειάς του Πέτρου Καβάφη και της Χαρίκλειας Φωτιάδου,ο πατέρας του ήταν πετυχημένος έμπορος με οικονομική επιφάνεια και μέχρι το θάνατό του, 1870, η οικογένεια ζούσε σε άριστες συνθήκες. Ομως μετά το θάνατο του η μητέρα του ποιητού Χαρίκλεια μετέβη με όλα της τα παιδιά στο Λίβερπουλ, όπου διέμενε ο αδελφός του πατέρα τους. Τα οικονομικά της οικογένειας άρχισαν να συρρικνώνονται. Ο μικρός Κωνσταντίνος τελειοποίησε τα αγγλικά του, εξοικειώθηκε με τα αγγλικά ήθη και έθιμα και μελέτησε την αγγλική λογοτεχνία και μετά την επιστροφή του όμως στην Αλεξάνδρεια φοίτησε στο Λύκειο «Ερμής» όπου ο διευθυντής του Λυκείου, Κ. Παπαζής, καλλιέργησε την έμφυτη φιλομάθεια του νεαρού μαθητή και τον ενθάρρυνε στο να μελετήσει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και ελληνική ιστορία και από τότε ο νεαρός Καβάφης άρχισε τις πρώτες συγγραφικές απόπειρες· επιχείρησε μάλιστα να συντάξει ένα ιστορικό λεξικό. Τον Ιούνιο του 1882 ο βρετανικός στόλος βομβάρδισε την Αλεξάνδρεια, για να καταπνίξει ένα στρατιωτικό κίνημα καιο  βομβαρδισμός, μεταξύ των άλλων, είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφεί η πατρική οικία του Καβάφη. Μετά από αυτό η Χαρίκλεια Φωτιάδη – Καβάφη μεταβαίνει οικογενειακώς στην Κωνσταντινούπολη, όπου φιλοξενείται από τον πατέρα της Γεωργάκη Φωτιάδη. Ο Γ. Φωτιάδης, πρώην έμπορος αδαμάντων είχε στενές σχέσεις με κύκλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η γνωριμία του Κ. Καβάφη με τη βασιλίδα των πόλεων επηρέασε τις εθνικιστικές πεποιθήσεις του κατά την τριετή παραμονή του.

Στην Αλεξάνδρεια επέστρεψε το 1885 και στην αρχή δεν είχε εισοδήματα να συντηρηθεί· οι αδελφοί του τον βοήθησαν μέχρι που το 1892 προσλαμβάνεται στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Από αυτό το χρονικό σημείο (1885) μέχρι το θάνατό του (1933) δεν συνέβησαν συγκλονιστικά γεγονότα στη ζωή του (εκτός των θανάτων προσφιλών του προσώπων) κι έτσι αφιερώθηκε στη μελέτη και την περισυλλογή της ιστορίας, της λογοτεχνίας με απώτερο στόχο την ποιητική δημιουργία. Η μεγάλη αξία της ποίησής του έγκειται κυρίως στο δραματικό της περιεχόμενο και την ειλικρίνεια και το βάθος της ανάλυσης των ανθρώπινων συναισθημάτων. Παρά τον υποκειμενισμό που υπάρχει στα ποιήματά του ορισμένα σύμβολα προεκτείνονται σε πανανθρώπινη κλίμακα ενώ η μελαγχολική και απαισιόδοξη φιλοσοφία του είναι αποτέλεσμα πικρών προσωπικών βιωμάτων και διαφαίνεται στωικότητα και υψηλή αξιοπρέπεια απέναντι στη συμφορά αλλά και ειρωνεία απέναντι στις ατυχείς επιλογές και γεγονότα της ζωής του.  Το έργο του Κ. Π. Καβάφη αντιπροσωπεύει ένα σταθμό από τους πλέον σημαντικούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μέχρι τότε, τέλη 19ου αιώνα, η νεοελληνική ποίηση χαρακτηριζόταν από στομφώδη λυρισμό και μεγαλόστομη ρητορεία. Η καβαφική ποίηση προβάλλει με δωρική λιτότητα, που αγγίζει τα όρια της πεζογραφίας· απορρίπτει το διακοσμητικό στοιχείο, αποδεσμεύεται από καθιερωμένους στιχουργικούς κανόνες. Η ποίησή του προτάσσει την κυριολεξία, την πύκνωση των εκφραζόμενων διανοημάτων, τον αποκλεισμό του περιττού.Οι παραπάνω καινοτομίες φυσικό ήταν να προκαλέσουν αντιδράσεις στους πνευματικούς κύκλους της Ελλάδας. Οι πολλές αντιδράσεις και από άλλους λογοτέχνες οφείλονταν κυρίως στην «περίεργη» μεικτή γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Αλεξανδρινός ποιητής σε εποχή που το γλωσσικό ζήτημα ήταν τότε  σε έξαρση σε βαθμό που οι δημοτικιστές απέρριπταν την «ανεξαρτησία» που συμβόλιζε η ποιητική γλώσσα του Καβάφη.Την ίδια στιγμή  όμως ο Ν. Καζαντζάκης λέει για αυτόν «Να ένας άνθρωπος μπροστά μου άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή, αρχηγός ερημίτης κ’ υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό της επικούρειας ασκητικής».Ηταν εθνικιστής αλλά η φυσική του σεμνότητα και η ενοχική αίσθηση της προσωπικής του προβληματικής σεξουαλικής ζωής τον κατέστησαν απόκοσμο και τον οδήγησαν στη προσωπική απομόνωση με αξιοπρέπεια και αριστοκρατικό τρόπο ακόμη και στις πλέον δύσκολες προσωπικές του στιγμές. Στη πολιτική προσπάθησε να μείνει μακρυά από το κέντρο των αντιπαλοτήτων και των διενέξεων αν και η ο Ελληνοκεντρισμός και “αριστοκρατική” του σε πολιτικές επιλογές τοποθέτηση μαζί με τον προφανή Ελληνοκεντρικό κοσμοπολιτισμό θα ήταν φυσιολογική και αναμενόμενη όπως τεκμαίρεται από το ύφος και τα υψηλά νοήματα  που αναδίδει η ποίησή του. Μοναδική του πολιτική τοποθέτηση και μάλιστα εθνικοσοσιαλιστική ήταν το γεγονός πως είχε υπογράψει το 1928 επιστολή υπέρ της “Ένωσης Ελλήνων Φασιστών”, μαζί με άλλους επιφανείς Αλεξανδρινούς και η οποία δημοσιεύθηκε στην γνωστή εφημερίδα της εποχής ΣΚΡΙΠ. Το κείμενο έχει ως ακολούθως:

kabafis-fasismos-

Εκδηλώσεις υπέρ του φασισμού

Τηλεγραφήματα και επιστολαι προς τον κ. Υψηλάντη
Εξ Αλεξανδρείας

Προς τον Αρχηγόν της Ενώσεως των Ελλήνων Φασιστών απεστάλη εξ Αλεξανδρείας η κατωτέρω επιστολή:
Έντιμε και ένδοξε Αρχηγέ,

Πλήρεις ευφροσύνης και αγαλλιάσεως διά την υφ᾿ ημών ανάληψιν της αρχηγίας του Φασιστικού αγώνος διαδηλούμεν την απεριόριστον αφοσίωσίν μας εις τα Ιδεώδη του Φασισμού και απεκδεχόμεθα παρ᾿ υμών την πραγμάτωσιν ιερών σκοπών, αναστήλωσιν γοήτρου Ελληνικού ονόματος, αποκατάστασιν ιερών και αιωνίων θεσμών, εκρίζωσιν ψυχοφθόρων και εθνοφθόρων τάσεων μαλλιαρισμού, κομμουνισμού, δημοκρατισμού. Παρακαλούμεν όπως μας δεχθήτε υπό την αμίαντον σημαίαν σας.
Η φασιστική ομάς
Σωκ. Λαγουδάκης, Βασ. Αθανασόπουλος, Κ. Καβάφης, Γ. Πετρίδης, Σ. Γιαννακάκης, Ν. Καρδάρης, Μ. Ανταίος, Γιάγκος Περίδης. (Έπονται και άλλαι υπογραφαί).

Μπορεί λοιπόν οι ιδιαιτερότητες της αυστηρά προσωπικής ζωής του Κωνσταντίνου Καβάφη να είναι απολύτως απορριπτέες από τον Εθνικισμό, όμως η Ελλάς δεν χαρίζει κάποιον Έλληνα στο νοσηρό ανθελληνικό κατεστημένο και πολύ περισσότερο όταν αυτός τις κρατά για τον εαυτό του με συστολή και σεμνότητα. Ο Κ. Καβάφης τέλος, δεν τύπωσε ποτέ τα ποιήματά του σε βιβλίο· προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε εφημερίδες, περιοδικά, ημερολόγια ή να τα τυπώνει ιδιωτικά και να τα μοιράζει στους ενδιαφερόμενους και η πρώτη συλλογή με τα 154 ποιήματα του καβαφικού «Κανόνα» κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του στην Αλεξάνδρεια, ενώ στην Ελλάδα βιβλία με ποιήματα του κυκλοφόρησαν το 1948 και το 1963 από τις εκδόσεις «Ίκαρος».

1941: Η Ι' Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού απελευθερώνει την Κλεισούρα της Βορείου Ηπείρου.

10 Ιανουαρίου 1941, ο Ελληνικός Στρατός παρελαύνει... Ιταλοί και Αλβανοί τρέπονται σε φυγή! Το έπος του '40-'41 γράφεται... 

Ο Ελληνικός Στρατός και συγκεκριμένα η Ι΄Μεραρχία, μετά από σφοδρό και ηρωικό αγώνα, μπαίνει απελευθερωτής στην Κλεισούρα και η Γαλανόλευκη κυματίζει υπερήφανα στην Βόρειο Ήπειρο!

3 Ιανουαρίου 1911: Σαν σήμερα περνά στην αιωνιότητα ο "κοσμοκαλόγερος"Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Σαν σήμερα στις 3 Ιανουαρίου του 1911 φεύγει από κοντά μας  «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του Παπαδιαμάντη, οφείλει να εγκύψει στα σχόλια που παρέθεσαν περί αυτού άνθρωποι όπως ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Κωστής Παλαμάς. Ο μεν Ελύτης είχε αναφέρει τον Παπαδιαμάντη στο «Άξιον Εστί», λέγοντας «Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδελφοί ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸ καὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη», ενώ ο Κωστής Παλαμάς είχε γράψει σχετικά «Ὁ Ἀλέξαντρος Παπαδιαμάντης, ποιητὴς μὲ τὸν πεζὸ τὸ λόγο, καὶ κάποτε, μὰ πολὺ σπάνια, μὲ τὸ στίχο, ἕνας ἀπὸ τοὺς ξεχωριστοὺς ἁρμονικοὺς ἀντιπροσώπους τῆς νέας καὶ ἄμουσης ἀκόμα σὲ πολλὰ ἑλληνικῆς ψυχῆς».

Ο Παπαδιαμάντης μας δίνει μόνος του τα απαραίτητα βιογραφικά του στοιχεία, όπου εντός ενός ολιγόλεξου σημειώματος, παραθέτει τα κύρια σημεία της ζωής του. “Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη “ἡ Μετανάστις” ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν “Σωτήρα”. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη “Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν” εἰς τὸ “Μὴ χάνεσαι”. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας.”

Το έργο του πιο επίκαιρο από ποτέ στις τραγικές εποχές που ζούμε σήμερα. Εμείς σαν φόρο τιμής προς αυτόν τον πραγματικά τεράστιο ογκόλιθο του Ελληνικού Πνεύματος, θα παραθέσουμε μερικά από τα επίκαιρα αποσπάσματα του έργου του, σταχυολογώντας από τα άρθρα του στην εφημερίδα «Ακρόπολη» και τα πεζογραφήματα του.

Τις ημύνθη περί πάτρης; Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος. Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλευταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ’ εξεθέωναν οι προεστοί κ’ οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθεώνουν» οι βουλευταί κ’ οι δήμαρχοι. Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν «φούρνους με καρβέλια», δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ’ τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, ον ήθελαν παρουσιάσουν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ αυτού… Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ’ επιδεξιώτερον τον κόθορνον. Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1896

” Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται να εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὄ,τιδηποτε . Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος να ἐπαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει να κάμῃ δημοσία τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον να φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.”

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

“…H πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – «ΟΙ ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ»

84 χρόνια από την εκτέλεση του Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα

Ήταν ένα κρύο πρωινό σαν σήμερα, που εκτελέστηκε από τους κομμουνιστές στις φυλακές του Αλικάντε ο Ηγέτης της Φάλαγγας Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα (José Antonio Primo de Rivera y Sáenz de Heredia).

Ο Χοσέ Αντόνιο γεννήθηκε στην Μαδρίτη, στις 24 Απριλίου 1903 και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Ισπανού στρατηγού και εθνικού κυβερνήτη της Ισπανίας (1923-1930), Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα. Μετά την πτώση του πατρός του από την εξουσία, το 1933 ίδρυσε το εθνικιστικό κόμμα της Φάλαγγας, για μια «ενιαία και αδιαίρετη Ισπανία».

Μετά την εκλογική νίκη της αριστεράς, στις 14 Μαρτίου 1936, και το ξέσπασμα άγριας κομμουνιστικής τρομοκρατίας στην χώρα, η Φάλαγγα κηρύχθηκε εκτός νόμου και ο Χοσέ Αντόνιο συνελήφθη και φυλακίστηκε στο φρούριο του Αλικάντε. Όταν εξερράγη η εθνική επανάσταση υπό τον στρατηγό Φράνκο, ο Χοσέ Αντόνιο θεωρήθηκε ιδεολογικός καθοδηγητής της, «δικάστηκε» από ένα «λαϊκό δικαστήριο» και καταδικάστηκε εις θάνατον, στις 17 Νοεμβρίου. Τρεις ημέρες αργότερα αντίκρυσε αγέρωχος το εκτελεστικό απόσπασμα, αρνούμενος να ζητήσει χάρη και να καταδικάσει με δημόσια δήλωσή του την εθνική επανάσταση, όπως του ζήτησαν οι κομμουνιστές δεσμώτες του, προκειμένου να του χαρίσουν την ζωή. Τα τελευταία του λόγια ήταν τα εξής: «Θα μας επιβραβεύσει ο Θεός. Ζήτω η Ισπανία!»

Julius Evola: Η Προέλευση

«Κάθε εξουσία είναι ψευδής, κάθε νόμος είναι άδικος και βάρβαρος, κάθε θεσμός είναι κενός και εφήμερος, εάν δεν ορίζεται στην ανώτερη αρχή της Ύπαρξης, εάν δεν προέρχεται εκ των άνω και δεν προσανατολίζεται ΑΝΟΔΙΚΑ»

Με σκοπό να κατανοήσουμε και τα δύο, το πνεύμα της Παράδοσης και την αντίθεσή του, τον σύγχρονο πολιτισμό, είναι αναγκαίο να αρχίσουμε εξετάζοντας το βασικό δόγμα των δύο φύσεων. Συμφώνως με αυτό το δόγμα, υπάρχει μία φυσική τάξη πραγμάτων και μία μεταφυσική. Υπάρχει μία θνητή φύση και μία αθάνατη. Υπάρχει το ανώτερο βασίλειο του «είναι» και ο υποκείμενος κόσμος του «γίγνεσθαι». Γενικά μιλώντας, υπάρχει μία ορατή και πραγματική διάσταση και, πριν και πέρα από αυτή, μία αόρατη διάσταση, η οποία είναι το στήριγμα, η προέλευση και η αληθινή ζωή της προηγούμενης. Οπουδήποτε στον κόσμο της Παράδοσης, σε Ανατολή και Δύση και σε όλες τις μορφές, αυτή η γνώση (όχι απλώς μία «θεωρία») ήταν πάντα παρούσα ως ένας σταθερός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα πάντα. Πρέπει να δώσω έμφαση στο γεγονός ότι ήταν γνώση και όχι «θεωρία». Όσο δύσκολο και αν είναι για τους συγχρόνους μας να το καταλάβουν, πρέπει να ξεκινήσουμε από την ιδέα ότι ο άνθρωπος της Παράδοσης είχε επίγνωση της ύπαρξης μιας διάστασης της ζωής πιο πλατιάς από αυτήν που οι σύγχρονοί μας βιώνουν και αποκαλούν «πραγματικότητα».

Επί των ημερών μας, σε τελευταία ανάλυση, η πραγματικότητα κατανοείται μόνο σαν κάτι που περικλείεται αυστηρά μέσα στον κόσμο των φυσικών σωμάτων, προσδιορισμένη στον χώρο και τον χρόνο. Βεβαίως, υπάρχουν μερικοί που πιστεύουν σε κάτι πέραν του κόσμου των φαινομένων. Όταν αυτοί οι άνθρωποι παραδέχονται ότι υπάρχει κάτι άλλο, εντούτοις πάντα καταλήγουν σε αυτό το συμπέρασμα μέσω μιας επιστημονικής υπόθεσης ή νόμου ή μιας θεωρητικής ιδέας ή μέσω ενός θρησκευτικού δόγματος. Δεν μπορούν να ξεφύγουν από έναν τέτοιο διανοητικό περιορισμό.

Δια μέσου των εμπειρικών και των άμεσων εμπειριών, ο σύγχρονος άνθρωπος, ανεξάρτητα πόσο ισχυρά μπορεί να είναι τα «υλιστικά» ή «πνευματικά» του πιστεύω, αναπτύσσει μια κατανόηση της πραγματικότητας μόνο σε σχέση με τον κόσμο των φυσικών σωμάτων και πάντα κάτω από την επιρροή των καθημερινών εμπειριών του. Αυτός είναι ο πραγματικός υλισμός, για τον οποίο οι σύγχρονοί μας θα έπρεπε να ντρέπονται. Όλες οι άλλες υλιστικές απόψεις, οι οποίες διατυπώνονται με φιλοσοφικούς ή επιστημονικούς όρους, είναι μόνο δευτερογενή φαινόμενα. Ο χειρότερος τύπος υλισμού δεν είναι θέμα μίας άποψης ή μιας «θεωρίας», αλλά έγκειται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν επεκτείνεται πλέον σε μεταφυσικές εμπειρίες.

Έτσι η πλειοψηφία των πνευματικών εξεγέρσεων κατά των «υλιστικών» απόψεων είναι μόνο μάταιες αντιδράσεις κατά των τελευταίων περιφερειακών συνεπειών, που προέρχονται όμως από μακρινές και βαθύτερες αιτίες. Αυτές οι αιτίες, παρεμπιπτόντως, εμφανίζονται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο από αυτό όπου διατυπώθηκαν οι «θεωρίες».

Η εμπειρία του ανθρώπου της Παράδοσης έφτανε πολύ πέρα από αυτά τα όρια, όπως στην περίπτωση μερικών εκ των αποκαλούμενων πρωτογόνων, όπου ακόμη και σήμερα μπορούμε να βρούμε έναν αμυδρό απόηχο πνευματικών δυνάμεων από τους αρχαίους χρόνους. Στις παραδοσιακές κοινωνίες το «αόρατο» ήταν ένα στοιχείο όπως το πραγματικό, αν όχι περισσότερο πραγματικό από τα δεδομένα που παρέχουν οι αισθήσεις. Κάθε πλευρά του ατομικού και κοινωνικού βίου των ανθρώπων, που ανήκαν σε αυτές τις κοινωνίες, ήταν επηρεασμένη από αυτήν την εμπειρία.

Από την μεριά της Παράδοσης, αφενός αυτό που σήμερα συνήθως αναφέρεται ως «πραγματικότητα» ήταν μόνο ένα είδος ενός πολύ ευρύτερου γένους και αφετέρου οι αόρατες πραγματικότητες δεν ταυτίζονταν αυτόματα με το «υπερφυσικό». Μιλώντας με την γλώσσα της Παράδοσης, η αντίληψη της «φύσης» δεν αντιστοιχούσε απλά με τον κόσμο των σωμάτων και των ορατών μορφών – το πεδίο έρευνας της σύγχρονης εκκοσμικευμένης επιστήμης – αλλά αντιθέτως, αντιστοιχούσε απαραίτητα με τμήμα μιας αόρατης πραγματικότητας. Οι αρχαίοι είχαν την αίσθηση ενός σκοτεινού κάτω κόσμου, κατοικούμενου από σκοτεινές και διφορούμενες δυνάμεις κάθε είδους (η δαιμονική ψυχή της φύσεως, η οποία είναι το κύριο υπόβαθρο όλων των φυσικών μορφών και ενεργών δυνάμεων), που αντιτίθεντο στην υπερλογική και ουράνια λαμπρότητα της υψηλότερης περιοχής. Επιπλέον, ο όρος Φύση παραδοσιακά περιελάμβανε οτιδήποτε είναι απλά ανθρώπινο, καθόσον αυτό που είναι ανθρώπινο δεν μπορεί να ξεφύγει της γέννησης και του θανάτου, της προσωρινότητας, της εξάρτησης και της μεταβολής, όλων αυτών που χαρακτηρίζουν την κατώτερη ζώνη. Εξ ορισμού, «αυτό που είναι» δεν έχει να κάνει καθόλου με ανθρώπινες και εγκόσμιες υποθέσεις και καταστάσεις, όπως εκφράζεται στο γνωμικό «άλλο η ράτσα των ανθρώπων και άλλο η ράτσα των θεών». Αυτό το γνωμικό διατηρεί την εγκυρότητά του, αν και οι άνθρωποι πίστευαν κάποτε ότι η αναφορά σε μία ανώτερη, άλλου κόσμου, εξουσία μπορούσε αποτελεσματικά να οδηγήσει στην ολοκλήρωση και στον εξαγνισμό του ανθρώπινου στοιχείου, κατά την κατεύθυνση της μη ανθρώπινης διαστάσεως. Μόνο η μη ανθρώπινη διάσταση αποτελεί την ουσία και τον στόχο ενός πραγματικά παραδοσιακού πολιτισμού.

Ο κόσμος του «είναι» και ο κόσμος του «γίγνεσθαι» επηρεάζουν πράγματα, δαίμονες και ανθρώπους. Οποιαδήποτε υποστατική αναπαράσταση των δύο αυτών κόσμων, εκφραζόμενη είτε με αστρικούς, μυθολογικούς, θεολογικούς ή θρησκευτικούς όρους, υπενθυμίζει στον παραδοσιακό άνθρωπο την ύπαρξη των δύο καταστάσεων. Επίσης, αντιπροσωπεύει ένα σύμβολο που πρέπει να αναζητηθεί μέσα από μία εσωτερική εμπειρία ή τουλάχιστον μέσα από το προαίσθημα μιας εσωτερικής εμπειρίας. Έτσι, στους Ινδουιστές και κυρίως στη βουδιστική Παράδοση, η ιδέα της samsara – το ρεύμα που επιδρά και εμψυχώνει κάθε μορφή του υποκείμενου κόσμου – παραπέμπει σε μία κατανόηση της ζωής σαν μίας τυφλής λαχτάρας και σαν μίας ανορθολογικής ταύτισης με προσωρινά σύνολα στοιχείων. Παρομοίως, ο Ελληνισμός είδε την φύση σαν την προσωποποίηση της αιώνιας κατάστασης της «ένδειας» των πραγματικοτήτων εκείνων που, επειδή έχουν την αρχή και την αιτία τους έξω από τον εαυτό τους, ρέουν και χάνονται επ’ αόριστον (αεί ρέοντα). Στην εξέλιξή τους, αυτές οι πραγματικότητα αποκαλύπτουν μια πρωτογενή και θεμελιώδη έλλειψη κατεύθυνσης και σκοπού και ένα επαναλαμβανόμενο περιορισμό. (Δες Πλωτίνο, Εννεάδες 1.8.4-7,6.6.18)

Συμφώνως με αυτές τις παραδόσεις, «ύλη» και «γίγνεσθαι» εκφράζουν την πραγματικότητα που ενεργεί σε μία ύπαρξη, σαν μία σκοτεινή αναγκαιότητα ή μία συνεχή αοριστία ή σαν αδυναμία απόκτησης μίας τέλειας μορφής και τοποθέτησης του εαυτού σε ένα νόμο. Αυτό που οι Έλληνες ονόμαζαν αναγκαίον καιάπειρον, οι Ανατολικοί ονόμαζαν adharma. Η Χριστιανική Σχολαστική Θεολογία μοιραζότανε παρόμοιες απόψεις, εφόσον θεωρούσε την ρίζα κάθε αλύτρωτης φύσης με τους όρους cupiditas και appetitesinnatus. Με διάφορους τρόπους, ο άνθρωπος της Παράδοσης βρήκε στην έντονη επιθυμία για ταύτιση, η οποία συσκοτίζει και διαταράσσει την «ύπαρξη», την μυστική αιτία της δύσκολης υπαρξιακής του θέσης. Το συνεχές γίγνεσθαι και η διαρκής αστάθεια και αβεβαιότητα της κατώτερης ζώνης εμφανιζόντουσαν στον άνθρωπο της Παράδοσης σαν η κοσμική και συμβολική υλοποίηση αυτής της δύσκολης θέσης.

Από την άλλη μεριά, η εμπειρία του ασκητισμού εθεωρείτο σαν η οδός που οδηγούσε στην άλλη ζώνη ή στον κόσμο της «ύπαρξης» ή σε αυτό που πλέον δεν είναι φυσικό, αλλά μεταφυσικό. Ο ασκητισμός παραδοσιακά συνίσταται από αξίες όπως αυτοκυριαρχία, αυτοπειθαρχία, αυτονομία και κυρίως μία ενοποιημένη ζωή. Με την «ενοποιημένη ζωή» εννοώ μία ύπαρξη που δεν χρειάζεται να αναλωθεί σε αναζήτηση άλλων πραγμάτων ή ανθρώπων με σκοπό να ολοκληρωθεί και να δικαιωθεί. Οι παραδοσιακές αναπαραστάσεις αυτής της άλλης ζώνης ήσαν ηλιακά σύμβολα, ουράνιες περιοχές, όντα από φως ή φωτιά, νησιά και κορυφές βουνών.

Αυτές ήταν οι δύο «φύσεις». Η Παράδοση κατανοούσε την πιθανότητα να γεννηθεί κάποιος στην μία ή στην άλλη και επίσης την πιθανότητα να πάει από την μία στην άλλη, σύμφωνα με το ρητό «Ο άνθρωπος είναι ένας θνητός θεός και ο θεός είναι ένας αθάνατος άνθρωπος»(Ηράκλειτος, κεφ. 62, 12.1)

Ο κόσμος της Παράδοσης γνώριζε αυτούς τους δύο μεγάλους πόλους της ύπαρξης, όπως επίσης και τους δρόμους που οδηγούν από τον ένα στον άλλον. Η Παράδοση γνώριζε την ύπαρξη του φυσικού κόσμου και την ολότητα των μορφών, ορατών ή υποχθονίων, ανθρωπίνων ή υπανθρωπίνων και δαιμονικών, τηςυπερκόσμιας (Σ.Μ. Ελληνικά στο πρωτότυπο), ενός «κόσμου πέρα από αυτόν τον κόσμο».

Συμφώνως με την Παράδοση, ο προηγούμενος είναι η «πτώση» του τελευταίου και ο τελευταίος παριστά την «απελευθέρωση» του πρώτου. Επίσης, πίστευε ότι η πνευματικότητα είναι κάτι που βρίσκεται πέρα από ζωή και θάνατο. Θεωρούσε ότι η απλή φυσική ύπαρξη, η «ζωή», είναι χωρίς νόημα εάν δεν προσεγγίζει τον ανώτερο κόσμο ή αυτό που είναι «κάτι περισσότερο από την ζωή», εάν δεν υπάρχει η επιδίωξη στο να μετέχει στην «υπερκόσμια» και στο να εξασφαλίσει μία ενεργή και τελική απελευθέρωση από τα δεσμά που εκπροσωπούν την ανθρώπινη κατάσταση. Συμφώνως προς την Παράδοση, κάθε εξουσία είναι ψευδής, κάθε νόμος είναι άδικος και βάρβαρος, κάθε θεσμός είναι κενός και εφήμερος, εάν δεν ορίζεται στην ανώτερη αρχή της Ύπαρξης και δεν προέρχεται εκ των άνω και δεν προσανατολίζεται «ανοδικά».

Ο παραδοσιακός κόσμος γνώριζε την θεϊκή βασιλεία. Γνώριζε τη γέφυρα μεταξύ των δύο κόσμων, δηλαδή την μύηση. Γνώριζε τους δύο μεγάλους τρόπους για να προσεγγίζει την υπερβατικότητα, δηλαδή την ηρωική δράση και τον στοχασμό. Γνώριζε την μεσολάβηση, δηλαδή την τελετουργία και την πίστη. Γνώριζε την κοινωνική υποδομή, δηλαδή τον παραδοσιακό νόμο και το σύστημα των καστών και γνώριζε το γήινο πολιτικό σύμβολο, δηλαδή την αυτοκρατορία.

Αυτές είναι οι βάσεις της παραδοσιακής ιεραρχίας και του πολιτισμού, οι οποίες έχουν εξαλειφθεί τελείως από τον νικηφόρο «ανθρωποκεντρικό» πολιτισμό των συγχρόνων μας.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Αικατερίνη Παλαιολογίνα

H αρχόντισσα του Μοριά

Είχαν περάσει ήδη 10 χρόνια από την ημέρα που έπεσε η Βασιλεύουσα στα χέρια των τούρκων νομάδων της στέπας που σαν ένα τεράστιο σμήνος ακρίδων απομυζούσαν κάθε ικμάδα του Ελληνισμού. Οι Έλληνες είχαν καταφύγει στα βουνά για να κρυφτούν και στα τελευταία φρούρια της Πελοποννήσου που κρατούσαν ακόμα. Όμως, η επέλαση των τούρκων ήταν κατακλυσμιαίων διαστάσεων. Αργά ή γρήγορα θα ερχόταν και στην γη του Πέλοπα.

Στην Χαλανδρίτσα της Αχαΐας ζούσε μια ωραία δέσποινα, η Αικατερίνη Παλαιολογίνα που καταγόταν από την μεγάλη γενιά των Παλαιολόγων. Ο Θωμάς Παλαιολόγος της είχε δώσει το φράγκικο κάστρο του Ντυρναί που βρισκόταν βόρεια των Καλαβρύτων για να έχει σαν κατοικία της. Οι τούρκοι προέλαυναν ακάθεκτοι μιας και δεν υπήρχε τίποτε να τους σταματήσει. Τα σπαθιά τους έσταζαν αίμα - αίμα Ελληνικό. Η Κατερίνα δεν φοβόταν γιατί προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σαν λάφυρο στα χέρια του σουλτάνου.

Δεν άργησε να έρθει η ημέρα όπου τα τούρκικα στίφη περικύκλωσαν σαν αλυσίδα όλη την περίμετρο του κάστρου και χτυπούσαν με τις οβίδες των κανονιών τα τείχη γκρεμίζοντάς τα. Οι πολιορκούμενοι αντιστεκόταν όπως – όπως, αν και γνώριζαν πως η μοίρα τους ήταν προδιαγραμμένη, πολεμούσαν με περισσότερο σθένος. Τα βέλη κατέκλυζαν σαν καταιγίδα όλα τα μέρη του φρουρίου. Η Κατερίνα αποσβολωμένη κοιτούσε από τα τείχη το πλήθος των τούρκων. Οι άντρες πάνω στα τείχη απέκρουαν κάθε επίθεση και πετούσαν μεγάλες πέτρες στους τούρκους.

Η Πελοπόννησος είχε κυριευτεί σχεδόν ολόκληρη, εκτός από λίγα δυσπρόσιτα φρούρια που στέκονταν σαν φάροι αντίστασης στην τουρκική λαίλαπα.

Η Κατερίνα εμψύχωνε τα παλληκάρια που υπεραπίζονταν τα τείχη, λέγοντάς τους να μην το βάζουν κάτω. Οι τουρκικές επιθέσεις όμως ήταν λυσσώδεις. Οι οθωμανοί συνέτριβαν κάθε εστία αντίστασης και σιγά - σιγά έπεφταν τμήματα του κάστρου. Η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από απελπιστική. Η Κατερίνα πάνω στις επάλξεις βοηθούσε και αυτή όπως όπως στην αντίσταση. Ξαφνικά ανοίχθηκε ένα μεγάλο ρήγμα στα τείχη και οι τούρκοι επιτέθηκαν σαν λυσσασμένοι σκύλοι σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Οι Έλληνες αντιστέκονταν με θάρρος και αυταπάρνηση, αλλά δυστυχώς δεν ήταν αρκετό αυτό.

Όταν πια οι τούρκοι ήταν μέσα στο κάστρο, είδαν πάνω στα τείχη την ωραία δέσποινα του φρουρίου. Έτρεξαν καταπάνω της για να την αιχμαλωτίσουν και να την προσφέρουν ως δώρο σε κάποιον υψηλόβαθμο οθωμανό αξιοματούχο. Αλλά δεν γνώριζαν καθόλου την Κατερίνα, η οποία προσευχήθηκε, ανέβηκε πάνω στην πολεμίστρα, κοίταξε πίσω της τους τούρκους που έκαναν κάθε λογής ανομίες και φονικά εις βάρος των γυναικόπαιδων. Είδε να ατιμάζονται με τον χειρότερο τρόπο οι γυναίκες. Ήξερε πως η ίδια δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να πέσει στα χέρια των τούρκων ζωντανή. Με αυτές τις σκέψεις, πήδηξε από τα τείχη και έπεσε πάνω στα βράχια.

Η Κατερίνα προτίμησε έναν έντιμο θάνατο παρά μια ζωή ατιμασμένη ως σκλάβα των τούρκων.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Αντίδωρος ο Λήμνιος

Στην ναυμαχία του Αρτεμισίου.

Το Αιγαίο είχε γίνει μια απέραντη περσική λίμνη με τα 1200 πλοία που το κύκλωναν πνίγοντάς το. Τον περσικό στόλο τον αποτελούσαν πλοία από τις πόλεις Σιδώνα, Βύβλο, Τύρο που βρίσκονταν στα παράλια της Φοινίκης (σημερινός Λίβανος), κυπριακά πλοία από τις ελληνικές και φοινικικές αποικίες του νησιού, καθώς και Ίωνες από την Ιωνική ακτή, Αιολείς και Δωριείς από την Μικρά Ασία. Οι Πέρσες είχαν χάσει 300 πλοία σε μια μεγάλη καταιγίδα ερχόμενοι στους Αφέτες, γεγονός που τους αποδυνάμωσε λίγο, διότι είχαν ακόμη πολλές εφεδρείες.

Οι Έλληνες είχαν 271 τριήρεις και 9 πεντηκόντορους από διάφορες Ελληνικές πόλεις όπως η Αθήνα, η Κόρινθος, η Σπάρτη, τα Μέγαρα, η Ερέτρια, η Επίδαυρος, η Σικυώνα, η Κέα, η Χαλκίδα, η Στύρα Ευβοίας, η Τροιζήνα και από το φύλο των Οπουντίων Λοκρών (περιοχή νομού Φθιώτιδας).

Οι Πέρσες ναυλόχησαν στους Αφέτες της νότιας Μαγνησίας τον Αύγουστο του 480 π.Χ., ενώ λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα στα στενά των Θερμοπυλών μαίνονταν ο τιτάνιος αγώνας μεταξύ Σπαρτιατών και Περσών.

Οι Έλληνες ναυλόχησαν στην απέναντι ακτή, στο Αρτεμίσιο της βόρειας Εύβοιας.

Μια μικρή Ελληνική μοίρα ανοίχθηκε στο Πέλαγος, στην μέση της απόστασης που χώριζε τους Αφέτες από το Αρτεμίσιο. Οι Πέρσες κοίταζαν το περίεργο θέαμα, μην ξέροντας τι να υποθέσουν για τους Έλληνες. Πιθανότερο θεώρησαν ότι τρελάθηκαν όλοι τους ταυτόχρονα, που με τόσα λίγα πλοία θα αντιμετώπιζαν τον στόλο του μεγάλου Βασιλέα. Οι Πέρσες θεωρώντας πως οι Έλληνες θα ήταν εύκολη λεία, ανοίχθηκαν στην θάλασσα σε μια οριζόντια σειρά για να τους περικυκλώσουν με την τακτική του περίπλου. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και πολλοί Έλληνες. Σπάραζε η ψυχή τους που συμμετείχαν μαζί με τους βάρβαρους στον αφανισμό των αδελφών τους Ελλήνων. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Αντίδωρος από την Λήμνο που ήταν κυβερνήτης μιας τριήρους. Τον αγγάρεψαν και αυτόν όπως όλους τους υπόλοιπους Έλληνες για να ακολουθήσουν τον περσικό στόλο. Ο Αντίδωρος σκέφτονταν όλη την ώρα πως θα μπορούσε να αποφύγει την σύγκρουση με τους Έλληνες και πως θα κατάφερνε να αυτομολήσει σε αυτούς. Οι Πέρσες δεν έχασαν την ώρα τους και κύκλωσαν τους Έλληνες, κλείνοντας σιγά σιγά τον κύκλο.

Οι Έλληνες όμως δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια. Έβαλαν τα πλοία τους με τις πρύμνες στο κέντρο του κύκλου και τις πλώρες προς την εξωτερική πλευρά του κύκλου. Οι Πέρσες επιτέθηκαν πρώτοι και η ναυμαχία ξεκίνησε,. Τα κουπιά των τριήρεων έσπαζαν από τα έμβολα των αντίπαλων πλοίων, οι τοξότες των Περσών έριχναν τα μεγάλα βέλη τους εναντίον των ελληνικών πληρωμάτων αγκαλιάζοντάς τα σαν πυκνά μαύρα σύννεφα.

Τον Αντίδωρο απασχολούσε το πως να μην χτυπήσει κατά λάθος καμιά ελληνική τριήρη, γι' αυτό ελίσσονταν όσο τον έπαιρνε ο περιορισμένος χώρος της ναυμαχίας. Η σύγκρουση των πλοίων ήταν σφοδρή. Τα ορειχάλκινα έμβολα των Τριήρεων τρυπούσαν τα πλαϊνά των αντιπάλων. Πλοία βυθίζονταν και άνθρωποι επέπλεαν στην θάλασσα, ενώ άλλοι από τους βαρβάρους που δεν ήξεραν κολύμπι πνίγονταν. Ο Αντίδωρος βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία και έδωσε εντολή στο πλήρωμά του να κάνει σήματα στους Έλληνες ότι ήταν φίλος τους. Πλησίασε τους Έλληνες και συνεχίζοντας τα σήματα και τις φωνές τους έδωσε να καταλάβουν πως ήταν ο Αντίδωρος από την Λήμνο και πως αυτός και η τριήρης του ήταν στην διάθεση των Ελλήνων. Ο Αντίδωρος με την τριήρη του χτύπησε τους Πέρσες εκεί που δεν το περιμένανε. Οι Έλληνες κέρδισαν τους Πέρσες και αιχμαλώτισαν 30 εχθρικά πλοία σπάζοντας τον ασφυκτικό κλοιό.

Ο Αντίδωρος ήταν περήφανος που άκουσε την καρδιά του και όχι το μυαλό του παίρνοντας το μέρος των Ελλήνων. Οι Αθηναίοι αναγνωρίζοντας στην πράξη την γενναιότητά του να επιλέξει το μέρος των Ελλήνων όταν οι Πέρσες είχαν το πάνω χέρι, του έδωσαν ένα κτήμα στην Σαλαμίνα μετά την λήξη των μηδικών.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Ευαλκίδης ο Ερετριέας ο πολεμιστής που κατέλαβε τις Σάρδεις

Στις αρχές του 5ο π.Χ. αιώνα, η Περσία ήταν μια αυτοκρατορία που εκτεινόταν από την χερσόνησο του Αίμου μέχρι τον Ινδό ποταμό και από την Κασπία θάλασσα μέχρι την Αίγυπτο που την κυβερνούσε σαν απόλυτος μονάρχης ο Δαρείος. Οι Πέρσες είχαν καταλάβει πολλά ελληνικά εδάφη στις ακτές της Μικράς Ασίας στερώντας την ελευθερία των Ελλήνων.

Το 498 π.Χ. έφτασαν στις ιωνικές ακτές είκοσι αθηναϊκές και πέντε ερετριακές τριήρεις (Ερέτρια πόλη της Εύβοιας), όπως έκαναν οι πρόγονοί τους 600-700 χρόνια πριν ιδρύοντας εκατοντάδες Ελληνικές πόλεις. Μόνο που τώρα δεν ήρθαν σαν άποικοι, αλλά σαν πολεμιστές για να υπερασπίσουν τα δίκαια των ομοφύλων τους Ιώνων που τους ζήτησαν βοήθεια έναντι των Περσών που τους καταδυνάστευαν.

Στρατηγός των Ερετριέων οπλιτών ήταν ο Ευαλκίδης, ο οποίος είχε νικήσει σε πολλούς στεφανηφόρους αγώνες (αγώνες με έπαθλο στέφανο) και υμνήθηκε από τον περίφημο ποιητή Σιμωνίδη τον Κείο.

Αθηναίοι και Ερετριείς οπλίτες αποβιβάστηκαν στο λιμάνι της Κορησσού, μιας μικρής πόλης κοντά στην μητρόπολη της Ιωνίας, την Έφεσο. Μαζί με τους Ίωνες των μικρασιατικών παραλίων βάδισαν παράλληλα με τον ποταμό Καΰστριον και περνώντας πάνω από το όρος Τμώλος έφτασαν στις Σάρδεις που ήταν η πρωτεύουσα της σατραπείας της Λυδίας (περσική περιφέρεια). Στην πόλη αυτή ήταν συγκεντρωμένοι οι Πέρσες και οι Λύδοι στρατιώτες. Εκεί βρισκόταν επίσης και ο Αρταφέρνης, ο αδελφός του Δαρείου του βασιλέα των Περσών που ήταν ύπαρχος τον Σάρδεων. Ο Αρταφέρνης με μέρος του στρατού του είχε κλειστεί πίσω από τα τείχη της ακρόπολης των Σάρδεων.

Ο Ευαλκίδης μαζί με τους υπόλοιπους οπλίτες επιτέθηκαν στους Πέρσες και Λύδους που ήταν συγκεντρωμένοι στην αγορά της πόλης. Η οπλιτική φάλαγγα επιτέθηκε ψάλλοντας τον πολεμικό παιάνα. Οι ορειχάλκινες ασπίδες των Ελλήνων συγκρούστηκαν με τις ξύλινες-δερμάτινες ασπίδες των Περσών. Το δόρυ του Ευαλκίδη που ήταν στην πρώτη γραμμή διαπέρασε το σώμα του αντιπάλου του. Κάποιο χέρι πέταξε έναν αναμμένο δαυλό στην καλαμένια στέγη μιας οικίας,η οποία λαμπάδιασε διαδίδοντας την φωτιά σε όλη την πόλη που ήταν ως επί το πλείστον χτισμένη με καλαμένιες στέγες και πλίνθους. Οι Σάρδεις γίνονταν παρανάλωμα του πυρός, καθώς έφθαναν και άλλες περσικές ενισχύσεις. Οι Ίωνες βλέποντας την πληθώρα των βαρβάρων που συνέρρεαν υποχώρησαν προς το όρος Τμώλο και από εκεί κατευθύνθηκαν προς τις ιωνικές ακτές.

Αθηναίοι και Ερετριείς μαζί με τους άλλους Έλληνες οπλίτες έφτασαν στην Έφεσο. Οι Πέρσες με μεγάλο στράτευμα έφτασαν έξω από την Έφεσο. Οι δυο στρατοί παράταχθηκαν, οι Ίωνες από την μια πλευρά και οι Πέρσες από την άλλη. Η ελληνική φάλαγγα αν και ήταν μικρή αριθμητικά αντιτάχθηκε σθεναρά. Στην πεδιάδα ο Ευαλκίδης ήταν πάλι στην πρώτη γραμμή της φάλαγγας σφίγγοντας στο δεξί του χέρι το δόρυ και το όπλον (ασπίδα) στο αριστερό. Μαζί με την υπόλοιπη φάλαγγα ήταν σαν μια γροθιά μαζί και συγκρούστηκε με τους Πέρσες. Φωνές, κρότοι και βουητό κάλυπταν το πεδίο της μάχης. Το δόρυ του Ευαλκίδη διαπερνούσε πλήθος περσικών σωμάτων, καθώς η μάχη είχε ανάψει για τα καλά. Στην συνέχεια και η ασπίδα του Ευαλκίδη βάγυηκε με το αίμα των βαρβάρων. Η μάχη ήταν λυσσώδης, Έλληνες και Πέρσες είχαν γίνει μια αδιαχώριστη μάζα. Ένα περσικό δόρυ τρύπησε την ακάλυπτη πλευρά του Ευαλκίδη σωριάζοντάς τον κάτω.

Έτσι τελείωσε ο βίος ενός μεγάλου Έλληνα πολεμιστή που πολέμησε για την ελευθερία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Αυτή η μικρή βοήθεια των Ερετριέων προς τους Ίωνες αδελφούς, ήταν η πρόφαση των Περσών όταν το 490 π.Χ. έκαψαν και λεηλάτησαν την περίφημη πόλη της Ερέτριας και πήραν αιχμάλωτους πολλούς Ερετριείς οδηγώντας τους στα βάθη της Ασίας.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Κλέαρχος ο Λακεδαιμόνιος

Ο αδελφοκτόνος πελοποννησιακός πόλεμος είχε τελειώσει το 404 π.Χ., βρίσκοντας την Ελλάδα κατεστραμμένη, με την Αθήνα και τους συμμάχους της ηττημένους και την Σπάρτη να ορίζει τους κανόνες. Πολλοί μάχιμοι άνδρες και από τις δυο πλευρές είχαν μείνει χωρίς δουλειά, μιας και τόσα χρόνια τρέφονταν από τον πόλεμο. Στην Ελλάδα δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά ως μισθοφόροι γιατί οι πόλεις, αφενός δεν είχαν τα χρήματα για να τους συντηρήσουν και αφετέρου είχαν κοπάσει οι διαμάχες εκείνη την στιγμή στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο. Ο Κλέαρχος ο Λακεδαιμόνιος δεν ήθελε να πολεμάει άλλο εναντίον των Ελλήνων και έτσι, όταν τελείωσε ο πόλεμος ανάμεσα στην Αθήνα και την Σπάρτη ζήτησε από τους πέντε εφόρους να στείλει μια στρατιωτική δύναμη Σπαρτιατών στην πόλη Χερρόνησο (στην Χερσόνησο της Καλλίπολης) και στην γύρω περιοχή για να πολεμήσει τους Θράκες που παρενοχλούσαν τις Ελληνίδες πόλεις της περιοχής. Οι έφοροι βρήκαν την ιδέα καλή και του έδωσαν τους άνδρες που ζήτησε. Αμέσως ξεκίνησε προς τα βόρεια, μόλις όμως έφτασε στον ισθμό της Κορίνθου τον πρόλαβε ένας αγγελιοφόρος από την Σπάρτη και του ζήτησε να επιστρέψει πίσω μαζί με τον στρατό του. Ο Κλέαρχος δεν του έδωσε σημασία και συνέχισε την πορεία για την Θράκη. Από εκείνη την στιγμή ήταν ξεγραμμένος για την Σπάρτη, οι Σπαρτιάτες τον εξόρισαν. Μόλις έφτασε στην Χερρόνησο ξεκίνησε να πολεμάει με ζήλο τους Θράκες και να προστατεύει τους Έλληνες της περιοχής. Οι Ελληνικές πόλεις ευγνωμονώντας τον πλήρωναν τους μισθούς των στρατιωτών του.

Ο Κύρος, ο διεκδικητής του περσικού θρόνου, μόλις έμαθε πως τόσοι εμπειροπόλεμοι άνδρες ήταν κοντά στην Ασία, έστειλε πρέσβεις με 10.000 δαρεικούς (περσικά νομίσματα) ζητώντας του να μαζέψει κι άλλους άνδρες και να περάσει στην Ασία ώστε να το βοηθήσει να πάρει πίσω τον θρόνο από τον αδελφό του Αρταξέρξη. Ο Κλέαρχος συμφώνησε για τα χρήματα, αλλά και γιατί προτιμούσε να πολεμάει βαρβάρους παρά Έλληνες.

Οι Έλληνες πέρασαν τον Ελλήσποντο και πάτησαν στην γη της Μυσίας (αρχαία ονομασία της περιοχής απέναντι από την χερσόνησο της Καλλίπολης), από εκεί οι Πέρσες τους οδήγησαν στο εσωτερικό της Ασίας. Συναντήθηκαν με τον Κύρο και βάδιζαν μαζί με τον στρατό του. Στην πόλη Τυριάειον στα όρια της Λυκαονίας-Φρυγίας (περιοχή Ικονίου), η βασίλισσα των Κιλίκων Επύαξα (νότια ακτή της σημερινής Τουρκίας) ζήτησε από τον Κύρο να δει τους Έλληνες στρατιώτες πώς πολεμάνε και αν είναι άξιοι για τα λεφτά που παίρνουν. Ο Κύρος έδωσε εντολή στον Κλέαρχο να παρατάξει τους άνδρες του. Ο Κλέαρχος τους παρέταξε σε τετράδες. Ο Κλέαρχος παρατάχθηκε με τους άνδρες του στο αριστερό κέρας και ο Μένωνας ο Θεσσαλός στο δεξί. Οι Έλληνες φορούσαν τα χάλκινα κράνη τους και τους ολοπόρφυρους χιτώνες όπως οι Σπαρτιάτες και τις μεγάλες στρόγγυλες ασπίδες. Μόλις δόθηκε το σύνθημα εφόρμησαν σαν ένα τεράστιο κύμα. Τόση ήταν η αληθοφάνεια της επίθεσης που οι βάρβαροι άρχισαν να τρέχουν φωνάζοντας για βοήθεια. Η Επύαξα κόντεψε να πέσει από την αρμάμαξά της στην υποχώρηση. Έτσι οι Έλληνες απέδειξαν για μία ακόμη φορά πόσο καλύτεροι ήταν των βαρβάρων.

Η πορεία συνεχίστηκε στην Ασία μέχρι που έφτασαν στην Μεσοποταμία, περιμένοντας να φανεί ο Αρταξέρξης. Ο Κύρος είχε 100.000 Ασιάτες και Αιγύπτιους πεζούς χαμηλής μαχητικότητας,1.000 Παφλαγόνες ιππείς (περιοχή Πόντου) και 20 δρεπανηφόρα άρματα (είχαν προσαρμοσμένα στο εξωτερικό τμήμα των τροχών μεγάλες κυρτές λεπίδες που διαμέλιζαν ότι συναντούσαν στο διάβα τους). Όλες τις ελπίδες του όμως τις βάσιζε στους 10.400 βαριά οπλισμένους άνδρες της Ελληνικής φάλαγγας, καθώς και στους 2.500 Έλληνες πελταστές (πέλτη ήταν είδος μικρής ξύλινης ασπίδας που την είχαν ελαφρά οπλισμένοι είτε με ακόντια για να παρενοχλούν τον εχθρό είτε με σφενδόνες). Ο Κύρος παρέταξε τις δυνάμεις του από το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου του 401π.Χ. στην αριστερή όχθη του ποταμού Ευφράτη. Παρατάχθηκαν με τον ακόλουθο τρόπο, ο Κλέαρχος στο δεξιό κέρας της Ελληνικής φάλαγγας όπου πάντα ήταν ο αρχηγός της παράταξης μαζί με τους γενναιότερους άνδρες, στο κέντρο ο Πρόξενος ο Βοιωτός και στο αριστερό κέρας ο Μένωνας ο Θεσσαλός.

Δίπλα στην Ελληνική φάλαγγα από τα δεξιά παρατάχθηκαν οι πελταστές, στην άκρη οι 1.000 Παφλαγόνες ιππείς, στο κέντρο της παράταξης ο Κύρος με τους Ασιάτες πεζούς και 600 ιππείς της σωματοφυλακής του και στο αριστερό κέρας όλης της παράταξης Ασιάτες πεζοί και ιππείς που ήταν οι περισσότεροι. Περίμεναν όλο το πρωί, πέρασε το μεσημέρι και έφτασε το απόγευμα χωρίς ίχνος του στρατού του Αρταξέρξη. Αργά το απόγευμα φάνηκε στον ορίζοντα νέφος σκόνης από το πλήθος των πεζών και τον αλόγων που έρχονταν. Όλος ο στρατός λεγόταν ότι ήταν 900.000 με 1.200.000, αλλά οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί τους κατεβάζουν στους 400.000 άνδρες που και πάλι ήταν πολλαπλάσιοι του στρατού του Κύρου. Τον συνόδευαν επίσης 6.000 ιππείς και 200 δρεπανηφόρα άρματα. Ο μεγαλειώδης στρατός του Αρταξέρξη ήταν χωρισμένος κατά έθνη σε τετράγωνα. Για να καταλάβουμε πόσο μεγάλος ήταν ο στρατός του Αρταξέρξη, το κέντρο του στρατού του είχε απέναντι του το αριστερό κέρας του Κύρου.

Οι Έλληνες πίσω από τις ασπίδες και με προτεταγμένα τα δόρατα περίμεναν να δοθεί το σύνθημα. Το σύνθημα με το οποίο συμφώνησε και ο Κύρος ήταν «Ζευς Σωτήρ και Νίκη». Οι δυο στρατοί απείχαν μόλις 3-4 στάδια (περίπου 600-800 μέτρα), όταν δόθηκε το σύνθημα για την επίθεση. Οι Έλληνες κινούνταν σαν να είναι ένα σώμα και έψαλλαν όλοι μαζί τον πολεμικό παιάνα στον Ενυάλιο Άρη. Προχωρούσαν όλο και πιο γρήγορα χτυπώντας ταυτόχρονα τις ασπίδες με τα δόρατά τους για να φοβίσουν τους βαρβάρους. Όταν η Ελληνική φάλαγγα έφτασε σε απόσταση βολής τόξου, άρχισαν να τρέχουν για να φύγουν. Οι Έλληνες τους κυνήγυσαν. Ο Κλέαρχος έδινε εντολές να μην διαλύσουν τις παρατάξεις τους, αλλά όλοι μαζί ενωμένοι να χτυπάνε.Το αριστερό κέρας του Αρταξέρξη διαλύθηκε πριν καν γίνει σύγκρουση, με τα τόσο υπερτιμημένα δρεπανηφόρα άρματα που τόσο τρόμαζαν τους βαρβάρους, γιατί τα άλογα που τα έσερναν αφηνίασαν και έτρεχαν χωρίς αναβάτες ανάμεσα στους βαρβάρους σακατεύοντάς τους. Όσα δε πήγαιναν προς την ελληνική φάλαγγα, οι Έλληνες άνοιγαν τις γραμμές τους και περνούσαν από μέσα χωρίς να κάνουν καμία ζημιά στη παράταξη. Οι Έλληνες κυνηγούσαν τους βαρβάρους χωρίς να σταματάνε λεπτό, είχαν διανύσει 30 στάδια (περίπου 6 χιλιόμετρα). Πίσω τους ο Κύρος είδε στο κέντρο τον Αρταξέρξη και όρμησε να τον χτυπήσει βρίσκοντάς τον χαμηλά στο στέρνο. Αλλά ένα ακόντιο ενός εχθρού τον βρήκε κάτω από το μάτι σωριάζοντάς τον κάτω από το άλογο του. Οι βάρβαροι κατέλαβαν το στρατόπεδο των Ελλήνων και το λεηλάτησαν, ο Κλέαρχος διέταξε τους Έλληνες να σταματήσουν την καταδίωξη και να γυρίσουν πίσω να βοηθήσουν τον Κύρο που κινδύνευε μην γνωρίζοντας ότι είχε σκοτωθεί. Οι Έλληνες παρότι ήταν κουρασμένοι από το τρέξιμο, γύρισαν γρήγορα το μέτωπό τους προς τα πίσω και επιτέθηκαν στον στρατό του Αρταξέρξη. Οι βάρβαροι υποχωρόντας κατέλαβαν ένα γήλοφο κοντά στο χωριό Κούναξα, οι Έλληνες τους επιτέθηκαν και χωρίς να δώσουν μάχη τους σκόρπισαν σαν να ήταν ένα άτακτο σώμα χωρίς ηγεσία. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και μαζεύτηκαν στο στρατόπεδό τους για να γευματίσουν, αλλά δεν είχε μείνει τίποτε όρθιο. Τα είχαν λεηλατήσει όλα οι βάρβαροι. Μετά από λίγο καιρό έμαθαν ότι ο Κύρος είχε σκοτωθεί στην μάχη. Ο Τισσαφέρνης, ο σατράπης και το δεξί χέρι του Αρταξέρξη, τους ζήτησε να παραδώσουν τα όπλα τους και να φύγουν με την βοήθεια του βασιλιά. Κανείς δεν δέχτηκε γιατί ήξεραν ότι χωρίς τα όπλα τους ήταν χαμένοι. Ο Τισσαφέρνης κάλεσε όλους τους στρατηγούς και τους λοχαγούς στην σκηνή του για να συζητήσουν για το τι θα γίνει με τους Έλληνες. Όλοι έλεγαν πως ήταν παγίδα, αλλά ο Κλέαρχος σαν έντιμος που ήταν έδωσε πίστη στα λόγια του βασιλιά.

Ετοιμάστηκαν και πήγαν να συναντήσουν τον Τισσαφέρνη 5 στρατηγοί, 20 λοχαγοί και 200 στρατιώτες. Όταν ήταν μέσα στην σκηνή οι 5 στρατηγοί τους αιχμαλωτίστηκαν και όλους τους άλλους που ήταν έξω τους σκότωσαν. Οι 5 στρατηγοί αποκεφαλίστηκαν. Μόνο ένας στρατιώτης, ο Νίκανδρος ο Αρκάς, κατάφερε να ξεφύγει από τους Πέρσες και κρατώντας τα σπλάχνα του από την σκισμένη του κοιλιά κατάφερε να φτάσει στους υπόλοιπους Έλληνες και να αναφέρει τι συνέβη. Όταν αποκεφαλίστηκε ο Κλέαρχος ήταν 50 ετών.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Λίβιος Ανδρόνικος ο Ταραντίνος ο πατέρας των λατινικών γραμμάτων

Ο Τάραντας ήταν η μεγαλύτερη Ελληνική πόλη-λιμάνι της νοτιοανατολικής Ιταλίας που κατακτήθηκε το 272 π.Χ. από τους Ρωμαίους. Οι μαύρες μέρες της σκλαβιάς ξεκίνησαν, τρία μόλις χρόνια αφότου ο Πύρρος ο βασιλιάς της Ηπείρου άφηνε τα άγια χώματα της Μεγάλης Ελλάδας. Η τύχη του Ελληνισμού της περιοχής είχε κριθεί, μιας και οι Έλληνες δεν αντιστάθηκαν όσο έπρεπε, αφού αναλίσκονταν σε εμφύλιους πολέμους, σπαταλώντας έτσι τις δυνάμεις τους.

Ανάμεσα στους πολλούς που υποδούλωσαν οι Ρωμαίοι ήταν και ο Ανδρόνικος που ήταν τότε μικρό παιδί. Ο Ανδρόνικος γεννήθηκε το 284 π.Χ. περίπου στον Τάραντα. Εκτός από τους ανθρώπους οι Ρωμαίοι λαφυραγώγησαν την πόλη παίρνοντας μαζί τους πολλά αγάλματα, μεταξύ των οποίων και ένα κολοσσιαίο άγαλμα ύψους 14 μέτρων, καθώς και άλλα τεχνουργήματα. Κοινή είναι η μοίρα όλων των ηττημένων σ’ όποια εποχή και να ζουν. Ευτυχώς ο μικρός Ανδρόνικος έπεσε σε καλά χέρια και ο κύριός του, ο Λίβιος Σαλινάτωρας, του έδωσε καλή μόρφωση, διδάσκοντάς του την ελληνική και την λατινική γλώσσα, μιας και όταν τον πήρε κοντά του ήταν ένα αγόρι μόλις 8 ετών.

Ο Ανδρόνικος μεγαλώνοντας έγινε ένας έξυπνος άντρας που αγαπούσε σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά είδη. Ο Λίβιος Σαλινάτωρας τον εκτιμούσε πολύ και γι’ αυτό τον απελευθέρωσε. Μετά από λίγο καιρό ο Λίβιος πολιτογραφήθηκε Ρωμαίος πολίτης. Από τότε και σε ένδειξη τιμής για τον κύριό του που του φέρθηκε τόσο καλά, πήρε το όνομά του και ονομάστηκε Λεύκιος Λίβιος Ανδρόνικος.

Ξεκίνησε μεταφράζοντας στα λατινικά τα δυο γνωστότερα έπη των Ελλήνων, την Οδύσσεια και την Ιλιάδα. Με αυτόν τον τρόπο έδωσε στους Ρωμαίους τα πρώτα τους έπη, που από τότε διδάσκονταν στα ρωμαϊκά σχολεία την μετάφραση του Λίβιου Ανδρόνικου.

Το 240 π.Χ., όντας πλέον ένας καταξιωμένος γραμματοδιδάσκαλος, δίδασκε στα παιδιά των Ρωμαίων ελληνικά και λατινικά. Εκείνη την χρονιά ανέβασε στην Ρώμη το πρώτο του δράμα ρωμαϊκού θεάτρου, βασισμένο βέβαια σε Ελληνικά πρότυπα. Αυτό το δράμα καταγοήτευσε τους Ρωμαίους και από τότε καθιερώθηκε η δραματική ποίηση στην Ρώμη. Έγραψε πολλές τραγωδίες, κωμωδίες και λυρικά ποιήματα, που χάθηκαν όμως στο διάβα του χρόνου. Επίσης, έπαιζε και ως ηθοποιός τα έργα του όπως συνηθίζονταν στην αρχαιότητα. Έγινε γνωστός σε όλους τους Ρωμαίους σαν τον άνθρωπο που εισήγαγε την ελληνική παιδεία στο σπίτι του κάθε Ρωμαίου. Μετέφρασε στα λατινικά από τα ελληνικά τις εξής τραγωδίες: Αχιλλεύς, Αίας ο Μαστιγοφόρος, Αίγισθος, Ερμιόνη, Τρωικός ή Δούρειος Ίππος. Έγραψε επίσης 3 κωμωδίες στα λατινικά αντιγράφοντας τα ελληνικά πρότυπα.

Το 207 π.Χ. ο Ανδρόνικος έγραψε έναν ικετήριο ύμνο που θα ψάλλονταν από 9 παρθένες προς τιμήν κάποιου θεού και χάρις σ’ αυτό το ποίημα οι Ρωμαίοι τον έκαναν πρόεδρο της ακαδημίας των ποιητών (collegiam poetarum). Ένωσε με την γραφή του την ελληνική με την ρωμαϊκή φιλολογία, που τότε ήταν στα σπάργανά της. Ο Ανδρόνικος ήταν ένας από τους λόγους που ο περίφημος Ρωμαίος ποιητής Οράτιος έγραψε πως, «Η Ελλάς καταληφθείσα, τον άγριον νικητή κατέκτησε, και τις τέχνες εισήγαγε είς το αγροίκο Λάτιον», θέλοντας να υποδηλώσει πόσο πολύ οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν στα γράμματα και τις τέχνες από τους Έλληνες.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Μαρουλία

Η τελευταία υπερασπίστρια του Γυναικόκαστρου

Τα γάργαρα νερά του Αξιού ποταμού κυλάνε στην πεδιάδα αναζωογονώντας την γη. Μια άμαξα από την Θεσσαλονίκη φορτωμένη με όλο το βιός μιας αριστοκρατικής οικογένειας που ξεσπιτώθηκε λόγω των βαρβαρικών επιδρομών, πήγαινε προς το μοναδικό ασφαλές μέρος το γυναικόκαστρο (Κιλκίς). Ξαφνικά μια ομάδα λατίνων μισθοφόρων ξεπρόβαλε από την κρυψώνα της και επιτέθηκε στην οικογένεια για να την ληστέψει. Μια γυναίκα τράβηξε το σπαθί από το θηκάρι και σαν αγρίμι όρμηξε πάνω στην λατινική συμμορία. Το ξίφος της χτύπησε την ασπίδα ενός λατίνου, τα άλογα χλιμίντρισαν αγριεμένα και οι φωνές ακούστηκαν σ' όλη την γύρω περιοχή. Η Μαρουλία τους έτρεψε σε φυγή, ήταν άλλωστε η γυναίκα του διοικητή του γυναικοκάστρου και ήξερε να χειρίζεται τα όπλα. Μετά από την συμπλοκή με τους λατίνους την έλεγαν “γυναίκα κεραυνό” για τις γρήγορες και αποτελεσματικές πράξεις. Επίσης, την έλεγαν το αγρίμι του κάστρου για την ανδρεία που επεδείκνυε πάντα.

Το γυναικόκαστρο ήταν ένα απόρθητο φρούριο 45χιλιόμετρα βορείως της Θεσσαλονίκης. Ήταν ένας απόκρημνος λόφος ύψους 200 μέτρων και είχε έκταση 25 στρέμματα. Χτίστηκε από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ' γύρω στο 1334 μ.Χ. Ονομάστηκε γυναικόκαστρο γιατί ήταν τόσο οχυρό που μπορούσαν ακόμη και γυναίκες και απόλεμοι να το υπερασπιστούν.
Νέα δεινά όμως έρχονταν στην χερσόνησο του Αίμου, ήταν οι τούρκοι που εξαπλώνονταν σαν την πανούκλα σ' όλη την Μακεδονία, έχοντας σαν ορμητήριό τους τις Σέρρες που τις είχαν ήδη καταλάβει. Ο Εβρενός Γαζής, ο αρχιστράτηγος των τούρκων επέλαυνε στην Θράκη και στην Μακεδονία. Πίσω τους οι τούρκοι άφηναν μόνο αποκαΐδια, πτώματα και απογυμνωμένες περιοχές από κάθε τι πολύτιμο. Ο διοικητής του γυναικόκαστρου το 1382 πέθανε αφήνοντας μια χήρα πίσω του την Μαρουλία, να διοικεί το φρούριο.

Η πανούκλα είχε χτυπήσει την γύρω περιοχή αποδεκατίζοντας τον πληθυσμό της, στερώντας από πολύτιμους στρατιώτες την φρουρά του γυναικόκαστρου. Η Μαρουλία είχε δώσει εντολή να χρησιμοποιήσουν υγρό ασβέστη για να περιορίσουν την ασθένεια. Σαν να μην έφτανε αυτό, στο φρούριο υπήρχε σοβαρή λειψυδρία και η Μαρουλία είχε δώσει αμέσως εντολή σε νέους, γέρους, παιδιά, γυναίκες και στρατιώτες να κάνουν μια μεγάλη αλυσίδα από την κορυφή του κάστρου ως την ρίζα του και να γεμίζουν νερό στα πήλινα αγγεία από το μικρό ποτάμι που κυλούσε από κάτω. Με αυτό τον τρόπο θα είχαν αποθέματα νερού για μια μακροχρόνια πολιορκία.

Η μια πόλη μετά την άλλη έπεφταν στα χέρια των τούρκων και σαν λαίλαπα τα στίφη των εισβολέων σάρωναν τα πάντα.

Όταν ο Εβρενός Γαζής έφτασε με τον στρατό του κάτω από το γυναικόκαστρο, ζήτησε να παραδοθούν χωρίς να προβάλουν καμμία αντίσταση γιατί θα καταστρέψει το φρούριο. Η Μαρουλία ντυμένη με την πανοπλία πάνω στα τείχη αρνήθηκε να παραδώσει το φρούριο στους βάρβαρους. Ο Εβρενός βλέποντας πως μια γυναίκα ήταν η αρχηγός του κάστρου, γέλασε και είπε: “γι' αυτό το λένε αβράτ χισάρ (γυναικόκαστρο), γιατί το υπερασπίζεται μια γυναίκα”. Έλεγε πως δεν υπάρχουν πια άνδρες εδώ και μόνο γυναίκες υπερασπίζονται το κάστρο για να εμψυχώσει τους άνδρες του. Ήταν άνοιξη του 1383 και η πολιορκία άρχισε, ο αρχιστράτηγός του Μουράτ έστειλε τους άνδρες του με σκάλες και την χελώνα (πολιορκητικός κριός με προστασία από πάνω) για να καταλάβουν το κάστρο. Όμως οι πλαγιές του γυναικόκαστρου ήταν πολύ απόκρημνες και οι στρατιώτες της Μαρουλίας έριχναν βέλη, πέτρες και καυτό λάδι σκορπίζοντας τον φόβο και τον θάνατο στους σκληροτράχηλους οθωμανούς. Τα κορμιά τους γέμισαν τις πλαγιές, ενώ οι Έλληνες μάχονταν πάνω στα τείχη με ανδρεία και αυταπάρνηση για την ζωή τους. Ο Εβρενός Γαζής νευρίασε πάρα πολύ βλέποντας τα πτώματα των στρατιωτών του και έδωσε εντολή να κάνουν επιθέσεις μέρα νύχτα. Πίστευε πως το κάστρο έκρυβε μεγάλες ποσότητες χρυσού.

Όσο κι αν ο κλοιός γύρω από το γυναικόκαστρο στένευε επικίνδυνα, η Μαρουλία, ως άλλη αμαζόνα μαχόταν στα τείχη και εμψύχωνε τους στρατιώτες με την γενναία στάση της. Πάνω στα τείχη άναβαν οι μάχες μεταξύ Ελλήνων και οθωμανών και η Μαρουλία με το σπαθί στο χέρι χτυπούσε όποιον τούρκο ανέβαινε τα τείχη.

Έφτασε ο Οκτώβριος του 1383 και ο πόλεμος μαίνονταν. Η κατάσταση ήταν απελπιστική στο φρούριο, καθώς οι Έλληνες λιγόστευαν από τις συνεχείς μάχες. Δεν είχαν πια άλλες αντιστάσεις κι οι τούρκοι μετά από αλλεπάλληλες επιθέσεις έσπασαν την άμυνα του φρουρίου και εισέβαλαν μέσα. Η Μαρουλία έπεσε σαν ηρωίδα πάνω στα τείχη με το σπαθί στο χέρι.
Από τότε κάποια φθινοπωρινά βράδια στον γυναικόκαστρο ακούγονται κλαγγές όπλων και μια γυναικεία φωνή να βγαίνει μέσα από το κάστρο. Τότε οι ντόπιοι λένε πως ξύπνησε η Μαρουλία, η γυναίκα που υπερασπίστηκε το κάστρο ως παλληκάρι. Γράφτηκε ένα ποίημα για την Μαρουλία

“Μια γυναίκα πολεμάει στην πολεμίστρα
η όμορφη Μαρουλία του κάστρου.
Μια λέαινα ρίχνεται στην μάχη
η όμορφη Μαρουλία του κάστρου.
Μια ηρωίδα φωνάζει Ελευθερία
η όμορφη Μαρουλία του κάστρου.
Μια ηρωίδα τραγουδάει στα συντρίμμια
η όμορφη Μαρουλία του κάστρου”.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Μέμνων

Ο αρχιτέκτονας των ανακτόρων των Εκβατάνων

Στην Ασία τον 6ο αιώνα π. Χ., ανέτειλε μια καινούργια αυτοκρατορία που θα ένωνε ένα μεγάλο τμήμα της Ασίας, της Αίγυπτου και ένα τμήμα της χερσονήσου του Αίμου κάτω από ένα σκήπτρο. Ήταν τα φύλλα των Μήδων και των Περσών που ενώθηκαν για να κατακτήσουν τον κόσμο. Στον θρόνο του βασιλείου ήταν ένας μεγάλος μονάρχης που σαν απόλυτος κύριος της Ασίας συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Ήταν ο Κύρος ο Β' ή Μέγας όπως μετονομάστηκε στο διάβα του χρόνου. Η βασιλεία του ξεκίνησε το 559 π.Χ. και επέκτεινε συνεχώς την περσική αυτοκρατορία σε όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου. Όπως όλοι οι αυτοκράτορες έτσι και ο Κύρος ήθελε να κοσμήσει την πρωτεύουσά του με λαμπρά κτήρια για να εντυπωσιάζει τους ξένους πρέσβεις που θα έρχονταν στα Εκβάτανα, αλλά και τους υπηκόους της αυτοκρατορίας του.

Ο Μέμνων όπως πολλοί Έλληνες πριν και μετά από αυτόν, ξεκίνησε από την Ελλάδα, άγνωστο από πιο σημείο συγκεκριμένα, γιατί ήθελε να μάθει πράγματα για τους άλλους λαούς. Ήταν αρχιτέκτονας στην πατρίδα του και είχε σχεδιάσει και χτίσει δημόσια κτήρια. Στο ταξίδι του έμαθε πως ο μεγάλος Κύρος, ο βασιλιάς Μήδων και Περσών ήθελε έναν αρχιτέκτονα να του φτιάξει ανάκτορα που τέτοια δεν είχε ξαναδεί μέχρι τότε ο κόσμος.

Ο Μέμνων παρουσιάστηκε στον Κύρο και του είπε πως είναι αρχιτέκτονας και μπορεί να του φτιάξει τέτοια ανάκτορα που θα τον ζήλευαν όλοι οι ηγεμόνες. Ο Κύρος παρατήρησε τον ξένο, του είπαν πως ήταν Έλληνας, είχε ακούσει κάποια πράγματα για τους Έλληνες, αλλά δεν ήξερε αν έπρεπε να τον εμπιστευθεί. Ο Μέμνονας του έδειξε τα σχέδια του ανακτόρου, ο Κύρος εντυπωσιάστηκε και του έδωσε εντολή να μην φεισθεί χρημάτων και να προχωρήσει. Ο Μέμνων έπιασε δουλειά κατευθείαν. Ύψωσε κίονες με ένα μείγμα Ιωνικού και Δωρικού ρυθμού που θύμιζε την πατρίδα του. Έδεσε τους τοίχους με χρυσό και άλλα πολύτιμα υλικά που του παρείχε αφειδώς ο αυτοκράτορας. Το ανάκτορο μέρα με την μέρα υψωνόταν όλο και πιο μεγαλοπρεπές. Ο Κύρος ο Β' έβλεπε την προόδο του ανακτόρου και χαιρότανε πολύ που βρέθηκε αυτός ο Έλληνας στα μέρη του για να το χτίσει. Το ανάκτορο ήταν τόσο μεγάλο που φαινόταν από όλη την πόλη και οι Μήδοι το θαύμαζαν.

Έφτασε η ώρα και το ανάκτορο ολοκληρώθηκε. Ο Μέμνων παρέδωσε αυτό το περίλαμπρο οικοδόμημα στον Κύρο, βάζοντας μέσα του και την ομορφιά της Ελλάδας. Τα ανάκτορα των Εκβατάνων ήταν ένα από τα θαύματα του αρχαίου κόσμου. Η Μηδία μπορούσε να υπερηφανεύται για το ανάκτορο που την κοσμούσε σαν διαμάντι πάνω στο στέμμα της αυτοκρατορίας.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Μιδάκριτος ο Μασσαλιώτης

Τον 4ο π.Χ. αιώνα η Μασσαλία ήταν η κοιτίδα του Ελληνισμού στην δυτική Μεσόγειο, μεταφέροντας μαζί της από την Ελλάδα όλα τα αγαθά του Ελληνικού πολιτισμού. Τέχνες, Ιατρική, Φιλοσοφία, Φιλολογία, ελιές (ελαιόλαδο), αμπέλια (κρασί), ήταν μόνο μερικά από τα αγαθά που εισήχθησαν στην δυτική Ευρώπη με την ίδρυση της Μασσαλίας. Το εμπόριο μετέτρεψε γρήγορα την Μασσαλία από μια μικρή αποικία σε μια ηγέτιδα ελληνική πόλη που με την σειράς της ίδρυσε νέες αποικίες στην Ιβηρία (Ισπανία) και στις ακτές της Γαλατίας (Γαλλία). 

Η Μασσαλία διέθετε ένα αξιόλογο ναυτικό με έμπειρους καπετάνιους και ναύτες που όργωναν την Μεσόγειο απ’ άκρη σ’ άκρη. Γύρω στο 333 π.Χ., η Καρχηδόνα, η άλλη μεγάλη ναυτική δύναμη της δυτικής Μεσογείου είχε καταλάβει την Ταρτησσό, μια πόλη που βρισκόταν στις Ηράκλειες στήλες (στενά Γιβραλντάρ). Η Καρχηδόνα μέσω της Ταρτησσού δεν άφηνε τα Μασσαλιώτικα πλοία να διαπλεύσουν για τα βρετανικά νησιά και να προμηθευτούν κασσίτερο και ήλεκτρο που υπήρχαν άφθονα στις χώρες του βορρά.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ζούσε ο Μιδάκριτος που ήταν γεωγράφος, καπετάνιος και εξερευνητής. Πρότεινε στους 600 τιμούχους (κυβερνήτες της Μασσαλίας) να ναυλώσουν πλοία που θα διέπλεαν τα μεγάλα ποτάμια της Γαλατίας και από εκεί θα έβγαιναν στον ωκεανό για να πάνε στην Βρετανία.

Οι τιμούχοι το σκέφτηκαν και συμφώνησαν, μιας και δεν υπήρχε άλλη λύση για να προμηθευτούν τον πολύτιμο κασσίτερο, τον λευκό μόλυβδο όπως τον έλεγαν για να φτιάξουν τον μπρούντζο. Αφού εξόπλισαν τα πλοία που θα διέπλεαν τα ποτάμια, πρώτα διέπλευσαν τον μεγάλο Ροδανό, που λέγεται ότι πήρε το όνομά του από Ρόδιους αποίκους. Μέσα στα πλοία είχαν προϊόντα της πόλης που θα τα αντάλλασσαν με τους ντόπιους για να πάρουν κασσίτερο και ήλεκτρο.

Οι μέρες περνούσαν και στο εσωτερικό της χώρας άρχισαν να δέχονται επιθέσεις από τα κελτικά φύλλα που κατοικούσαν σε εκείνες τις περιοχές. Τα βέλη και τα ακόντια έπεφταν σωρηδόν πάνω στα πλοία τραυματίζοντας και σκοτώνοντας πολλούς από το πλήρωμα.

Από τον Ροδανό πέρασαν στον ποταμό Αράρα, από εκεί στον ποταμό Δούβι και τέλος στον Σηκουάνα. Από εκεί έφτασαν κάπου κοντά στην πόλη Χάβρη στον Ατλαντικό ωκεανό και μετά από ταξίδι μιας ημέρας προσάραξαν στην Κορνουάλλη της Βρετανίας. Εκεί αντάλλαξαν τα περίτεχνα τεχνουργήματα της Μασσαλίας με τα πολύτιμα μέταλλα που τόσο χρειάζονταν για να αναπτυχθεί η πόλη του.

Ο Μιδάκριτος αφού κατέγραψε την περιοχή και πήρε τον κασσίτερο και το ήλεκτρο, γύρισε πάλι πίσω από τον ίδιο δρόμο. Όταν επιτέλους επέστρεψε στην Μασσαλία, είδε πως του έλειπαν σχεδόν οι μισοί άνδρες από τις επιθέσεις των βαρβάρων. Από αυτήν την αποστολή και μετά σταμάτησαν το εμπόριο με την Βρετανία δια μέσου της στεριάς λόγω των μεγάλων απωλειών, δίνοντας έτσι χώρο στον Πυθέα τον θαλασσοπόρο και το θρυλικό του ταξίδι στον απώτατο βορρά.

Για τον Μιδάκριτο δεν γνωρίζουμε τι απέγινε μετά, αλλά ένα είναι σίγουρο, πως έβαλε ένα λιθαράκι για να διαδοθεί ο ελληνικός πολιτισμός ακόμα και στα πιο μακρινά μέρη της Ευρώπης.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Σκύλης ο βασιλεύς των Σκυθών

Η άγνωστη Ελληνίδα βασίλισσα της Σκυθίας

Στην βορειοδυτική γωνιά του Εύξεινου Πόντου (που αρχικά ονομαζόταν άξενος – αφιλόξενος), το 630 π.Χ., οι Ίωνες άποικοι της Μιλήτου είχαν δημιουργήσει μια αποικία, την Ίστρο. Τον 5ο αιώνα π.Χ., η μικρή αρχικά πόλη περικυκλωνόταν από ένα πλήθος βάρβαρων φυλών που ήταν εχθρικά διακείμενοι απέναντι στους Έλληνες άποικους. Οι Σκύθες ήταν συγγενείς με τους Θράκες και οι Θράκες είχαν συγγένεια με τους Έλληνες. Οι σκυθικές φυλές όμως, έσφιγγαν σαν μέγγενη την μικρή αποικία περιορίζοντάς την μέσα στα τείχη της.

Ο Αριοπείθης, ο βασιλιάς των Σκυθών, επισκεπτόταν την πόλη συχνά για να μάθει από τους Έλληνες καινούργια πράγματα. Σε μια από αυτές τις επισκέψεις του, είδε μια πανέμορφη Ελληνίδα και την ερωτεύτηκε. Πριν όμως την ζητήσει σε γάμο, έπρεπε να μάθει κάποια πράγματα γι' αυτήν. Έτσι λοιπόν, έβαλε τους υποτακτικούς του μάθουν πληροφορίες γι' αυτήν κι αφού βεβαιώθηκε για το ήθος και τον χαρακτήρα της αποφάσισε να την παντρευτεί. Στην αρχή οι κάτοικοι της Ίστρου παραξενεύτηκαν πως ένας βάρβαρος ζήτησε μια Ελληνίδα, γιατί οι Σκύθες αν και είχαν σε μεγάλη υπόληψη τους Έλληνες τους φοβόταν λόγω του ανώτερου πολιτισμού τους. Οι Έλληνες από την άλλη όμως, δεν είδαν με κακό μάτι αυτόν τον γάμο. Βλέποντας πως ο Αριοπείθης ήταν βασιλιάς και είχε μεγάλη επιρροή στους Σκύθες και προσβλέποντας σε έναν μελλοντικό διάδοχο του σκυθικού θρόνου που θα είναι μισός Έλληνας, σκέφτηκαν πως θα μπορούσε να τους βοηθάει στις διαφορές τους με του Σκύθες.

Παρά τις όποιες καχυποψίες των Σκυθών για τον γάμο αυτό, ο γάμος έγινε και ήταν λαμπρότατος, όπως αρμόζει σε βασιλιάδες και το κρασί έρεε άφθονο στους Κύλικες και στα χρυσά ρυτά (σκεύος πόσης κρασιού ομοιάζον με κεφαλή ζώου).
Σύντομα η νεαρή Ελληνίδα βασίλισσα έμεινε έγκυος. Λίγους μήνες μετά το κλάμα του μωρού που έφερε στον κόσμο γέμισε χαρά το σκυθικό παλάτι. Αυτό το μωρό θα γινόταν ο διάδοχος του βασιλιά. Και το όνομα αυτού, Σκύλης.
Την ανατροφή του επωμίστηκε αποκλειστικά η μητέρα του. Μεγαλώνοντας, απ' αυτήν έμαθε να γράφει και να διαβάζει Ελληνικά. Γαλουχήθηκε με τα ελληνικά ιδεώδη και τον τρόπο ζωής. Στον Σκύλη άρεσαν πάρα πολύ τα Ελληνικά και η μητέρα του ήταν η καλύτερη δασκάλα που θα μπορούσε να έχει σ' εκείνον τον άγριο τόπο. Τον πήγαινε στην Ίστρο για να δει την αγορά, το θέατρο, το λιμάνι, τους περικαλλείς ναούς και τα αγάλματα. Η μητέρα του ευχαριστιόταν βλέποντας τον Σκύλη να αντρώνεται και να ακολουθεί τον ελληνικό τρόπο ζωής. Πίστευε στους Έλληνες θεούς κάνοντας θυσίες και χοές όταν επισκέπτονταν τους ελληνικούς ναούς.

Οι Σκύθες όμως, δυασανασχετούσαν βλέποντας τον βασιλιά τους να υιοθετεί τα ελληνικά ήθη. Ο Σκύλης μην αντέχοντας αυτήν την καταπίεση, κάθε φορά που οδηγούσε το στράτευμα των Σκυθών στον Βορυσθένη (άλλη ελληνική αποικία στις βορειοδυτικές ακτές του Ευξείνου Πόντου), πήγαινε μέχρι τα τείχη της πόλης, του άνοιγαν τις πύλες και άφηνε απ'έξω την φρουρά του. Τότε μόνο, όταν ήταν ανάμεσα σε Έλληνες, πετούσε τα σκυθικά ρούχα του και φορούσε τα Ελληνικά. Φερότανε σαν Έλληνας όπως του είχε μάθει η πολυαγαπημένη του μητέρα. Πήγαινε στην αγορά για να συγχρωτιστεί με τους Έλληνες. Έμενε στην πόλη για ένα μήνα και έφευγε πάλι για να πάει στο βάρβαρο παγωμένο βασίλειο που τον περίμενε να το κυβερνήσει.

Έχτισε μάλιστα και σπίτι στην πόλη και πήρε μια Ελληνίδα για σύζυγο, μιας και δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τους βαρβάρους. Επίσης, μυήθηκε στα μυστήρια του Βάκχου. Αυτό όμως, δεν άρεσε καθόλου στους Σκύθες, γι' αυτό αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Οι Σκύθες επαναστάτησαν κατά του Σκύλη κατηγορώντας τον πως έφερε ξένα ήθη, έθιμα και θεούς στην πατρίδα τους. Ο Σκύλης παρέδωσε τον θρόνο στον αδελφό του Οκταμασάδη κι έφυγε στην Θράκη για να σωθεί από την μανία τους. Με τα πολλά έπεσε στα χέρια του αδελφού του που δεν μπόρεσε να του συγχωρέσει την Ελληνικότητά του αποκεφαλίζοντάς τον.
Αυτοί ήταν ο Σκύλης και η Ελληνίδα μητέρα του, η βασίλισσα της Σκυθίας που δεν μας έχει σωθεί ούτε το όνομά της που τόσο αγαπούσαν τον Ελληνικό τρόπο ζωής και σκέψης.

Άγνωστες μορφές του Ελληνισμού: Σώστρατος ο Κνίδιος, ο αρχιτέκτονας του φάρου της Αλεξάνδρειας

Η πόλη του Μεγάλου Αλεξάνδρου εκτεινόταν στις ακτές της Αιγύπτου που βρεχόταν από την Μεσόγειο. Οι Έλληνες σαν αποδημητικά πουλιά έσπευσαν από όλες τις γωνιές του Ελληνικού κόσμου και την μετέτρεψαν σε μια Μητρόπολη. Την Αλεξάνδρεια κοσμούσαν πολλά θέατρα, γυμναστήρια, κρήνες, ναοί και πολλά δημόσια κτήρια που τα χώριζαν μεγάλες πλατιές και λεωφόροι με φάρδος ως και 28μέτρα. Ο Πτολεμαίος ο Α’ ο Σωτήρ, ένας εκ των στρατηγών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ζούσε ακόμα το 283 π.Χ. και εξωράϊζε συνεχώς την πόλη που έχτισε ο Αλέξανδρος, σχεδιάζοντας τα όριά της με αλεύρι.

Σε αυτήν την πόλη σύμβολο για τον Ελληνισμό και τον κόσμο ολόκληρο κατεύθασε μ’ ένα πλοίο ο Σώστρατος ο Κνίδιος (Κνίδος – ελληνική πόλη της αρχαίας Δωρίδας απέναντι από την Ρόδο). Ο Σώστρατος, γιος του Δεξιφάνους, ήταν περίφημος αρχιτέκτονας και μηχανικός. Ο Πτολεμαίος του είχε αναθέσει το χτίσιμο ενός φανού (φάρου) στην είσοδο του λιμανιού της Αλεξάνδρειας, που θα οδηγούσε τους ναυτιλομένους με ασφάλεια στην Αλεξάνδρεια. Φυσικά το κτίσμα έπρεπε να είναι αντάξιο μιας πόλης όπως η Αλεξάνδρεια. Ο Σώστρατος επόπτευσε το λιμάνι για να δει πού θα ήταν η καταλληλότερη θέση για να χτίσει. Πρόσεξε το μικρό νησάκι “Φάρος” στην είσοδο του λιμανιού, που από εκεί όπως έλεγαν οι ντόπιοι είχε περάσει ο Μενέλαος με την Ελένη μετά την άλωση της Τροίας, και ονομάστηκε έτσι από τον Φάρο τον κυβερνήτη του πλοίου.

Ο Σώστρατος το μέτρησε και διαπίστωσε πως έκανε για την δουλειά που το ήθελε. Έκανε τα σχέδια και παρήγγειλε τα πρώτα υλικά που θα χρειαζόταν. Η βάση του φάρου θα ήταν 340 επί 340 μέτρα και θα υψωνόταν σε τρία χωριστά επίπεδα. Θα χρησιμοποιούσε λευκό μάρμαρο για να αντανακλάει τις καυτές ακτίνες του ήλιου της Αιγύπτου και να φαίνεται έτσι από μακριά η Αλεξάνδρεια.

Οι εργάτες έπιασαν δουλειά, τα βαρούλκα, οι γερανοί και τα πολύσπαστα (είδη πολύπλοκων γερανών με τροχαλίες και σχοινιά) σηκώνοντας όλο και ψηλότερα το κτίσμα. Το πρώτο τμήμα του κτίσματος είχε ύψος 70 μέτρα και εδραζόταν πάνω σε μια βάση ύψους 6 μέτρων και το σχήμα του ήταν τετράγωνο, διάτρητο από παράθυρα. Επίσης, στην βάση του υπήρχαν από τις τρεις πλευρές που έβλεπαν στο πέλαγος τρεις ισχυροί και ψηλοί κυματοθραύστες. Εσωτερικά αυτό το τμήμα ήταν κοίλο και ήταν η κατοικία των μηχανικών και των φυλάκων και στο κέντρο του ήταν ο υδραυλικός μηχανισμός που ανέβαζε στα υψηλότερα επίπεδα του κτίσματος καύσιμα για την φωτιά και άλλα εφόδια για την συντήρησή του. Το δεύτερο τμήμα έχει οκταγωνικό σχήμα και είχε ύψος 34 μέτρα και μέσα είχε ελικοειδείς κλίμακες που ανέβαζαν μέχρι το τελευταίο επίπεδο. Το τελευταίο επίπεδο ήταν κυκλικό με 10 μέτρα διάμετρο και 18 έως 24 μέτρα ύψος, το περιέκλειαν κίονες και μια κωνική στέγη το στεφάνωνε. Μέσα στο τρίτο επίπεδο υπήρχε ο περίφημος μηχανισμός που έλαμπε σαν μικρός ήλιος, ακόμη και στην διάρκεια της ημέρας. Ο μηχανισμός αποτελούνταν από ορειχάλκινα γυαλισμένα κάτοπτρα ή καθρέπτες.

Υπήρχε η φήμη από την αρχαιότητα πως υπήρχε και ένα είδος τηλεσκοπίου απ’ όπου μπορούσαν να εντοπίσουν έγκαιρα εχθρικό στόλο. Στην κορυφή του κτίσματος στέκονταν ένα όρθιο άγαλμα, πιθανόν του Δία Σωτήρα (ή του Ποσειδώνα με τρίαινα ή του Απόλλωνα του θεού του φωτός). Το ολικό ύψος του κτίσματος ήταν 140 με 150 μέτρα. Για τον φάρο ξοδεύτηκαν 800 αργυρά τάλαντα, δηλαδή, πολλά δισεκατομύρια της εποχής. Την νύχτα άναβε φωτιά στο εσωτερικό του τρίτου επιπέδου που φαινότανε μέχρι και 54 χιλιόμετρα μακριά από την ακτή, για να μην εξωκοίλουν τα πλοία.

Τέλος, ο φάρος ενώθηκε με την ξηρά με έναν δρόμο που είχε 7 στάδια μήκος (περίπου 1.300 – 1.400μέτρα) και ονομάστηκε επταστάδιο. Με την ολοκλήρωση του έργου, ο Σώστρατος έβαλε αυτήν την επιγραφή στην πρόσοψη του πρώτου επιπέδου

“Σώστρατος Δεξιφάνους Κνίδιος θεοίς σωτήρσιν υπέρ των πλωιζωμένων”

δηλαδή, τον φάρο τον έχτισε ο Σώστρατος γιος του Δεξιφάνους από την Κνίδο προς τιμήν των Θεών Σωτήρων, υπέρ των ναυτιλομένων.

Πέρασαν 12 κοπιαστικά χρόνια από την θεμελίωσή του μέχρι να μπει το άγαλμα του Δία στην κορυφή, ο Πτολεμαίος ο Α’ είχε πεθάνει το 283π.Χ. και δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο ένα από τα 7 θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ολοκληρώθηκε επί βασιλείας του Πτολεμαίου Β’ του γιου του το 280 ή το 270 π.Χ. Ο φάρος αρχικά ονομάστηκε πυρφόρος πύργος, αλλά μετά πήρε το όνομα του νησιού και στο τέλος ονομαζόταν όλη η Αλεξάνδρεια φάρος. Και όπως όλα τα δημιουργήματα των ανθρώπων υπόκεινται στον πανδαμάτορα χρόνο, έτσι και ο φάρος έπεσε σιγά σιγά από σεισμούς και τσουνάμι και η καταστροφή του ολοκληρώθηκε με την αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου τον 7ο μ.Χ.

Ο Σώστρατος δεν επαναπαύτηκε στις δάφνες του φάρου κι εκτός απ’ αυτόν πρόσφερε και άλλα θαύματα στην Αίγυπτο. Έσκαψε διώρυγες στον ποταμό Νείλο κοντά στην πόλη Μέμφιδα. Αποξήρανε την κοίτη του Νείλου σε κάποιο σημείο, πράγμα αξιοθαύμαστο ακόμη και σήμερα. Επίσης, έφτιαξε και τον κρεμαστό περίπατο στην πατρίδα του την Κνίδο, που ήταν κάτι σαν τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας. Έχτισε την στοά των Κνιδίων στους Δελφούς κάπου ανάμεσα στο 285 και το 272 π.Χ., ένα περίτεχνο οικοδόμημα με πολλές τοιχογραφίες στο εσωτερικό του.

Ανδρέας Βλάμης, ένας ακόμα Ελληνοκύπριος Ήρωας, εδωσε την ζωη του για την απελευθέρωση της Κύπρου

20 Νοεμβρίου 1956, ο Ανδρέας Βλάμης, ένας ακόμα Ελληνοκύπριος Ήρωας, εδωσε την ζωη του για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Αγγλους δυνάστες και την Ένωση της με την Μητερα Ελλάδα..
Το ανακοινωθέν του θανάτου του ανέφερε:
"Την 4:45μ.μ. ώραν της σήμερον, 20 Νοεμβρίου 1956, ειδικός χωροφύλαξ επί καθήκοντι, υπέστη επίθεσιν υπό 16ετούς Έλληνος Κυπρίου νέου, ο οποίος τον ήρπασεν από τον λαιμόν και απεπειράθη να κλέψει το ρεβόλβερ του. Κατά την επακολουθήσασαν πάλην ο χωροφύλαξ ανέσυρε το ρεβόλβερ του και επυροβόλησε τον νέον, ο οποίος και απέθανε"
Κατά την κηδεία του, οι Άγγλοι στρατιώτες προσπάθησαν να εμποδίσουν τις πατριωτικές εκδηλώσεις του πλήθους, καθώς και των συμμαθητών και καθηγητών του. Για να μπορέσουν να τις αντιμετωπίσουν ζήτησαν ενισχύσεις. Μερικοί φίλοι του, όμως, παιδιά της ΕΟΚΑ, ανατίναξαν με βόμβες το γεφύρι απ' όπου θα περνούσαν και οι ενισχύσεις δεν μπόρεσαν να φθάσουν..
"Από μικρός ο γιος μου", μαρτυρεί η μητέρα του, "όταν έπαιζε, ζωνόταν ψεύτικα όπλα και πολεμούσε για να διώξει τους Άγγλους από την Κύπρο. Αργότερα, όταν πήγε στο γυμνάσιο, εντάχθηκε από τους πρώτους στην ΕΟΚΑ, προσπαθώντας να πετύχει το σκοπό του. Ήμαστε πολύ συνδεδεμένοι οι δυο μας, επειδή από βρέφος έχασε τον πατέρα του. Μου έλεγε όλες τις σκέψεις του και συχνά ανέφερε:
Δεν ξέρεις, μάνα, τι θα πει Πατρίδα, δεν μπορείς να ξέρεις"..

Δεν ξεχνούμε την Βόρειο Ήπειρο!

Μια έκθεση της Γενικής Διοικήσεως Ηπείρου, προς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, με ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 1918, είναι ενδεικτική των διώξεων που έχει διαχρονικά υποστεί, ο εξόχως ηρωικός Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου. Την έκθεση, υπογράφει ο τότε Γενικός Διοικητής Ηπείρου, Αριστείδης Στεργιάδης, ο μετέπειτα Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης, κατόπιν της απελευθερώσεως της μητροπόλεως της Μικράς Ασίας, κατά την μεγάλη εξόρμηση του Ελληνικού Στρατού προς ανατολάς(1919-22).

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΗΠΕΙΡΟΥ ΠΡΟΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΑΥΕ 1918, Α/5/ΙΙΙ, αρ.12426                                        Ιωάννινα,13 Δεκεμβρίου 1918

Στο εμπιστευτικό τηλεγράφημά σας υπ’ αριθ. 11960 πληροφορώ τα πιο κάτω: Παρά τη διεθνή βεβαίωση της Ιταλίας ότι η κατοχή απ’ αυτήν της Β. Ηπείρου θα είχε χαρακτήρα καθαρά στρατιωτικό, ενώ παραμένει αμετάβλητο το τελευταίο καθεστώς διοίκησης της Ιταλίας που κατέλυσε όλες τις προϋπάρχουσες αρχές χωρίς να σεβαστεί ούτε το σχολικό και εκκλησιαστικό ελληνικό καθεστώς, το αρχαιότατο εξασφαλιζόμενο διεθνώς με το Πρωτόκολλο Κέρκυρας και διακοίνωση από έξι μεγάλες δυνάμεις της 1ης Ιουλίου 1914. Με την ιταλική κατάληψη έκλεισαν πολλά ελληνικά σχολεία αμέσως χωρίς να λειτουργεί κανένα αργότερα. Καταδιώχτηκαν Έλληνες δάσκαλοι ή παρεμποδίζονταν και επιτηρούνταν αυστηρά να επικοινωνήσουν μαζί μας ακόμη και για πληρωμή προς αυτούς που δεν έλαβαν μισθοδοσία παλαιότερη.
Αντί των ελληνικών ιδρύθηκαν ιταλικές αλβανικές σχολές όπου εκβιάζονταν να φοιτούν Ελληνόπουλα, παρέχοντας ωφελήματα ή με άρνηση παροχής τροφίμων σε οικογένειες και κοινότητες που αρνιούνταν. Έγινε διωγμός κατά του εκκλησιαστικού καθεστώτος του απερχόμενου Μητροπολίτη (Βασιλείου Παπαχρήστου)  και του τοποτηρητή του Παπαρόμπου ακόμη και του αντιπροσώπου Μητροπολίτη Κορυτσάς. Ένας άλλος αρχιερατικός επίτροπος Πρεμετής, ο Παπασταύρος, κλείστηκε στις φυλακές Αργυροκάστρου όπου από κακουχίες πέθανε το φθινόπωρο του 1917. Εκκλησίες και μονές έγιναν αντικείμενο κλοπών, αρπαγών και οι ιερείς που τις κατήγγειλαν καταδιώκονταν όπως ο εφημέριος των Αγίων Σαράντα, Χρήστος Καλλογερόπουλος ο οποίος επειδή παραπονέθηκε για κλοπή εκκλησιαστικών πραγμάτων καταδιώχτηκε για συκοφαντία του ιταλικού-αλβανικού στρατού και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δώδεκα μηνών την οποία απέφυγε αφού δραπέτευσε. Ο ηγούμενος της Μονής Στύλου Δίβρης Ιερόθεος Πετρίδης εξορίστηκε σε άγνωστο μέρος. Κτήματα της μονής Αγίου Γεωργίου του Δωμάτου και Σταυροπηγιακής μονής Καμμένης αφαιρέθηκαν απ’ τη διαχείριση του αντιπροσώπου Οικουμενικού Πατριάρχη που παραδόθηκε σε Ιταλούς υπαλλήλους. Κανένας νόμιμος αρχιερατικός επίτροπος δεν αναγνωρίστηκε και σε αντίθεση με τους κανόνες της Εκκλησίας. Η ιταλική κυβέρνηση διόρισε αρχιερατικό επίτροπο Αγγλο-αλβανιστή ιερέα ο οποίος την ημέρα του Πάσχα επέτρεψε ψαλμούς σε αλβανική γλώσσα και προκάλεσε διαμαρτυρίες των εκκλησιαζομένων Ελλήνων, απ’ τους οποίους πολλοί εξορίστηκαν γι’ αυτό τον λόγο στον Αυλώνα. Επίσης αναγνωρίστηκε αρχιερατικός επίτροπος αντιπρόσωπος της Τουρκίας, Βανιαστής ιερέας χωρίς κανένα νόμιμο διορισμό. Ασκήθηκε συνεχής διωγμός κατά Βορειοηπειρωτών που στο παρελθόν συμμετείχαν σε αυτονομικούς αγώνες ή διαφορετικά εκδήλωσαν ελληνικά φρονήματα. Παράρτημα της τελευταίας προς την ελληνική Βουλή αναφοράς των Βορειοηπειρωτών βουλευτών περιέχει κατάλογο, αν και ατελή. Παρόμοιος διωγμός ασκήθηκε κατά κατοίκων του χωριού Δρυμάδες, το οποίο, αν και από γραμμή της Φλωρεντίας όπως γίνεται σαφής μνεία στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, δεν παραδόθηκε σε μας αφού απαγορεύτηκε η στρατολογία της Ελληνικής Διοίκησης. Ένας άλλος διωγμός ασκήθηκε κατά του εμπορίου, αφού πολλοί από τους εμπόρους εκδιώχτηκαν απ’ τους Αγίους Σαράντα και άλλοι από αλλού μερικές φορές μετά από δήμευση των περιουσιών τους από τους, αντίθετα ενισχυόμενους, έμπορους Τούρκους και Αλβανούς ορθόδοξους Αλβανιστές.

Εμποδίστηκε η ελληνική στρατολογία Βορειοηπειρωτών, αφού απαγορεύτηκε και η εθελοντική κατάταξη στον ελληνικό στρατό. Κατ’ αρχήν κατά την ελληνική επιστράτευση της Ηπείρου οι δικές μας στρατολογικές αρχές, που αγνοούσαν τις διαθέσεις για ιταλική κατοχή, έστειλαν στη Βόρειο Ήπειρο να τοιχοκολληθούν έγγραφα επιστράτευσης. Εκείνοι που τα έφεραν συνελήφθησαν, κακοποιήθηκαν και φυλακίστηκαν, απ’ αυτούς. Πέθανε ο Παναγιώτης Ζαχάρης, κάτοικος Κοσοβίτσης στη φυλακή Αργυροκάστρου, από κακώσεις. Συνέβησαν παρόμοιοι θάνατοι πολιτικών φυλακισμένων από κακοποίηση Αλβανών φυλάκων ή για μη νοσηλεία τους. Έτσι ο Βασίλειος Λιόλιος, κάτοικος Κρανιάς Δελβίνου, αφού καταδικάστηκε για ασήμαντη αιτία σε 30ωρη κράτηση και αφού παρέμεινε στις φυλακές Αργυροκά-στρου για 7 μήνες, υπέστη κακώσεις και κρυοπαγήματα τα οποία λόγω έλλειψης χρηματικής βοήθειας δημιούργησαν γάγγραινα στα πόδια που και τα δύο μετά από την αποφυλάκισή του κόπηκαν. Αυτός αναφέρει πολλές παρόμοιες περιπτώσεις και θανάτους άλλων Βορειοηπειρωτών κατά την φυλάκισή του για 7 μήνες.

Μεγαλύτερος διωγμός κατά του ελληνικού στοιχείου έγινε αφ’ ενός με καταδιω-κτικά αποσπάσματα Αλβανών με την πρόφαση ότι αναζητούσαν κακοποιούς, που τυραννούσαν τους Έλληνες και αφ’ ετέρου με ληστρικές συμμορίες Αλβανών οι οποίες χωρίς να καταδιώκονται φόνευαν αποκλειστικά Έλληνες αφού τους άρπαζαν και ζητούσαν σχεδόν φανερά λύτρα. Ο κατάλογος αυτών των θυμάτων ήταν πολύ δύσκολος, λόγω αυστηρής παρεμπόδισης για κάθε επικοινωνία με Βορειοηπειρώτες και πολύ αυστηρής κατασκόπευσης.
Το προηγουμένως αναφερόμενο παράρτημα της αναφοράς των Βορειοηπειρωτών βουλευτών αναφέρει αρκετά, αλλά όχι όλα. Και σήμερα η επικοινωνία παρεμποδίζεται αυστηρά. Στο σύνολό της η Ιταλική Διοίκηση εμφανίζει προσπάθεια παραμόρφωσης εθνολογικού χαρακτήρα της Βορείου Ηπείρου προς ζημία των Ελλήνων. Οι προσπάθειες αυτές επεκτάθηκαν με προπαγάνδα μέχρι τη Τσαμουριά από Ισλαμοαλβανούς και την Πίνδο από Κουτσόβλαχους. Οι προσπάθειες αυτές συνεχίζουν ακόμη και σήμερα με παρότρυνση των Αλβανών σε ένοπλη αντίσταση αν η Βόρειος Ήπειρος προσαρτώνταν στην Ελλάδα. Γι’ αυτό το λόγο καταρτίζονται εθελοντικοί λόχοι που περιλαμβάνουν δήθεν Ιταλούς αλβανικής καταγωγής.

ΣΤΕΡΓΙΑΔΗΣ

Ας αποτελέσει τούτη η γλαφυρότατη και παραστατικότατη έκθεση των αρχών του περασμένου αιώνος, δίδαγμα για τον σημερινό Ελληνισμό. Αναρωτηθείτε Έλληνες, σε ποιους παρέχετε εργασία και ψωμί, αφήνοντας συμπατριώτες σας να πεθαίνουν από την πείνα. Μπείτε νοερώς, για μια μονάχα στιγμή, στη θέση των συμπατριωτών μας της μαρτυρικής γης της Βορείου Ηπείρου, οι οποίοι και υπέστησαν τα πάνδεινα, αλλά παρά ταύτα, κράτησαν άσβεστη τη φλόγα του Ελληνισμού, αναμένοντας την οριστική επιστροφή της γενέτειράς τους, στην αγκαλιά της Μητέρας Πατρίδος. Εν έτει 2012, σχεδόν έναν αιώνα μετά, η προδοτική συγκυβέρνηση των Μνημονίων, η οποία δυστυχώς εξουσιάζει την Πατρίδα μας,  ανέχεται από το έθνος αυτών των θρασύδειλων κατσαπλιάδων, προκλήσεις οι οποίες ξεκινούν από τον ανηλεή διωγμό των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών και καταλήγουν στη θρασύτατη επιβουλή επί ελληνικών εδαφών. Βεβαίως, η κυβέρνηση των Αθηνών, δεν μπορεί να ασχοληθεί με τόσο ασήμαντα ζητήματα. Προέχει να κορεστεί η τοκογλυφική δίψα του διεθνούς σιωνιστικού κεφαλαίου!..
Το Λαϊκό Εθνικιστικό Κίνημα όμως, ΔΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕ ΠΟΤΕ τα απαράγραπτα δίκαια του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού! Εμείς οι Έλληνες Εθνικιστές, κραυγάζουμε με όλη τη δύναμη της εθνικιστικής μας καρδιάς, προς τους σκλαβωμένους μα συνάμα ηρωικούς αδερφούς μας, της βορειοηπειρωτικής γης: Κρατάτε αδέρφια, θα ξαναγυρίσουμε και η Γη θα τρέμει!

Η δολοφονία Τεμπονέρα που έγινε με πολιτική διαταγή της εγκληματικής οργάνωσης Ν.Δ.

Γύρω στις 10:30 μ.μ. της 8ης Ιανουαρίου 1991, μέλη της ΟΝΝΕΔ προσπάθησαν να ανακαταλάβουν το 3ο Γυμνάσιο – Λύκειο Πάτρας. Κατά τη διάρκεια συμπλοκής που επακολούθησε βρέθηκε νεκρός, χτυπημένος με σιδερολοστό στο κεφάλι, ο καθηγητής του σχολείου Νίκος Τεμπονέρας, που είχε προστρέξει να βοηθήσει τους καταληψίες μαθητές του.

Για αυτή την δολοφονική επίθεση από μέλη της νεολαίας της ΝΔ, η οποία έγινε κατόπιν πολιτικής εντολής και από ολόκληρη τοπική οργάνωση της ΝΔ, δεν ασκήθηκε ποτέ δίωξη στην ηγεσία της ΝΔ, η οποία ήταν κυβέρνηση εκείνη την στιγμή. Δεν ασκήθηκε καν δίωξη στην τοπική οργάνωση ή τον τοπικό βουλευτή... Ο μόνος που καταδικάστηκε ήταν ο φερόμενος ως δράστης της δολοφονίας και ουδείς άλλος.

 

Η Εορτή των Ενόπλων Δυνάμεων κάτω από την Σκέπη της Παναγίας

Στρατός, φτερά και ναυτικό,
κρατούν γερά τη λόγχη,
για ν' απαντήσουν στον εχθρό
το τρίτο μέγα ΟΧΙ..
 
Σήμερα εορτάζουμε τα Εισόδια της Υπεραγίας Μητρός Θεοτόκου, προστάτιδα των Ενόπλων Δυνάμεων. Πάντα δίπλα τους η Υπέρμαχος Στρατηγός εμπνέοντάς τους τόλμη, ανδρεία, θάρρος και αντοχή! 
 
21 Νοεμβρίου ημέρα γιορτής των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας.
Σήμερα γιορτάζουν αυτοί που επαγρυπνούν για να κοιμόμαστε εμείς ασφαλείς.. Αυτοί που σαν η ώρα το καλέσει, θα ειναι εκεί για να αμυνθούν του πατρίου εδάφους. Αυτοί που κάποια μέρα θα απελευθερώσουν και την τελευταια σπιθαμή σκλαβωμένης Ελληνικής γης.
Η ημέρα αυτή ανήκει σε όλους τους ηρωικά μαχόμενα πεσόντες, στους συγγενείς αυτών που βίωσαν την απώλεια αλλά και σε αυτούς όλους τους αγέννητους νεκρούς Έλληνες ήρωες στρατιώτες του παρελθόντος και του μέλλοντος. 
ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ – ΖΗΤΩ ΟΙ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η επιστολή εθνικής ντροπής του Ελευθέριου Βενιζέλου

Η επιστολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Σουηδική Ακαδημία με την οποία πρότεινε τον Κεμάλ Ατατούρκ (!) για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 86 χρόνια από την αποστολή μιάς Εθνικά κατάπτυστης επιστολής ενός εκ των διατελεσάντων αρχηγών του Ελληνικού κράτους που προσέβαλλε τον Ελληνισμό, που ποδοπάτησε δι΄αυτής τα αριστεία Ηρώων – νεκρών και επιζώντων – γυναικοπαίδων που εβιάσθησαν, που υπέστησαν θάνατο μαρτυρικό κατά το “νόμο” του Λυντς, που οδηγήθηκαν στις ατελεύτητες πορείες θανάτου στα ενδότερα της Μικρασιατικής γης,που έδωσαν για μια ιδέα Εθνική,υψηλοφρόνων ιδανικών ακόμη και την έσχατη ρανίδα του αίματός τους, ξεψυχώντας μαρτυρικά χωρίς να μπορέσει ούτε η μάνα τους να τους νεκροφιλήσει. Τα κορμιά των νεκρών σπαρμένα σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία παραμένουν ακόμη άταφα, βορρά των αρπακτικών ορνέων. Στην Ελλάδα οι εξουθενωμένοι πρόσφυγες, ρακένδυτοι, πεινώντες, χωρίς οικογένειες, εστίες διαμονής στεγάζονται σε γήπεδα, σε θέατρα, αυλές εκκλησιών, σε δημόσια κτήρια, σε παράγκες, σε σκηνές, σε χαμόσπιτα και σε καλύβες που βρίσκονταν σε εγκαταλελειμμένα χωριά, σε οικισμούς αμιγώς προσφυγικούς και με συνθήκες διαβίωσης άθλιες. Χωρίς έργα υποδοχής, ούτε δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτροφωτισμού και αποχέτευσης, ενώ μεταδίδονται εύκολα επιδημικές ασθένειες όπως ο τύφος, η γρίπη, η ελονοσία, η φυματίωση, η ευλογιά. Οι Έλληνες πρόσφεραν ατομικά ή οργανωμένα με τη διενέργεια εράνων, την οργάνωση πρόχειρων συσσιτίων, τη διανομή ψωμιού, την παροχή ρουχισμού, φαρμάκων κ.α.

Η Ελλάδα τότε υποχρεώθηκε να δανειστεί από τα οικονομικά λόμπυ 10.000.000 λίρες Αγγλίας και να προσφύγει σε συνεχείς εξωτερικούς δανεισμούς με καταθλιπτικούς για την οικονομία όρους και σκανδαλώδεις ρήτρες, ώστε να αντιμετωπίσει στοιχειωδώς τις καταιγιστικές ανάγκες που ήταν απότοκος μιάς Εθνικής και ανθρωπιστικής καταστροφής με 50.000 νεκρούς και 75.000 τραυματίες στρατιώτες και περισσότερους από 1.500.000 Έλληνες εκπατρισμένους από τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Σε αυτό το κλίμα ο Ελ.Βενιζέλος αποστέλλει την ακόλουθη επιστολή στη Σουηδική Ακαδημία Επιστημών, αφήνοντας άφωνους ακόμη και τους Σουηδούς παραλήπτες της!

“Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1934

Κύριε Πρόεδρε,

Για περίπου επτά αιώνες ολόκληρη η Μέση Ανατολή και μεγάλο τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης αποτέλεσαν θέατρο αιματηρών πολέμων. Κύρια αιτία γι αυτούς ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και το απολυταρχικό καθεστώς των Σουλτάνων. Η υποδούλωση χριστιανικών λαών, οι θρησκευτικοί πόλεμοι του Σταυρού εναντίον της Ημισελήνου που μοιραία επακολούθησαν και οι διαδοχικές εξεγέρσεις όλων αυτών των λαών που προσέβλεπαν στην απελευθέρωσή τους δημιουργούσαν μια κατάσταση πραγμάτων που θα παρέμενε μόνιμη πηγή κινδύνων όσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε τα ίχνη που της είχαν αφήσει οι Σουλτάνοι.Η εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1922, όταν το εθνικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά θριάμβευσε επί των αντιπάλων του, έθεσε οριστικά τέλος σ’ αυτή την κατάσταση αστάθειας και μισαλλοδοξίας.
Πράγματι, σπάνια στη ζωή ενός έθνους πραγματοποιήθηκε σε τόσο λίγο χρόνο μια αλλαγή τόσο ριζική. Μια παρακμάζουσα αυτοκρατορία που ζούσε υπό θεοκρατικό καθεστώς στο οποίο οι έννοιες του δικαίου και της θρησκείας συγχέονταν μετατράπηκε σ`ένα εθνικό και σύγχρονο κράτος, γεμάτο ενέργεια και ζωή. Με την ώθηση του μεγάλου μεταρρυθμιστή Μουσταφά Κεμάλ το απολυταρχικό καθεστώς των Σουλτάνων καταλύθηκε και το κράτος κατέστη αληθινά κοσμικό. Το έθνος ολόκληρο στράφηκε προς την πρόοδο, με την θεμιτή φιλοδοξία να ενταχθεί στην πρωτοπορία των πολιτισμένων λαών. Όμως το κίνημα για την εδραίωση της ειρήνης προχώρησε από κοινού με όλες εκείνες τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις που προσέδωσαν στο νέο κυρίως εθνικό κράτος της Τουρκίας τη σημερινή του μορφή. Πράγματι η Τουρκία δεν δίστασε να αποδεχθεί ειλικρινά την απώλεια επαρχιών όπου κατοικούσαν άλλες εθνότητες και, ικανοποιημένη πραγματικά με τα εθνικά και πολιτικά της σύνορα όπως καθορίστηκαν από τις Συνθήκες, έγινε αληθινός στυλοβάτης της ειρήνης στην Εγγύς Ανατολή.
Είμαστε εμείς οι Έλληνες που αιματηροί αγώνες αιώνων μας είχαν φέρει σε κατάσταση διαρκούς ανταγωνισμού με την Τουρκία οι πρώτοι που είχαμε την ευκαιρία να αισθανθούμε τις συνέπειες αυτής της βαθιάς αλλαγής στη χώρα αυτή, διάδοχο της παλιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Από την επόμενη μέρα της Μικρασιατικής καταστροφής, διαβλέποντας την δυνατότητα συνεννόησης με την αναγεννημένη Τουρκία, που προέκυψε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της απλώσαμε το χέρι και το δέχτηκε με ειλικρίνεια. Από αυτήν την προσέγγιση, που μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για τη δυνατότητα συνεννόησης ακόμη και μεταξύ λαών που τους χώρισαν οι πιο σοβαρές διαφορές, όταν αυτοί διαποτιστούν με την ειλικρινή επιθυμία για ειρήνη, προέκυψαν μόνο καλά, τόσο για τις δύο ενδιαφερόμενες χώρες όσο και για τη διατήρηση της ειρήνης στην Εγγύς Ανατολή. Ο άνθρωπος στον οποίο οφείλεται αυτή η πολύτιμη συμβολή στην ειρήνη δεν είναι άλλος από τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Πασά. Έχω λοιπόν την τιμή ως αρχηγός της Ελληνικής Κυβέρνησης το 1930, όταν η υπογραφή του Ελληνοτουρκικού συμφώνου σηματοδότησε μια νέα εποχή στην πορεία της Εγγύς Ανατολής προς την ειρήνη, να υποβάλλω την υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά για την διακεκριμένη τιμή του βραβείου Νόμπελ για την Ειρήνη.

Με βαθύτατη εκτίμηση
Ε. Κ. Βενιζέλος
 ”

Τα ανωτέρω αφιερωμένα σε όσους εθελοτυφλούν, αγιοποιώντας πολιτικούς, λησμονώντας την επιταγή πως το Εθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ότι είναι αληθές!

Η ηρωική δασκάλα του Σκρά που μαρτύρησε για την Ελλάδα στα χέρια των συμμοριτών

Εκείνο το βράδυ, τη χαραυγή της 15 Νοεμβρίου του 1946, βρήκαν οι κομμουνιστοσυμμορίτες να πλήξουν το Σκρά. Τον Νοέμβριο του 1946 ελάχιστα Τάγματα προκαλύψεως είχαν συγκροτηθεί. Ό ‘Ελληνικός λαός μετά την πολλαπλή κατοχή και την κομμουνι­στική σφαγή των τελευταίων ετών, προσπαθούσε να περιμαζέψει ότι του απέμενε. Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη επικρατούσε ησυχία και οι λαοί της είχαν ήδη αρχίσει εντατικά την ανοικοδόμηση των ερειπίων τους. Έτσι και στο Σκρά, την έδρα του 564 Τάγματος Πεζικού επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Οι στρατιώτες, νέα παιδιά που είχαν στρατευθεί για να υπηρετήσουν τη θητεία τους και να φυλάξουν τα σύνορα κοιμόντουσαν ήσυχοι και αμέρι­μνοι.

Εκείνο το βράδυ, τη χαραυγή της 15 Νοεμβρίου του 1946, βρήκαν οι κομμουνιστοσυμμορίτες να πλήξουν το Σκρά.

Στα γύρω υψώματα είχαν συγκεντρωθεί, κυρίως από τη Γιουγκοσλαβία 800 περίπου συμμορίτες πάνοπλοι. Δολοφόνοι, σφαγείς της κατοχής, του Δεκεμβρίου, βιαστές, Νοφίτες, κατάδικοι τού κοινού ποινικού δικαίου, όλη ή αφρόκρεμα τού Κ.Κ.Ε. και τού «Δημοκρατικού Στρατού». Και στόχος, όχι μόνον το Τάγμα και οι αξιωματικοί του, αλλά και οι απλοί στρατιώτες, οι κάτοικοι τού Σκρά, ό Λαός – αυτός ό μεγάλος εχθρός του κομμουνισμού.

Μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό και τη δολοφονία των 5 αξιωματικών και 40 στρατιωτων, ή μανία των συμμοριτων ξέσπασε εναντίον των αθώων και φιλήσυχων κάτοικων τού Σκρά. Οι λίγοι πού είχαν απομείνει μετά τις σφα­γές των κατακτητών και των κομμουνιστών, ήξεραν τώρα τι τούς περίμε­νε… έκλαιγαν… Ήξεραν πώς αυτό πού τούς περίμενε τώρα πια, δεν ήταν μια καταστροφή, ήταν ξεθεμελίωμα, ξερίζωμα, αφανισμός. Τα ανθρωπόμορφα τέρατα ξεχύθηκαν σαν άγρια θηρία μέσα στο χωριό. Άρπαζαν μέσα από τα σπίτια τούς πατεράδες, τούς άνδρες, τούς αδελφούς, βίαζαν τις κοπέλες. Ό θρήνος των γυναικών και τα ξεφωνητά των παιδιών δεν τούς συγκινούσαν.

Πρώτη πιάστηκε και σύρθηκε στην πλατεία τού χωριού η Βασιλική Παπαθανασίου. Ήταν ή δασκάλα τού χωριού, ή Ελληνίδα δασκάλα, ό μεγά­λος εχθρός του Κ.Κ.Ε. και των Βουλγάρων συμμοριτών του. Η ‘Ελληνίδα δασκάλα πού με υπομονή και καρτερικότητα κατόρθωνε να ριζώνει στις ψυχές των μικρών και των μεγάλων, τα ιδεώδη της ελληνικής φυλής.

Η Βασιλική Παπαθανασίου ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη στο Σκρά. Ήταν κόρη Ιερέως και ο αδελφός της, Υπολοχαγός, είχε σφαγιαστεί από τούς Έαμοβουλγάρους. Έτσι, ή μικρή δασκάλα είχε ποτισθεί ολόκληρη από την αγάπη για την ‘Ελλάδα και την αυτοθυσία για την Πατρίδα της, κι αυτά προσπαθούσε να μεταλαμπαδεύσει στις καρδιές και τις ψυχές των μικρών παιδιών πού ή Πατρίδα της εμπιστεύτηκε. Μόνη στο χωριό, ριζωμένη, δεμένη με τη μοίρα του τόπου πού γεννήθηκε, μαζεύοντας στο πατρικό της σπίτι, γιατί το σχολείο είχε καεί, τα παιδιά τού χωριού, μικρά και μεγάλα, προσπαθούσε να τα κάνει να νοιώσουν πώς κάθε σπιθαμή του μικρού τους χωριού είναι πολύ ακριβά πληρωμένη και ό,τι είναι δικό τους και δικό τους πρέπει να μείνει, γιατί το χώμα του αχνίζει από αίμα και ιδρώτα ελληνικό.

Σαν δασκάλα ακριτικής περιοχής, είχε νοιώσει βαθειά την αποστολή της. Δεν περιοριζόταν μόνο στο κύριο έργο της, αλλά με λόγια, με έργα, με το παράδειγμά της φρόντιζε να τονώσει το εθνικό φρόνημα των νέων και να εξυψώνει το πνευματικό επίπεδο των κοριτσιών. Ήταν ένας φάρος πού φώτιζε όλο το χωριό και σκόρπιζε το ζοφερό πνευματικό σκοτάδι, πού τόσο το χρειαζόταν ό κομμουνισμός για να μπόρεση να εισχωρήσει στις τυφλές ψυχές. Κι ό φάρος έπρεπε να γκρεμιστεί. Οι φάροι για τούς δολοφόνους του Κ.Κ.Ε. είναι άσπονδοι εχθροί…

Μπροστά ή μικρή δασκάλα του χωριού και πίσω της τριάνταπέντε ακόμη Έλληνες, σύρθηκαν στην πλατεία του χωριού.

Ή λύσσα των κομουνιστοσυμμοριτών ξέσπασε, εκεί μπροστά σε όλους, στο αδύνατο κορμί της άμοιρης κοπέλας. Παιδεύουν, βασανίζουν επί ώρες το κορμί της για να δαμάσουν την ψυχή. Ξεριζώνουν τις τρίχες του κεφαλιού της, λες και θέλουν να τραβήξουν μέσα από το φωτισμένο μυαλό της την Ελλάδα.

Η κοπέλα δεν βγάζει καμιά κραυγή, κανένα βογγητό. Μόνο ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ, φωνάζει. Οι συμμορίτες την έδερναν αλύπητα, τη βασάνιζαν, την παραμόρφω­ναν.

Της ζητούσαν επίμονα, επιτακτικά να φωνάξει ΖΗΤΩ Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ. Και όλα αμέσως θα σταματούσαν. Ή κοπέλα επέμενε. Μόνο μια κραυγή ακουγόταν από το φλογισμένο στόμα της: ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ!

Οι μυσαροί πράκτορες τού σλαβισμού έξαλλοι, αποτρόπαιοι δολοφόνοι, της έκοψαν τα δάκτυλα τού χεριού, γιατί μ’ αυτά τολμούσε να μαθαίνει στα παιδάκια να γράφουν Ελληνικά. Μα ή δασκαλίτσα έμεινε απτόητη. Ελληνίδα. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ, ακουγόταν από το στόμα της. Οι συμμορίτες τού Κ.Κ.Ε. ήσαν πλέον έκτος εαυτού. Δεν μπορούσαν άλλο να ακούν το ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ, και της έκοψαν τη γλώσσα.

Ή δασκάλα τού Σκρά, φωτεινό σύμβολο, σύμβολο μοναδικό σ’ ολόκληρη την Ιστορία μας δεν άντεξε άλλο. Εκεί στην πλατεία τού χωριού, άφησε την τελευταία της πνοή. Μέχρι τότε φώτιζε μόνο το μικρό της χωριό. Από τότε φωτίζει ολόκληρη την Ελλάδα.

Εκεί πού μαρτύρησε ή Βασιλική Παπαθανασίου, υπάρχει ή προτομή της. Όποιος περάσει από εκεί, ας ρωτήσει τους χωρικούς, για να μάθη κι από εκείνους την ιστορία της. Κι ας ανάψει ένα κερί, σε μια πραγματική μάρτυρα.

Αυτή είναι η ιστορία, ή πρώτη μάχη της ξενοκίνητης Βουλγαροκομμουνιστικής επιβουλής κατά της Ελλάδος.

Η σημερινή δικαιοσύνη - Εξουσία: Μία σχέση εξάρτησης

Το γνωστό σύμβολο της δικαιοσύνης είναι μια γυναίκα με δεμένα μάτια που κρατάει σπαθί και ζυγαριά. Πώς  είναι όμως δυνατόν ένας άνθρωπος εσκεμμένα τυφλός, να διακρίνει ποιόν χτυπά το σπαθί που κραδαίνει και τι ζυγίζει η ζυγαριά που κρατάει, είναι δύσκολο ν'αντιληφθεί κανείς.
Το σύμβολο που χρησιμοποιούμε σήμερα είναι η θεά Justitia των Ρωμαίων, η οποία είχε δεμένα μάτια για ν' αναδείξει, υποτίθεται, την αντικειμενικότητα που πρέπει να έχει η δικαιοσύνη. Αυτή η εξήγηση δόθηκε στον λαό της Ρωμαϊκής εποχής. Για τους γνωρίζοντες πιθανόν δεν σήμαινε κάτι άλλο, παρά το ότι η δικαιοσύνη ήταν εξαρτώμενη από την εξουσία και της επιτρεπόταν να δει μόνον, ό,τι ήταν αρεστό σ'αυτήν.
Ο συμβολισμός αυτός δεν έχει φυσικά καμιά σχέση με τις τακτικές διαλογισμού όπου τα μάτια κλείνουν για να ησυχάσει ο νους.
Εδώ έχουμε ένα σύμβολο εξωτερικού επιδέσμου στα μάτια, που ενώ κατά την επίσημη ερμηνεία συμβολίζει την ανεπηρέαστη κρίση, ουσιαστικά δεν υπονοεί, παρά το αντίθετο... δηλαδή την αποφασιστική επιρροή κάποιου εξωτερικού παράγοντα. Το κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει  άλλωστε την εποχή του και τον  υποκείμενο πολιτισμό που το χρησιμοποιεί. Το Ρωμαϊκό σύμβολο της δικαιοσύνης είναι το σύμβολο που ευρέως χρησιμοποιείται και σήμερα διότι οι εποχές αλλάζουν επιφανειακά, όχι όμως ο σκληρός πυρήνας της εκάστοτε διακυβέρνησης, ο οποίος εξακολουθεί να βασίζεται λίγο έως πολύ, στις ρωμαϊκές αξίες και αρχές. Το ίδιο εξάλλου συμβαίνει και στη νομική επιστήμη, μια που το ρωμαϊκό δίκαιο, ήταν η βάση για τα μεταγενέστερα ευρωπαϊκά δίκαια αλλά και τα σύγχρονα πολιτεύματα που διαμορφώθηκαν με βάση την ρωμαϊκή res publica και όχι την Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία...
Δ.Β.

Η Στάση του Νίκα

Η αυτοκρατορική θητεία μιας από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του Βυζαντίου, όπως ήταν ο Ιουστινιανός, ξεκίνησε με τη χειρότερη περίοδο βίας και αναρχίας που γνώρισε η Βασιλεύουσα.

Οι δήμοι, αρχικά αθλητικά σωματεία, που από τα μέσα του 5ου αιώνα διέθεταν κάποια επιρροή και πολιτική δύναμη , εξελίσσονταν τον 6ο αιώνα σε ανασχετικό φραγμό της αυτοκρατορικής απολυταρχίας. Οι δήμοι της Κωνσταντινούπολης και κυρίως οι δύο ισχυρότεροι εξ αυτών, οι Βένετοι και οι Πράσινοι, έρχονταν σε αντίθεση με το πολιτικό πρόγραμμα του Ιουστινιανού Α΄ , ο οποίος επιθυμούσε τον περιορισμό της δράσης και της επιρροής τους και την ενίσχυση του συγκεντρωτισμού της αυτοκρατορικής εξουσίας. Η πολιτική αυτή προκάλεσε τη μεγαλύτερη εσωτερική κρίση στο Βυζάντιο τον 6ο αιώνα.

Ο Ιουστινιανός ενώ στην αρχή  εφάρμοζε προς τους δήμους ευμετάβλητη πολιτική,  στην αρχή της βασιλείας του άλλαξε στάση απέναντί τους. Οι Βένετοι όπως και οι Πράσινοι έγιναν στόχος κατασταλτικών μέτρων. Η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια του δήμου των Πρασίνων, που θεωρούσαν ότι αδικούνταν συστηματικά σε σχέση με τους Βένετους, και η αντίδραση από τους Βένετους για την απώλεια της αυτοκρατορικής εύνοιας συνένωσε τις δύο αντίπαλες παρατάξεις εναντίον του αυτοκράτορα. Ας προσθέσουμε και την λαϊκή δυσφορία για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και την εισπρακτική πολιτική του Ιωάννη Καππαδόκη, η οποία αυτή δυσφορία εκφραζόταν μέσα από τις εκδηλώσεις των δήμων, δίνοντάς τους σαφώς πολιτική χροιά.

Γιατί όμως υπήρχε αυτή η εισπρακτική πολιτική; Βασική επιδίωξη του Ιουστινιανού, ήταν η διατήρηση στην εξουσία της συγκλητικής αριστοκρατίας της πόλης, η ευστάθεια της οποίας, σε έναν κόσμο που προσέγγιζε σταδιακά τον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, απειλούνταν. Βλέποντας ότι το αστικό σύστημα παρακμάζει και οι πόλεις ερημώνουν, ο Ιουστινιανός παίρνει πολύ σκληρά φορολογικά μέτρα προκειμένου να καταφέρει να τις ανοικοδομήσει.Το είδος όμως της ανοικοδόμησης που κάνει δεν φέρνει της πόλεις στην μορφή που είχαν κατά την περίοδο της ακμής τους, αντίθετα τις οχυρώνει και ασχολείται κυρίως με στρατιωτικά έργα μετατρέποντας τες σε φρούρια. Παρά την προσπάθεια του οι πόλεις αυτές δεν ξαναγίνονται εμπορικά ή παραγωγικά κέντρα. Οι μόνες πόλεις που συνεχίζουν να διατηρούν τον αστικό τρόπο ζωής είναι η Κωνσταντινούπολη, η Αντιόχεια, η Θεσσαλονίκη και η Αλεξάνδρεια οι οποίες δέχονται τους πληθυσμούς των πόλεων που παρήκμαζαν, τουλάχιστον εκείνους που δεν εγκαθίστανται στην ύπαιθρο. Η διόγκωση του πληθυσμού σε αυτά τα 4 αστικά κέντρα δημιουργεί ακόμα χειρότερες συνθήκες για τους κατοίκους και αρχίζει να εντείνεται o κοινωνικός αναβρασμός.

Η εξέγερση των δήμων, που ονομάστηκε Στάση του Νίκα και διήρκεσε οκτώ ημέρες, ξεσπά στις 11 Ιανουαρίου του 532.

Μια ημέρα γιορτής οργανώθηκαν ιπποδρομίες στις οποίες παρευρισκόταν ο ίδιος ο Ιουστινιανός με τη συνοδεία του. Στο τμήμα του Ιπποδρόμου στο οποίο βρίσκονταν οι Πράσινοι επικρατούσε ανησυχία και αναταραχή. Οι Πράσινοι παραπονέθηκαν στον αυτοκράτορα για τις πιέσεις που τους ασκούνταν και για την κακή μεταχείριση που υφίσταντο. Οι Βένετοι, απάντησαν στους Πράσινους προκλητικά. Οι τελευταίοι υπενθύμισαν στον αυτοκράτορα ότι κάποιοι δολοφόνοι από τις τάξεις των Βενέτων έμεναν ατιμώρητοι.

Ταυτόχρονα οι Βένετοι διέψευδαν ότι ήταν αναμεμειγμένοι στις δολοφονίες για τις οποίες τους κατηγορούσαν οι Πράσινοι και προσπαθούσαν τη στιγμή εκείνη να κατευνάσουν τα πνεύματα. Οργισμένος ο Ιουστινιανός απείλησε τους Πράσινους ότι θα τους τιμωρήσει παραδειγματικά. Αυτοί όμως με υβριστικά επιφωνήματα εγκατέλειψαν τον Ιππόδρομο. Ο Ιουστινιανός επίσης αποσύρθηκε στο Παλάτι, δίνοντας όμως εντολή στον έπαρχο της Πόλεως να συλλάβει τους ταραξίες. Ο έπαρχος Ευδαίμων έπραξε όπως διατάχθηκε: Συνέλαβε ορισμένους από τους αρχηγούς των Πρασίνων αλλά και κάποιους Βένετους, συνολικά επτά άτομα. Με τον τρόπο αυτό ο Ιουστινιανός ήθελε να θέσει υπόψη όλων ότι είναι υπεράνω παρατάξεων και ότι είναι εξίσου αυστηρός και δίκαιος και προς τους μεν και προς τους δε. Οι ομαδικές συλλήψεις όμως, στην πραγματικότητα ένωσαν τους δήμους.

Για τέσσερις από τους συλληφθέντες η καταδίκη ήταν αποκεφαλισμός, ενώ οι άλλοι τρεις καταδικάστηκαν σε θάνατο με απαγχονισμό. Στην αρχή ωστόσο τούς περιέφεραν στην πόλη, προκειμένου το θέαμα αυτό να προκαλέσει φόβο στους υπόλοιπους, και μετά τους μετέφεραν στην άλλη πλευρά του κόλπου του Χρυσού Κέρατος. Όμως, στη διάρκεια της εκτέλεσης των καταδικασμένων με απαγχονισμό, συνέβη κάτι το ασυνήθιστο: Η αγχόνη έσπασε και οι δύο καταδικασμένοι σε θάνατο –ένας από τους Πράσινους και ένας από τους Βένετους– έπεσαν στο χώμα. Το ίδιο συνέβη όταν τους ανέβασαν δεύτερη φορά στην αγχόνη. Το συγκεντρωμένο πλήθος, ταραγμένο και αισθητά αναστατωμένο λόγω της ωμότητας του επάρχου, θεώρησε το ασυνήθιστο αυτό γεγονός σημάδι της Θείας Πρόνοιας. Οι παρόντες, σε κλίμα πλήρους σύγχυσης, φώναζαν «τούτους τῇ ἐκκλησίᾳ», ελπίζοντας να σώσουν τη ζωή των δύο θανατοποινιτών μεταφέροντάς τους σε άσυλο.

Ακούγοντας από το δρόμο τις φωνές, οι μοναχοί της μονής του Αγίου Κόνωνος βοήθησαν τους δύο παραλίγο απαγχονισμένους να απομακρυνθούν από το ικρίωμα και τους οδήγησαν στην εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου, στη συνοικία των Πουλχεριανών. Όμως, δεν τελείωσαν όλα εδώ. Ο έπαρχος της Κωνσταντινούπολης Ευδαίμων έστειλε στρατιώτες με εντολή να κάνουν το παν ώστε να οδηγηθούν οι παραβάτες ενώπιον της δικαιοσύνης. Οι μοναχοί και ο συγκεντρωμένος λαός αντιστάθηκαν στους στρατιώτες. Ο έπαρχος δεν ήθελε να απονείμει χάρη στους δύο κατάδικους και αυτή ήταν η τελευταία σταγόνα που προκάλεσε ένα από πλέον θυελλώδη επεισόδια στη μακραίωνη ιστορία της βασανισμένης Κωνσταντινούπολης.

Οι Βένετοι και οι Πράσινοι, οι οποίοι επέμεναν στην απονομή χάριτος στα δύο καταδικασθέντα μέλη τους, συμμάχησαν· τότε δόθηκε το σύνθημα «Νίκα». Είναι το σύνθημα που φώναζαν στον Ιππόδρομο για να εμψυχώσουν τους αρματοδρόμους.

Λίγες μέρες μετά οργανώθηκαν και πάλι αγώνες στον Ιππόδρομο. Και τα δύο μέρη ζητούσαν από τον Ιουστινιανό, ο οποίος καθόταν στο αυτοκρατορικό θεωρείο, αμνηστία για τα δύο μέλη τους. Όμως ο αυτοκράτορας δεν εισάκουσε τις παρακλήσεις τους. Οργισμένες ακόμα περισσότερο με την άρνηση του αυτοκράτορα, οι παρατάξεις ανακοίνωσαν ανοιχτά τη συμμαχία τους.

Τις βραδινές ώρες στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης επικράτησε απόλυτο χάος. Πλήθη ξεχύθηκαν από τον Ιππόδρομο στους δρόμους της πόλης και άρχισαν να πυρπολούν σπίτια. Οι οργισμένοι στασιαστές εισέβαλαν στις φυλακές και απελευθέρωσαν κρατούμενους. Όσους στρατιώτες βρέθηκαν στο δρόμο τους και τους αντιστάθηκαν τους ξυλοκόπησαν επιτόπου. Η στάση είχε σε σημαντικό βαθμό ξεφύγει από τον έλεγχο, όπως μαρτυρεί η πυρπόληση των περιουσιών και ορισμένων επιφανών και πλούσιων μελών των Βενέτων και των Πρασίνων. Σύντομα στην πύρινη λαίλαπα χάθηκαν το κτήριο της Συγκλήτου, η μπρούντζινη πύλη του αυτοκρατορικού παλατιού, ο ναός της Αγίας Σοφίας και η κοντινή εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Οι ριπές του αέρα βοήθησαν ακόμη περισσότερο στην εξάπλωση της πυρκαγιάς. Η Κωνσταντινούπολη μετατράπηκε σε σωρό ερειπίων πάνω από τα οποία απλωνόταν η οσμή του καμένου.

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, προκειμένου να μην χαθεί τελείως ο έλεγχος των πραγμάτων, προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τους αρχηγούς των Βένετων και των Πράσινων. Οι αρχηγοί των παρατάξεων προέβαλαν ιδιαίτερα ριζοσπαστικά αιτήματα. Ζητούσαν ρητά την απομάκρυνση ορισμένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων από τις μέχρι τότε θέσεις τους. Ο Ιουστινιανός, για να αποφύγει τα χειρότερα, ικανοποίησε τα αιτήματα και αντικατέστησε τους προαναφερόμενους αξιωματούχους. Τα οργισμένα πλήθη όμως δεν ησύχασαν ούτε και με αυτές τις αλλαγές. Τον αυτοκράτορα τον περίμεναν κι άλλες δύσκολες στιγμές.

Τα πλήθη ήθελαν νέο αυτοκράτορα. Ήθελαν να δουν στο βυζαντινό θρόνο τον Υπάτιο, ανιψιό του Αναστασίου Α΄ και ευνοούμενο των Βενέτων, ο οποίος όμως, μαζί με τον αδελφό του Πομπήιο, καθώς και με πολλούς συγκλητικούς, είχε κλειστεί στο αυτοκρατορικό παλάτι. Τότε, το κύριο μέρος των στασιαστών στράφηκε στον τρίτο αδελφό, τον αξιωματούχο Πρόβο, και φωνάζοντας το όνομά του κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Φοβούμενος μια τέτοια εξέλιξη και όλες τις πιθανές της συνέπειες, ο Πρόβος κρύφτηκε. Ακολούθησαν αμέσως αντίποινα – τα αγανακτισμένα πλήθη πυρπόλησαν το σπίτι του. Οι ταραχές στους δρόμους συνεχίστηκαν και οι πυρκαγιές εξαπλώθηκαν προς το βόρειο τμήμα της Κωνσταντινούπολης, καταλαμβάνοντας νέες συνοικίες της πρωτεύουσας και καταστρέφοντας και άλλα κτήρια. Οπαδοί του Ιουστινιανού δολοφονούνταν μαζικά.

Οι στασιαστές όμως ήθελαν με κάθε τρόπο να στέψουν τον Υπάτιο. Αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες και τα δάκρυα της συζύγου του Μαρίας, του πρότειναν το στέμμα.

Έτσι, στέφθηκε αυτοκράτορας, ο οποίος, όπως το επέβαλλε το έθιμο, ντύθηκε στην πορφύρα. Το συνεπαρμένο πλήθος οδήγησε το νέο αυτοκράτορα στον Ιππόδρομο και με ενθουσιώδεις κραυγές τον τοποθέτησε στο αυτοκρατορικό θεωρείο, στο ίδιο θεωρείο στο οποίο μέχρι την προηγουμένη καθόταν ο Ιουστινιανός. Στη συνέχεια οι στασιαστές γιόρτασαν τη μεγάλη τους επιτυχία.

Έπειτα από αυτό, μια ομάδα Πρασίνων, περίπου διακόσιοι πολεμοχαρείς και οπλισμένοι νεαροί, άρχισε επίθεση κατά του παλατιού, πράγμα που οδήγησε στο αποκορύφωμα της κρίσης. Για μια στιγμή ο Ιουστινιανός, επηρεασμένος από την λαϊκή οργή, σκέφθηκε να τραπεί σε φυγή. Εξοπλισμένα πλοία περίμεναν στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης έτοιμα να αποπλεύσουν ανά πάσα στιγμή. Όμως, στην επιφάνεια βγήκε η απίστευτη ψυχραιμία της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Σε συμβούλιο στο οποίο έλαβαν μέρος οι πιο έμπιστοι αξιωματούχοι του αυτοκράτορα, φανερά φοβισμένοι και ανήσυχοι λόγω του οργισμένου και επικίνδυνα απειλητικού πλήθους που βρισκόταν κοντά, εμφανίστηκε με τόλμη η σύζυγος του Ιουστινιανού. Σε ατμόσφαιρα ολιγοψυχίας, πλήρους απελπισίας και φόβου που δύσκολα μπορούσε να κρυφτεί, η Θεοδώρα αποφασιστικά τόνισε ότι «Δεν σωζόμεθα δια της φυγής, παρά να αποθάνωμεν αδόξως, προτιμότερον να αποθάνωμεν ενδόξως αγωνιζόμενοι…».  Ο Ιουστινιανός άκουσε τη συμβουλή της συζύγου του και έδωσε εντολή στο Βελισάριο να καταπνίξει την εξέγερση. Ο μεγάλος στρατηγός με τάγμα μισθοφόρων εισέβαλε στον Ιππόδρομο και σκότωσε μερικές χιλιάδες ανθρώπους. Στην αρχή οι στρατιώτες του Βελισαρίου με βέλη προκάλεσαν πραγματικό πανικό μεταξύ των πολυάριθμων στασιαστών, οι οποίοι ήταν στριμωγμένοι σε σχετικά μικρό χώρο. Σκοτώθηκαν αρκετές χιλιάδες άτομα.  Ο Υπάτιος και ο αδελφός του Πομπήιος οδηγήθηκαν ενώπιον του Ιουστινιανού. Παρά τις διαβεβαιώσεις του ότι στέφθηκε παρά τη θέληση του, ενώ αυτός έμεινε πιστός στον αυτοκράτορα, ο Ιουστινιανός δεν τον πίστεψε. Την αυγή ο Υπάτιος και ο Πομπήιος εκτελέστηκαν και τα πτώματά τους ρίχτηκαν στη θάλασσα. Ακολούθησαν σκληρά αντίποινα για τους στασιαστές: συλλήψεις, διωγμοί και τιμωρίες. Η Κωνσταντινούπολη πέρασε δύσκολες μέρες. Απαγορεύτηκαν στο εξής και για μερικά χρόνια οι αρματοδρομίες στον Ιππόδρομο.

Μετά τη μεγάλη αυτή αναταραχή, ο Ιουστινιανός θέλησε να ξεχαστούν τα δυσάρεστα γεγονότα το ταχύτερο δυνατόν. Μια από τις πρώτες ενέργειες ήταν η ανακαίνιση της ξακουστής εκκλησίας της Αγίας Σοφίας, η οποία είχε καταστραφεί από πυρκαγιά στη διάρκεια της στάσης. Ο Ιουστινιανός διέταξε να οικοδομηθεί νέος ναός και για το λόγο αυτό προσέλαβε δύο επιφανείς αρχιτέκτονες, τον Ισίδωρο από τη Μίλητο και τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις.

Στις 27 Δεκεμβρίου 537 έγιναν τα εγκαίνια του ναού. Ο Ιουστινιανός Α΄ οργάνωσε μια μεγαλοπρεπή τελετή, η οποία προσέλαβε χαρακτηριστικά παλλαϊκής γιορτής· για το λαό της πόλης αναφέρεται ότι ψήθηκαν 1.000 βόδια, 6.000 αρνιά, 600 ελάφια, 1.000 γουρούνια και περίπου 10.000 ήμερα και άγρια πτηνά. Ο Ιουστινιανός, υπερήφανος για το επίτευγμά του, λέγεται ότι αναφώνησε τότε την περίφημη φράση: «Δόξα τῷ Θεῷ, τῷ καταξιώσαντί με τοιοῦτον ἔργον ἐπιτελέσαι. Νενίκηκά σε, Σολομών!»

Ιωάννης Φωκάς (Χουάν Ντε Φούκα): Ο Μεγάλος Έλληνας Θαλασσοπόρος

Ο Ιωάννης Φωκάς ή Απόστολος Βαλεριάνος, είναι γνωστός με το ισπανικό όνομα Χουάν ντε Φούκα (Juan de Fuca: είχε γεννηθεί στο χωριό Βαλεριάνο στη Κεφαλονιά το 1536 και πέθανε πιθανόν το 1602 και ήταν ο θαλασσοπόρος, που εξερεύνησε τις δυτικές ακτές της Β.Αμερικής για λογαριασμό του Ισπανικού θρόνου. Το όνομά του δόθηκε σε στενό ανάμεσα στην νήσο Βανκούβερ και των ΗΠΑ το οποίο οδηγεί στο λιμάνι που οδηγεί στο λιμάνι του Βανκούβερ, αφού ήταν ο πρώτος που έφτασε εκεί.

Ο Φωκάς ή Βαλεριάνος γεννήθηκε στο χωριό Βαλεριάνο της και ήταν ο τέταρτος γιος του Εμμανουήλ Φωκά ή Φωκά Βαλεριάνου με απώτερη καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη.Νέος ξενιτεύθηκε και εργάσθηκε επί σαράντα χρόνια ως πλοηγός στον στόλο των Δυτικών Ινδιών της Ισπανίας. Σ΄ ένα του ταξίδι στις Φιλιππίνες το 1587 το πλοίο του η Αγία Άννα (Santa Anna), το κατέλαβαν άγγλοι και πιάστηκε αιχμάλωτος, χάνοντας όλες του τις οικονομίες και το φορτίο του πλοίου αξίας 60.000 δουκάτων. Λίγο καιρό αργότερα διέφυγε και το 1588 πήγε στοΜεξικό , που τότε ονομάζονταν Νέα Ισπανία και ο Ισπανός αντιβασιλέας του Μεξικού Luis de Velaseo, του έδωσε μία μικρή καραβέλα με την εντολή να εξερευνήσει τις δυτικές ακτές της Β. Αμερικής και να βρει τα μυθικά Στενά του Ανιάν (Estrecho de Anián) που υποτίθεται πως ένωναν τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Στο πρώτο του ταξίδι το 1592 το πλήρωμά του στασίασε, και αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ακαπούλκο, ενώ στο δεύτερο ταξίδι του ανέβηκε βόρεια και νόμισε πως πραγματικά είχε βρει το πέρασμα προς τον Ατλαντικό μεταξύ του 47ου και 48ου γεωγραφικού παραλλήλου. Επέστρεψε στο Ακαπούλκο περιμένοντας για δύο χρόνια να λάβει την ανταμοιβή του για τις ανακαλύψεις του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα και το 1594 έφυγε για την Ισπανία προσδοκώντας πως θα τον ανταμοίψει ο βασιλιάς στην Ισπανία. Όμως δεν βρήκε καμία ανταπόκριση και από τον Θρόνο και, απογοητευμένος, αποφάσισε να αποσυρθεί στην πατρίδα του.

Στην πορεία του προς την Κεφαλονιά πέρασε και από τη Φλωρεντία και έτυχε να συναντήσει κάποιον John Douglass που του αφηγήθηκε τις περιπέτειές του. Ο Ντάγκλας του έδωσε μία συστατική επιστολή και τον έστειλε στον Michael Lok ή Locke έναν πλούσιο έμπορο και Άγγλο πρόξενο που έτυχε να βρίσκεται τότε στην Βενετία. Ο Φωκάς εξιστόρησε τις εξερευνήσεις του και στον Λοκ, ζητώντας από τον τελευταίο να μεσολαβήσει ώστε η Αγγλία να του χορηγήσει δύο πλοία για να συνεχίσει τις εξερευνήσεις του. Ο Λοκ προσπάθησε να έρθει σε επαφή με την Βρεττανική κυβέρνηση, ζητώντας 100 λίρες για να πάει τον Φωκά στην Αγγλία, αλλά η απάντηση καθυστερούσε και ο Φωκάς έφυγε τελικά για τη Κεφαλονιά και ο Λοκ υπέθεσε πως ο ηλικιωμένος Φωκάς είχε ήδη πεθάνει.

Η ιστορία του Φωκά, πρωτοδημοσιεύθηκε το 1625 στο βιβλίο του ταξιδιωτικού συγγραφέα Samuel Purchas, 1575-1626 Hakluytus Posthumus or ‘Purchas His Pilgrimes Contayning a History of the World in Sea Voyages and Lande Travells by Englishmen and others. Το 1787, ο Άγγλος πλοίαρχος Charles Barkley, αναγνωρίζοντας τον πορθμό ανάμεσα στην νήσο Βανκούβερ και τη Πολιτεία Ουάσιγκτον των ΗΠΑ σαν τα μέρη που εξερεύνησε ο Φωκάς και βάσει των οδηγιών και περιγραφών του, πήγε και πιστοποίησε την ακρίβεια των περιγραφών του Ελληνα θαλασσοπόρου έδωσε στη περιοχή το όνομα Στενά του Χουάν ντε Φούκα. Σε όλους τους παγκόσμιους χάρτες από τότε αναγράφονται ως Strait of Juan de Fuca, τιμώντας τον Ελληνα θαλασσοπόρο που τα εξερεύνησε. Ο Έλληνας θαλασσοπορος που θεωρείται εφάμιλλος των Κορτέζ και Μπαλμπόα και σε μια εποχή που τα ναυτικά μέσα ήσαν πρωτόγονα, πραγματοποίησε άθλο για τη ναυτοσύνη, γι΄αυτό και τιμάται παγκοσμίως αλλά επιβεβαίωσε το Οδυσσειακό χάρισμα του Ελληνα ναυτικού, για τολμηρή και ριψοκίνδυνη εξερεύνηση,την επιμονή για την κατάκτηση του στόχου σε πείσμα των όποιων εμποδίων και των ποικίλων αντιξοοτήτων που ενδεχομένως συναντά κάποιος στη πορεία του και στη ζωή του! Δυστυχώς το Ελληνικό κράτος αδιαφορεί για την ανάδειξη ιστορικών ή επιστημονικών γεγονότων που επικυρώνουν το διαχρονικά ανήσυχο πνεύμα της φυλής και των ανθρώπων της, μιας φυλής “της Ρωμιοσύνης, της φυλής της συνόκαιρης του κόσμου” όπως λέει ο μεγάλος Κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής: Ένας μεγάλος επιστήμονας, ένας μεγάλος Έλληνας

Εξέχουσα φυσιογνωμία της επιστήμης με παγκόσμιο ακτινοβολία, υπερήφανος υπερασπιστής της καταγωγής και της Ελληνικότητός του, λαμπρή προσωπικότητα της Ελληνικής διασποράς με πνεύμα ευρύ που δεν γνώριζε όρια στην αναζήτηση. Γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1873 , πέθανε στο Μόναχο το 1950 και θεωρείται ο κορυφαίος σύγχρονος Ελληνας μαθηματικός με παγκόσμιο ακτινοβολία όπου στον υπόλοιπο κόσμο τον ξέρουν όλοι ως Constantin Carathéodory.

Το επιστημονικό έργο του οποίου επεκτείνεται σε πολλούς τομείς των Μαθηματικών, της Φυσικής και της Αρχαιολογίας.Ο πατέρας του Καραθεοδωρή, Στέφανος, νομικός από την Κωνσταντινούπολη με καταγωγή από τη Βύσσα της Δυτικής Θράκης, ενώ η μητέρα του ήταν από τη Χίο και πέθανε όταν ο Κωνσταντίνος ήταν μόλις έξι ετών και ο νεαρός Καραθεοδωρή ανατράφηκε από την γιαγιά του μεγαλώνοντας σε Ευρωπαϊκό, επιστημονικό και αριστοκρατικό περιβάλλον, με εντονότατα καλλιεργούμενα τα στοιχεία της ελληνορθόδοξης καταγωγής του. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο εξωτερικό αφού ο πατέρας του ήταν διπλωμάτης στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κι έτσι μιλούσε Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά και Γερμανικά, ενώ στο σχολείο πρώτευσε σε δύο διαγωνισμούς μαθηματικών και σπούδασε πολιτικός μηχανικός. Εργάστηκε στην Αίγυπτο στο φράγμα του Ασσουάν, μελέτησε τις πυραμίδες και γοητευμένος από τα Μαθηματικά επέστρεψε στη Γερμανία και σπούδασε στο Βερολίνο μαθηματικά δίπλα στους μεγάλους μαθηματικούς Herman Schwarz, Georg Frobenius και Lazarus Fuchs, αργότερα αναγορεύτηκε διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν και ζήτησε να εργαστεί στην αγαπημένη του Ελλάδα αλλά του απάντησε το καθηγητικό κατεστημένο της εποχής πως θα μπορούσαν μόνο να τον στείλουν σαν καθηγητή σχολείου στην επαρχία οπότε επέστρεψε στη Γερμανία και αναγορεύτηκε υφηγητής Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν που δίδαξε μέχρι το 1908  και παντρεύτηκε την 24χρονη Ευφροσύνη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Η φήμη του τον έφερε σε επαγγελματική επαφή με τους κορυφαίους επιστήμονες της εποχής Σβαρτς, Σμιτ, Max Plank, Αλμπερτ Αϊνστάιν κα. Με τον Αϊνστάιν ειδικά συνδέθηκε προσωπικά από το 1915 συνεργάστηκαν ανταλάσσοντας απόψεις για τη θεωρία της σχετικότητος. Το 1920 ανέλαβε να οργανώσει το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης που λίγο μετά παραδόθηκε στις φλόγες των βάρβαρων Τούρκων Τσετών αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη λατρεία του για την Ελλάδα και οτιδήποτε σχετικό με τη χώρα του. Όταν οι βάρβαροι επιδρομείς μπήκαν στη πόλη κατόρθωσε να διασώσει πολλά από τα εργαστηριακά όργανα που μετέφερε στην Ελλάδα και δώρισε στο Μουσείο Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ το 1922 διορίστηκε καθηγητής στοΠανεπιστήμιο Αθηνών και την επομένη χρονιά και στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ανακηρύχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ανέλαβε την οργάνωση του νεοσύστατου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε αλεπάλληλες προσκλήσεις να διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ,της Πενσυλβάνια,του Πρίστον,του Ωστιν και παρέμεινε στη Γερμανία τα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Είχε φιλικότατη σχέση και αλληλογραφία με τον Suss, τον «κομισάριο» των μαθηματικών αλλά και με πολλά στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία του Χίτλερ που εκτιμούσε και συμφωνούσε με την ιδεολογία του, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως από το βιβλίο επισκεπτών της οικογένειας Καραθεοδωρή στη Γερμανία λείπουν περιέργως πως, οι σελίδες ολόκληρων των ετών από το 1941 ως το 1945…

Το 1945 Αμερικανικά Πανεπιστήμια ζήτησαν επίμονα να μεταβεί στις ΗΠΑ και να εργαστεί για λογαριασμό της νέας τάξης πραγμάτων, εγκαταλείποντας την ερειπωμένη Ευρώπη αλλά αρνήθηκε και παρέμεινε ανάμεσα στις στάχτες της Γερμανίας.Τον Δεκέμβριο του 1949 έδωσε την τελευταία του διάλεξη στο όπου και πέθανε δύο μήνες αργότερα, ενώ η σορός του ενταφιάστηκε στο Κοιμητήριο Waldfriedhof του Μονάχου σύμφωνα με την επιθυμία του. Συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων μαθηματικών του κόσμου έγραψε «Περί των ασυνεχών λύσεων στον Λογισμό των Μεταβολών» και ασχολήθηκε με όλους σχεδόν του κλάδους των Μαθηματικών, ενώ οι μαθηματικές του αποδείξεις χαρακτηρίζονται από «κομψότητα και απλότητα», αλλά και αυστηρότητα που δίνει απόλυτη ασφάλεια στα συμπεράσματα που προκύπτουν.

Με την συμβολή του στον Λογισμό των Μεταβολών βοήθησε στην ανάπτυξη της Θεωρίας της Σχετικότητος προκαλώντας τον θαυμασμό του Αινστάιν που σε μια του επιστολή προς τον Καραθεοδωρή το 1916 του γράφει : “Αν θέλετε να μπείτε στον κόπο να μου εξηγήσετε ακόμα και τους κανονικούς μετασχηματισμούς θα βρείτε έναν ευγνώμονα και ευσυνείδητο ακροατή. Αν όμως λύσετε και το πρόβλημα των κλειστών γραμμών του χρόνου, θα σταθώ μπροστά σας με σταυρωμένα χέρια. Πίσω από αυτό υπάρχει κρυμμένο κάτι που είναι αντάξιο του ιδρώτα των καλυτέρων!” Με απλά δε αξιώματα και υποθέσεις, ο Καραθεοδωρή κατόρθωσε να φτάσει στον ορισμό θεμελιωδών θερμοδυναμικών μεγεθών όπως της εντροπίας χωρίς καμία αναφορά σε θερμοδυναμικούς κύκλους κ.λπ. Για τον μεγάλο αυτό μαθηματικό ο Ακαδημαικός Οscar Perron είπε : “Είναι ένας από τους λαμπρότερους μαθηματικούς που έχει εμπλουτίσει και επηρεάσει αποφασιστικά την επιστήμη.Είναι ένας άνδρας με ασυνήθιστα πλατιά παιδεία, σαν Ελληνας που είναι με υψιπετέςπνεύμα που αανζητά την ουσιαστική γνώση και συνεχίζει τη παράδοση και τη κληρονομιά της Ελλάδος” Για να συλλάβουν οι αγνοούντες το μέγεθος του μεγάλου αυτού Μαθηματικού επιστήμονα ας ανατρέξουμε στη τελευταία συνέντευξη του Α. Αϊνστάιν το 1955 που είπε :”Κύριοι, ζητήσατε να σας απαντήσω σε χίλια δυο πράγματα, κανείς σας όμως δεν θέλησε να μάθει ποιος ήταν ο δάσκαλός μου, ποιος μου έδειξε και μου άνοιξε τον δρόμο προς την ανώτερη μαθηματική επιστήμη, σκέψη και έρευνα. Και για να μην σας κουράσω, σας το λέω έτσι απλά, χωρίς λεπτομέρειες, ότι μεγάλος μου δάσκαλος υπήρξε ο αξεπέραστος Έλληνας Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, στον οποίο, εγώ προσωπικά, αλλά και η μαθηματική επιστήμη, η φυσική, η σοφία του αιώνα μας, χρωστάμε τα πάντα.”

Για τον άνθρωπο πάντως Καραθεοδωρή, η κόρη του είπε μιλώντας στην σε επετειακή προς τιμήν του εκδήλωση: “Κάθε Κυριακή πηγαίναμε στη δεύτερη μεγαλύτερη εκκλησία του Μονάχου, η οποία είχε παραχωρηθεί στους Έλληνες. Ο πατέρας μου μας μεγάλωσε ως Έλληνες. Πηγαίναμε σε γερμανικό σχολείο, αλλά δύο φορές την εβδομάδα ερχόταν στο σπίτι ο αρχιμανδρίτης και μας έκανε μαθήματα ελληνικών. Ο πατέρας μου, κάθε φορά που ερχόταν στην Ελλάδα, με έπαιρνε μαζί του. Στη Γερμανία, όταν με ρωτούσαν από πού είμαι, έλεγα με καμάρι ότι είμαι από την Ελλάδα, γιατί τότε στη Γερμανία τη θαύμαζαν την Ελλάδα...”

Κωνσταντίνος Τσικλητήρας: Ολυμπιονίκης για την Σημαία, πολεμιστής για την Ελλάδα

Υπήρξε ένα από τα πλέον αυθεντικά ταλέντα του Ελληνικού στίβου. Γενέτειρα του Κωστή Τσικλητήρα ήταν η ιστορική Πύλος όπου ξεκίνησε τον αθλητισμό σε εφηβική ηλικία. Στη διάρκεια των σπουδών του στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή εγγράφηκε ως αθλητής του Πανελληνίου ΓΣ. με τα χρώματα του οποίου ανακηρύχτηκε τέσσερις φορές Ολυμπιονίκης κατακτώντας ένα χρυσό,δύο αργυρά και ένα χάλκινο μετάλλιο! Σπάνιες οι ψυχικές του αρετές, έξοχες οι σωματομετρικές του ικανότητες, όπως επισημαίνεται στην ιστορία του Πανελήνιου ΓΣ. Το 1907 έλαβε μέρος στους Πανιώνιους αγώνες όπου νίκησε και του απονεμήθηκε ο Χρυσούς σταυρός του Πανιωνίου. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1912 στη Στοκχόλμη κατέκτησε το χρυσό μετάλιο στο στο μήκος άνευ φοράς με άλμα 3,37 και το χάλκινο στο ύψος άνευ φοράς με άλμα 1,55. Υπάρχει μια μαρτυρία του που συνδέει την αθλητική με την εθνική νίκηΠρόκειται για κείμενό του δημοσιευμένο την επόμενη μέρα της επιστροφής του στην Αθήνα (25 Ιουλίου 1912). Δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Αθήναι» με τον τίτλο «Πώς ενίκησα». Γράφει εκεί για τα κορυφαία δευτερόλεπτα “Την στιγμήν εκείνη (όταν έκανε το τρίτο νικηφόρο άλμα ) έλαβον μίαν πανίσχυρον έμπνευσιν από την γλυκείαν κυανόλευκον, η οποία εκυμάτιζεν υπεράνω των βασιλικών θώκων, εις την τιμηκωτάτην θέσιν, δεξιά της σουηδικής. Καθώς ηνεμίζετο ελαφρώς υπό το λίκνισμα απαλής πνοής πρωινής αύρας, μου εφαίνετο ότι με παρώτρυνε στοργικώς προς την νίκην. Ουδέποτε θα λησμονήσω την συγκίνησιν, μίαν ιδιαιτέραν εγκαρδιωτικήν συνείδησιν, του αντικρύσματος εκείνου της σημαίας μας”.

Στα δύο αυτά αγωνίσματα είχε κατακτήσει αργυρά μετάλλια και στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου το 1908 με άλματα 3,28 και 1,15 αντίστοιχα. Το 1912 κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις μήκος άνευ φοράς με 3,505 που κατείχε ο Αμερικανός Ρέι Γιούρι από το 1904. Παρόλο που επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος από την Στοκχόλμη, ο Τσικλητήρας δήλωσε παρών στο προσκλητήριο των Βαλκανικών Πολέμων όπου προσήλθε ως εθελοντής. Ο Ολυμπιονίκης αρνήθηκε να υπηρετήσει σε άλλη θέση εκτός από την πρώτη γραμμή που απαίτησε να τοποθετηθεί και να πολεμήσει, ώστε να μην κατηγορηθεί πως είχε άνιση και ευμενή μεταχείριση. Εκεί όμως,στη πρώτη γραμμή του πολεμικού μετώπου προσεβλήθη από μηνιγγίτιδα βαρειάς μορφής και άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Φεβρουαρίου 1910, σε ηλικία μόλις 25 ετών. Τάφηκε στο οικογενειακό μνήμα της οικογένειάς του στο Α΄Νεκροταφείο Πατρών που βρίσκεται και σήμερα. Πάνω στην πλάκα υπάρχουν 5 κύκλοι, το έμβλημα των ολυμπιακών αγώνων, καθώς άλλα 3 μέλη της οικογένειας είχαν πάρει μέρος στους αγώνες. Υπήρξε παράδειγμα γενναίου ανδρός, εξαίρετου αθλητού και γνήσιου Έλληνα!

Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα: Γεωργάλλας Μιχαήλ

Το τελευταίο ξημέρωμα του 1956, 31η Δεκεμβρίου, και ενώ η υφήλιος περιμένει το νέο έτος με γιορτές, δώρα και στολίδια, σε μια μικρή γωνιά του Ελληνισμού ακόμα κάποιοι μάχονται για τη Λευτεριά και την Ένωση. Για αυτούς δεν έχει γιορτές και πανηγύρια, για αυτούς γιορτή είναι ο Αγώνας, κι άλλο δώρο δε θέλουνε από  τη  πολυποθούμενη Ένωση με τη Μητέρα. Ο Γεωργάλλας Μιχαήλ αφήνει τέτοια μέρα τη ζωή του, θυσιάζει τη ψυχή στο βωμό της Πατρίδας, ποτίζει με τη σειρά του το δέντρο της Λευτεριάς.

Ο Μάκης ήταν ο θεοσεβής νέος, ο μαχητής με τα υψηλά ιδανικά. Παρά το μικρό της ηλικίας του παρουσίασε άριστες απόψεις και μεγάλη κρίση στα θέματα του επιχειρησιακού κομματιού, και είχε προτάσεις και λύσεις για τη κατασκευή οπλισμού και πυρομαχικών, καθώς και άλλα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η Οργάνωση. Διακρίθηκε με δράση στο εκτελεστικό της Λευκωσίας, συνελήφθη και αφού δραπέτευσε συνέχισε δράση στην αντικατασκοπία και την κατασκευή βομβών.

Ο Λιάκος, όπως ήταν το ψευδώνυμο του, κατάθεσε ψυχή λιονταριού. Τα αποθέματα του ήταν τεράστια, πάντα μαχητικός και εμπνευστής στον αγώνα. Μιλά για αυτόν ο σύντροφος του και Ηρωομάρτυρας, ο Σταυραετός του Μαχαίρα Γρηγόρης Αυξεντίου:

«Μην το βλέπετε έτσι λεπτό κι αδύνατο, είναι πολύ δυνατός στην Ψυχή»

Ψυχή Έλληνα που έχει νοιώσει το ιερό Χρέος του Αγώνα, που έχει διαθέσει σε αυτόν το κάθε του κύτταρο, τη κάθε του σκέψη, τη κάθε του δράση,  και μπορούσε να δώσει μέχρι τη τελευταία σταγόνα αίματος του για να σφραγίσει τη Μεγάλη Ιδέα που εχει ταχθεί να υπηρετήσει!

Ο Γεωργάλλας ξημερώματα της Παραμονής βρίσκεται μαζί με τον Αυξεντίου και την υπόλοιπη ομάδα σε οικία στο χωριό Ζωοπηγή. Τούρκικα σκυλιά με τη συνοδεία σύγχρονων εφιαλτών φθάνουν στο σπίτι και ζητούν τον οπλισμό και τους κρυμμένους αντάρτες. Ο Γρηγόρης και ο Μάκης ανταλλάσσουν πυρά με τους εισβολείς. Ο τούρκος επικουρικός κτυπάει θανάσιμα το Γεωργάλλα. Ναι, πράμα “πρωτοφανές” για τους θιασώτες της “ελληνοτουρκικής φιλίας”, τούρκος «αδελφός» κτυπάει Έλληνα- με αυτούς ψάχνουν φιλίες και κοινό κράτος οι σύγχρονοι γραικύλοι. Τους τούρκους λοιπόν και περισσότερο τους προδότες του Αγώνα θα κληθούν μια μέρα να κρίνουν, ίσως και πάλι τα όπλα.

Ο Γεωργάλλας παραδίδει τη ψυχή του, φωνάζοντας στον Σταυραετό, με το αίμα να πνίγει τις λέξεις:

“Μάστρε μου, μάστρε μου, πεθαίνω. Ζήτω η Ελλ..”

Η θυσία του Μιχάλη Γεωργάλλα θα δικαιωθεί, όταν εμείς σαν γνήσιοι συνεχιστές του Ωραίου Αγώνα του ολοκληρώσουμε τα λόγια του πάνω στο ματωμένο Πενταδάκτυλο, και τότε να ακουστεί ξανά:

«Ζήτω η ΕΛΛΑΣ – Ζήτω η ΈΝΩΣΙΣ!»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΓΓΕΛΗΣ... Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΩΝ!

Γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου του 1912 στη Δροσιά Ευβοίας. Ένας άνθρωπος, που Τίμησε τα γαλόνια του στο ακέραιο και που σίγουρα λείπει από την στρατιωτική ηγεσία της χώρας...
Παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τελείωσε το 1930 το Γυμνάσιο Χαλκίδας αριστεύοντας και ο Δήμος Χαλκίδας τον βράβευσε με χρηματικό βραβείο 2.000 δραχμών. Την ίδια χρονιά, χωρίς να κάνει κάποιο φροντιστήριο, πέρασε 2ος μεταξύ 887 υποψηφίων, στη Σχολή Ευελπίδων απ΄ όπου αποφοίτησε πρώτος το 1934 ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού.
Μετά την εκπαίδευσή του στη Σχολή Πυροβολικού τοποθετήθηκε στο Α΄ Σύνταγμα Πυροβολικού.
Από τη θέση αυτή πήρε μέρος στη καταστολή του Βενιζελικού πραξικοπήματος της 1ης Μαρτίου 1935. Έλαβε μέρος ως Λοχαγός στον Πόλεμο της Πίνδου εναντίον των Ιταλών, ενώ μετείχε και στις μάχες των οχυρών μετά την εισβολή των Γερμανών.
Για τη δράση και τον ηρωισμό που επέδειξε, τιμήθηκε δυο φορές με Αριστείο Ανδρείας με Πολεμικό Σταυρό και με Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, κάτι πολύ σπάνιο για Αξιωματικό του Πυροβολικού.
Με την έναρξη της Κατοχής, οργανώθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση «ΙΕΡΑΡΧΙΑ» που είχε ως αρχηγό, τον Στρατηγό Παπάγο.
Την Άνοιξη του 1942 επιβιβάστηκε από τη νότια Εύβοια σε ένα σαπιοκάραβο με προορισμό τις ακτές της Τουρκίας, αλλά συνελήφθη εν πλω από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε.
Μεταφερόμενος στη Λάρισα απέδρασε και διωκόμενος κατόρθωσε να φτάσει στον Τσεσμέ της Τουρκίας.
Μετά από μεγάλη γραφειοκρατική ταλαιπωρία από πλευράς των Τούρκων, επιτέλους πήγε στην Αίγυπτο και κατατάχθηκε στις εκεί Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Εξ αιτίας των πολιτικών διαφορών και παθών που διέκριναν τους ένστολους Έλληνες στην Αίγυπτο, φυλακίστηκε από αριστερούς σε στρατόπεδο με συρματοπλέγματα, με τη κατηγορία ότι ήταν «φασίστας».
Τελικά απελευθερώθηκε και έλαβε μέρος στη μάχη του Ελ Αλαμέιν ενώ επανήλθε στη Πατρίδα στις 12 Οκτωβρίου 1944.
Έλαβε μέρος στα «Δεκεμβριανά» και στον Συμμοριτοπόλεμο, υπηρετώντας στον Ελληνικό στρατό.
Από κει και πέρα υπηρέτησε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, πάντα προαγόμενος κατ΄ εκλογή ενώ αποφοίτησε από όλα τα προβλεπόμενα σχολεία πρώτος, αριστεύοντας.
Στις 21 Απριλίου 1967, υπηρετούσε ως υπαρχηγός του ΓΕΕΘΑ και πληροφορήθηκε το πρωί της ίδιας ημέρας (07:00) μεταβαίνοντας στο Γ.Ε.Σ. το πραξικόπημα που είχε σημειωθεί μερικές ώρες πριν από τη «χούντα των συνταγματαρχών».
Αμέσως συνεργάστηκε με τους κινηματίες αναλαμβάνοντας την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου Στρατού και κάνοντας χρήση του νέου αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ’ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το σχέδιο “Προμηθεύς” σε όλη τη χώρα. Αργότερα υπήρξε αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων. Ήταν σύμφωνα με τα λεγόμενα των συναδέλφων του, ίσως ο πιο μορφωμένος Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού.
Μετά τη Μεταπολίτευση προφυλακίστηκε στις φυλακές Κορυδαλλού το Μάρτιο του 1975.
Καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλάκισης το 1975 με τη κατηγορία ότι συμμετείχε στο Στρατιωτικό πραξικόπημα, τη στιγμή που εκδηλώθηκε.
Η φυλάκιση του Στρατηγού Αγγελή κατά πολλούς ήταν άδικη, διότι δεν αποδείχθηκε ποτέ ότι μετείχε από τις πρώτες στιγμές στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου (γι αυτό καταδικάστηκαν και οι υπόλοιποι ), ενώ έπρεπε να είχε αποφυλακιστεί το 1985 διότι ήταν άνω των 70 ετών και είχε εκτίσει το μισό της ποινής του. Επίσης μπορούσε να αποφυλακιστεί το 1981 για λόγους υγείας, αλλά ποτέ δεν υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα, με τη δικαιολογία ότι θα βγει από τη φυλακή , όταν έβγαινε και ο τελευταίος συγκρατούμενός του.

Το μεγαλύτερο μέρος του μισθού που έπαιρνε ως στρατιωτικός τον έδινε σε διάφορες εκκλησίες για φιλανθρωπικούς σκοπούς, ενώ ένα σεβαστό ποσό το χρησιμοποιούσε για την αγορά τσιγάρων γιατί κάπνιζε αρειμανίως. Η περιουσία του ήταν ένα διαμέρισμα δυο δωματίων στην Αθήνα...

 "Ελευθερώθηκε" το ξημέρωμα της 22ας Μαρτίου του 1987 με τον μόνο τρόπο που δεν αμαύρωνε την Ιστορία του, τις Αξίες του, την Τιμή του και τα Πιστεύω του. Βρέθηκε απαγχονισμένος στο κελί του.

Όλη η Αλήθεια για το Πολυτεχνείο μέσα από την ιστορική συνέντευξη των πρωταγωνιστών

«Το τανκ έριξε την πύλη του Πολυτεχνείου με συμφωνία» / «Στο φιλμ έχουν «πειράξει» την ταχύτητα του άρματος! Κάνουν πολιτική!» / «Δεν υπήρξε νεκρός εντός του Πολυτεχνείου»

Η ιστορική συνέντευξη των πρωταγωνιστών, από την πλευρά του Στρατού και των φοιτητών, για τον Νοέμβριο του 1973, που κατέρριψε τους μεταπολιτευτικούς μύθους

Κυριάκος Σταμέλος, μέλος της συντονιστικής επιτροπής των φοιτητών. Μιχάλης Γουνελάς επικεφαλής των αρμάτων μάχης που περικύκλωσαν τον Νοέμβριο του 1973 τη Σχολή. Μετά τα επεισόδια, σταδιακά, ανέπτυξαν μια σταθερή και βαθιά φιλία.

Μίλησαν αποκλειστικά, γκρέμισαν το σαθρό καθεστώς των ψεμάτων, με τα οποία θησαύρισαν οι πολιτικοί της μεταπολιτευτικής χρεοκοπίας, και έφυγαν από τη ζωή με πολύ μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους. Ο Μιχάλης Γουνελάς έφυγε τη ζωή στις 22/12/2017 και ο Κυριάκος Σταμέλος στις 18/4/2018.

Χάριν της ιστορικής αλήθειας δημοσιεύουμε ξανά την αποκαλυπτική κοινή συνέντευξή τους στην εφημερίδα “Δημοκρατία”

Τι πρέπει να μάθουν οι αναγνώστες μας για εσάς;
Κυριάκος Σταμέλος: Είμαι μηχανολόγος ηλεκτρολόγος μηχανικός. Ημουν αναπληρωματικό μέλος της συντονιστικής επιτροπής. Βρίσκομαι εδώ αντίπαλος μόνο του εαυτού μου. Δεν είμαι αντίπαλος με κανέναν Ελληνα ο οποίος ενδιαφέρεται για τη διατήρηση του οικοπέδου. Συζητώ με όλους και επιθυμώ να είμαι φίλος με όλους.

Οικόπεδο;
Κ.Σ.: Η Ελλάς. Παραμένω αριστερός, αλλά πρώτα είμαι πατριώτης.
Μιχάλης Γουνελάς: Εγώ ήμουν επικεφαλής των αρμάτων μάχης στο Πολυτεχνείο.

Ποιος έδωσε την εντολή να κατευθυνθείτε προς το Πολυτεχνείο;
Μ.Γ.: Εγώ την εντολή την πήρα από τον διοικητή της μονάδος μου.

Ονομα;
Μ.Γ.: Δεν έχει σημασία. Δεν είχε εμπλακεί ποτέ και δεν θέλω να αναφέρω το όνομά του. Την εντολή την πήρε και αυτός από κάπου αλλού εν πάση περιπτώσει. Η εντολή έλεγε, θα πάμε στο Πολυτεχνείο με αποστολή να παρεμβληθούμε μεταξύ φοιτητών και Αστυνομίας, να είμαστε οι εγγυητές των φοιτητών ότι δεν θα υποστούν εν πάση περιπτώσει βιαιοπραγίες απ’ την Αστυνομία.

Αυτό ισχύει;
Κ.Σ.: Αυτό η πράξη δείχνει ότι σε ένα μέτρον ισχύει. Οπωσδήποτε δεν επηρεάσαμε εμείς την απόφαση της ΑΣΔΕΝ. Αυτό που στην πράξη έγινε είναι ότι από τη στιγμή που η συντονιστική επιτροπή όρισε δύο διαπραγματευτές, εμένα και τον κ. Λαλιώτη, κάναμε την επαφή να βγούμε έξω.

Διαπραγματευόσασταν με ποιον;
Κ.Σ.: Είχαμε ανοιχτή εντολή να διαπραγματευτούμε να ανοίξει η πύλη για να μπορέσουμε να μη γίνει μάχη στην πύλη, να μην υπάρξει σύγκρουση.

Με την Αστυνομία;
Κ.Σ.: Με τον Στρατό. Την Αστυνομία ούτως ή άλλως την είχαμε καταταγμένη σε αυτούς που είχανε χάσει τον έλεγχο και εκείνο το βράδυ αποτελεί μαύρη νύχτα της Ελληνικής Αστυνομίας και μας οφείλει ακόμα μία συγγνώμη. Κρατούσαν όλοι ξύλα και χτυπούσανε όπου βρίσκανε. Ο Στρατός είχε άλλη στάση. Ηταν πιο επαγγελματική η στάση του Στρατού. Αντιπροσωπεύοντας τη συντονιστική επιτροπή, ήρθαμε σε επαφή με τον κ. Γιοβάνη και τον κ. Γουνελά αμέσως εκεί έξω και τους είπαμε ότι θέλουμε να ανοίξει η πόρτα και δεν έχει νόημα πια κάποια σύγκρουση και να φύγουμε αναίμακτα.Αυτό βρήκε πρόσφορο έδαφος και ερμηνεύω ότι κατά κάποιον τρόπο και η στρατιωτική παρουσία εκεί πέρα δεν είχε πρόθεση να δώσει μια κάποια μάχη, να επιτεθεί, ας πούμε. Ο υποφαινόμενος ήταν υπεύθυνος κεντρικής πύλης τις τελευταίες τρεις ώρες, διότι ήταν άλλος υπεύθυνος, αλλά έφυγε επειδή το ΚΚΕ απέσυρε τους ανθρώπους του. Ανέλαβα εγώ την κεντρική πύλη και έχω δει τα πάντα. Αν δεν συμφωνούσα εγώ, δεν έμπαινε άνθρωπος μέσα. Αυτό δεν το λέω επαιρόμενος για τίποτα, το λέω για να πω ότι ήμουνα πλέον εκεί όταν ήρθαν οι στρατιωτικές ίλες, παρατάχθηκαν τα τανκς.

Ποιο ήταν το σύνολο των στρατιωτικών δυνάμεων εκεί;
Μ.Γ.: Εμείς ήμασταν ένας ουλαμός, πέντε άρματα μάχης και μία μοίρα καταδρομών με έναν εξαιρετικό διοικητή.
Κ.Σ.: Οταν είδα ότι οι λοκατζήδες πλέον βάλανε τα μαντίλια στο πρόσωπο, ανέβηκα στη συντονιστική επιτροπή και τους είπα ότι τα τανκς είναι μπροστά, τα τανκς έχουν έρθει, οι λοκατζήδες έχουν βάλει τα μαντίλια στο πρόσωπο. Είπα συγκεκριμένα: Δεν εκτιμώ ότι είναι θέμα επιθέσεως -αυτά τα ‘χω δηλώσει και στη δίκη του Πολυτεχνείου-, εκτιμώ ότι είναι για τα δακρυγόνα, αλλά εν πάση περιπτώσει η κατάσταση φτάνει προς ένα τέλος και προτείνω να διαπραγματευτούμε, να ανοίξουμε την πύλη να φύγουμε. Και ζήτησα κάποιος από μας να έρθει μαζί μου να μοιραστώ το περιστατικό. Προς τιμήν του ο Κώστας ο Λαλιώτης είπε αμέσως ναι. Οι δυο μας κατεβήκαμε, βγήκαμε έξω και συζητήσαμε με τους κυρίους.

Το περιεχόμενο της συζήτησής σας ποιο ήταν; Τι σας ζήτησαν;
Μ.Γ.: Προσπαθούσαν να βρουν ποιος είναι ο πλέον πρόσφορος τρόπος για να ανοίξει η πόρτα. Λίγο πριν από την είσοδο του άρματος, μία ώρα πριν, ίσως και περισσότερο, από μια πλαϊνή πόρτα, απ’ αυτές που βρισκόντουσαν δεξιά και αριστερά της κεντρικής πύλης του Πολυτεχνείου, βγήκαν μερικοί και τους εμπόδισαν από μέσα και την ξανακλείσανε.

Ποιοι τους εμπόδισαν;
Κ.Σ.: Υπήρχανε μέσα στη θέρμη των ωρών πολλοί από μας οι οποίοι δεν θέλανε να ανοίξει η πόρτα. Θέλανε να επιτεθεί το τανκ. Θέλανε σύγκρουση. Δεν έχω τίποτα με αυτούς και δεν με χωρίζει απολύτως τίποτα.

Πόσοι ήταν οι ζηλωτές και πόσοι οι μετριοπαθείς;
Κ.Σ.: Οι ζηλωτές ήταν πολλοί και ήταν πολλοί και οι μετριοπαθείς. Μετριοπαθείς υπό μία σωστή έννοια. Με 400 αστακούς έξω και έξι τανκς τι να κάνουμε εμείς; Είχε τελειώσει ο ρόλος μας. Ολων. Και γι’ αυτό και η επιτροπή απεδέχθη ομοφώνως να γίνουν διαπραγματεύσεις. Και από το όλον περιστατικό τεκμαίρονται αυτά που σας είπα, ότι ο Στρατός είχε μια πιο συγκρατημένη σαφώς τάση. Ο Στρατός δεν ανήκει ποτέ σε κανέναν συνταγματάρχη. Ο Στρατός είναι ένα λαϊκό ελληνικό συνονθύλευμα, όπου, ή πλούσιος είσαι ή φτωχός, ξυπόλυτος στο χωριό, θα πας φαντάρος. Αξιωματικοί χωρίς φαντάρους δεν υπάρχουν. Ούτε και στρατηγοί. Κατά τούτο λοιπόν είμαι φίλος του Στρατού και δεν νομίζω ότι εκείνη την εποχή ο Στρατός αποτελούνταν από 100%, ας πούμε, ένθερμους φιλοχουντικούς αξιωματικούς. Εχουμε τις πληροφορίες ότι υπήρχαν πάρα πολλές διεργασίες στον Στρατό και καταρχάς είναι γνωστό σε όλους σας, υποθέτω και σε σας, ότι ασχέτως του παρελθόντος του στρατηγού Ντάβου είχε πει «τελειώνετε, αλλιώς έχουμε εμφύλιο».

Αληθεύουν αυτά;
Μ.Γ.: Σε μεγάλο βαθμό ισχύουν.

«Ηταν συναπόφαση»

Η ιδέα να περάσει την πύλη το τανκ τίνος ήταν; Ποιος είχε την ιδέα;
Μ.Γ.: Πιστεύω ότι ήταν συναπόφαση. Από τις διαπραγματεύσεις βγήκε. Ηταν το συμπέρασμα των διαπραγματεύσεων.
Κ.Σ.: Δεν θέλανε πολλοί από μέσα να ανοίξει η πύλη από εμάς. Εγώ δεν θα το θεωρούσα ντροπή αν είχε ανοίξει. Δεν μας αφήνανε να την ανοίξουμε. Ητανε πολλοί οι αντιρρησίες. Η πύλη ήταν γεμάτη από πίσω με ξύλα, σίδερα. Βγάζαμε ένα, βάζανε δύο. Και από τότε που βγήκαμε και μετά εγώ μίλησα και με τηλεβόα, και ο Κώστας Λαλιώτης, αν θυμάμαι καλώς, και κατορθώσαμε οι συμφοιτητές μας που ήταν επάνω στην πύλη και στις πόρτες και στις πύλες να υποχωρήσουν πίσω από το δεύτερο αυτοκίνητο. Εμένα μου ειπώθηκε ότι η επέμβαση θα γίνει. Το πίστεψα διότι αυτές οι επεμβάσεις γίνονται συνήθως γύρω στις τρεις – τρεισήμισι, όταν η συνείδηση του πλήθους είναι στο ναδίρ, η συνείδηση των αξιωματικών είναι πολύ παραπάνω λόγω του ότι είναι εκπαιδευμένοι σε νυχτερινές ασκήσεις. Και με το επιχείρημα αυτό πολλοί πείστηκαν και πλέον υποχωρήσανε όλοι πίσω από το δεύτερο αυτοκίνητο. Μπροστά δεν υπήρχε τίποτα. Ο κ. Γουνελάς μάς ρώτησε για να κινηθεί το άρμα, σιωπήσαμε, εγώ προσωπικά μέσα μου συναινούσα. Αλλο το «συμφώνησα» -προσέξτε- και άλλο το «συναινώ». Γιατί στόχος μου ως εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου της συντονιστικής ήταν να ανοίξει η πόρτα και τότε η πόρτα ήτανε διαθέσιμη προς κατάληψη, να το πούμε έτσι. Καταλάβατε; Οπερ και έγινε.

Τις σημαίες γιατί δεν τις κατεβάσατε πριν μπείτε;
Μ.Γ.: Από συμβολικής πλευράς αυτό χτυπάει άσχημα. Δεν το σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή. Και εγώ τώρα που το σκέφτομαι εκ των υστέρων στενοχωριέμαι. Με τον φόρτο, τον συναισθηματικό φόρτο όλων αυτών των γεγονότων, εκείνη τη στιγμή το μόνο που με ενδιέφερε πρωτίστως ήταν να μην πάθει κανείς τίποτα. Και λυπάμαι πάρα πολύ διότι τραυματίστηκε η κυρία Ρηγοπούλου.
Κ.Σ.: Οχι, δεν ήταν δυνατό να κατέβουν εκείνο το βράδυ με τη θέρμη των γεγονότων οι σημαίες.

Μάλιστα. Ας μιλήσουμε λίγο για το κλίμα στο Στράτευμα.
Μ.Γ.: Οι δικοί μου άνδρες που ήταν εκεί και οι υπόλοιποι -των ειδικών δυνάμεων οι περισσότεροι- ήμασταν διαλλακτικοί. Δεν πήγαμε κάτω για να σκοτώσουμε ούτε για να μαλώσουμε με τους φοιτητές ούτε να βιαιοπραγήσουμε ούτε να δείρουμε. Πήγαμε για να δώσουμε λύση σε μια κατάσταση. Και αυτό πιστεύω ότι κάναμε. Και νομίζω ότι αυτό ωφέλησε.
Κ.Σ.: Αν μας άφηναν μόνους με την Αστυνομία, θα ‘χαμε πολλούς νεκρούς.

«Στο φιλμ έχουν «πειράξει» την ταχύτητα του άρματος! Κάνουν πολιτική!»

Πριν αρχίσει η συνέντευξη είπατε ότι στο γνωστό φιλμάκι η ταχύτητα με την οποία εισβάλλει το τανκ στην πύλη είναι διπλάσια του κανονικού.
Κυριάκος Σταμέλος: Περίπου διπλάσια του κανονικού. Κάνει πολιτική αυτό το φιλμ. Εχει κατατεθεί από εμένα στη δίκη του Πολυτεχνείου ότι το τανκ προχώρησε, ακούμπησε την πόρτα, δεν σταμάτησε τελείως, αλλά τότε μαρσάρισε οριστικώς για να ρίξει την πόρτα. Δεν υπήρχε αυτή η συνεχής κίνησις που βλέπετε. Θα μου πείτε τώρα γιατί τα λέω αυτά. Εκατό τα εκατό είναι πειραγμένη η ταχύτητα του φιλμ και κάνει πολιτική το φιλμ.
Μιχάλης Γουνελάς: Δεν ήταν δυνατό να πέσουμε με ορμή να κάνουμε ζημιά και στο άρμα. Μπορούσε να κάνει ζημιά στα οπτικά επάνω, τα οποία ήτανε πανάκριβα. Δεν είχαμε σκοπό να τα καταστρέψουμε. Γι’ αυτό γύρισα και το πυροβόλο πίσω. Αν βλέπετε, το πυροβόλο ήταν στραμμένο πίσω για να μην πάθει ζημιά. Ακουμπήσαμε και το σπρώξαμε.

«Νεκρούς δεν είχαμε»

Νεκρούς εντός του χώρου του Πολυτεχνείου είχατε;

Κυριάκος Σταμέλος: Κοιτάχτε, νεκρούς δεν είχαμε, πλην έχω μία αμφιβολία διότι, όταν φύγαν όλοι οι φοιτητές, ο υποφαινόμενος και ο κ. Λαλιώτης με όλους τους αξιωματικούς και με τον κ. Γουνελά, μας ζητήσανε να τους πάμε εκεί όπου είναι το νοσοκομείο και όπου είναι ο ραδιοφωνικός σταθμός, πράμα που έγινε. Στο νοσοκομείο λοιπόν, στη γωνία, ήτανε κάτι τυλιγμένο σε μια γωνία, το οποίο θα μπορούσε να ‘τανε και πτώμα. Αυτό όμως θα ‘ταν οπωσδήποτε κάποιος τραυματίας που ήρθε απέξω.

 

πηγή

Σαν σήμερα 3 Ιανουαρίου 1850: Υπόθεση Πατσίφικο - Εβραϊκός δάκτυλος στην Ελλάδα

Οι παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας μας ξεκίνησαν αμέσως σχεδόν με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, εξαιτίας και του τρόπου που επετεύχθη η απελευθέρωση του Γένους. Ένα τέτοιο γεγονός ήταν η υπόθεση Πατσίφικο και τα επακολουθήσαντα «Παρκερικά».

Το έτος 1849, η Ελληνική κυβέρνηση, αποφασίζει για πρώτη φορά, την απαγόρευση του πασχαλινού εθίμου, του καψίματος του Ιούδα, εξαιτίας της επίσκεψης του εβραίου Ρότσιλντ. Σύμφωνα με τη παράδοση, οι Χριστιανοί έκαιγαν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα, λόγω της προδοσίας του Ιησού. Κάτοικοι των Αθηνών, εξοργισμένοι από την απόφαση της κυβέρνησης, αναζήτησαν τους υπαίτιους της παράλογης απόφασης για την κατάργηση του εθίμου. Η οργή του λαού, ξέσπασε στον πρώην πρόξενο της Πορτογαλίας και εβραίο στην καταγωγή, Δον Πατσίφικο. Οι Αθηναίοι εισέβαλαν στην οικία του και προξένησαν καταστροφές.

Ποιός ήταν όμως ο Δαυίδ Πατσίφικο; Ο Πατσίφικο υπήρξε εβραίος -από την Ισπανία- τυχοδιώκτης, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1836, με την ιδιότητα του Προξένου της Πορτογαλίας. Το 1842, παύεται από τα καθήκοντά του, συνεπεία των καταχρήσεων στις οποίες επιδίδετο. Ακολούθως, πλαισίωσε τον κύκλο της Δουκίσσας της Πλακεντίας, ζώντας από την οικονομική της ενίσχυση, μέχρις ότου επιδοθεί στην αγαπημένη συνήθεια των εβραίων, την τοκογλυφία. Ο Πατσίφικο, διέμενε στου Ψυρρή, επί της οδού Καραϊσκάκη. Εκείνο το έτος, η ελληνική κυβέρνηση, απαγόρευσε το έθιμο της καύσης του Ιούδα, μετά από πιέσεις που δέχτηκε και σχετίζονταν με την έκτακτη επίσημη επίσκεψη του έτερου εβραίου και μεγαλοτραπεζίτη Ρότσιλντ. Ο λαός των Αθηνών, αποφάσισε την μεταφορά του εθίμου, για τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, στη Πλατεία Ηρώων στου Ψυρρή.
Η προκλητική στάση του Πατσίφικο κατά την τέλεση του δρώμενου και η επακολουθήσασα επέμβαση της αστυνομίας για να διαλύσει το πλήθος, εξαγρίωσε τους Αθηναίους, οι οποίοι στράφηκαν με μένος κατά του εβραίου. Επιτέθηκαν στην οικία του, ενώ ο ίδιος μετά βίας γλίτωσε τα χειρότερα. Κατέφυγε τότε στη βρετανική πρεσβεία, μιας και είχε φροντίσει να αποκτήσει και την βρετανική υπηκοότητα.

Το επόμενο κιόλας πρωινό, ο Άγγλος Πρεσβευτής σερ Έντμοντ Λάιονς, προέβη σε διάβημα προς την ελληνική κυβέρνηση και απαίτησε για λογαριασμό του Πατσίφικο το ποσό των 886.736 δραχμών και 57 λεπτών! Το ποσό, ήταν εξωφρενικό για την εποχή και η κυβέρνηση απέρριψε το βρετανικό αίτημα. Ο Άγγλος υπουργός εξωτερικών Πάλμερστον, απαίτησε εκ νέου αποζημίωση για τον εβραίο Πατσίφικο, δίχως να έχει προηγηθεί καταγραφή των ζημιών που υπέστη. Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως το ποσό που ζητούσε ο Πατσίφικο διά των Άγγλων ήταν πολλαπλάσιο της αξίας των τότε ανακτόρων, επί της Κλαυθμώνος! Η ελληνική κυβέρνηση υπέδειξε τη δικαστική οδό, ως τη νόμιμη για τη διευθέτηση του ζητήματος, γεγονός που εξόργισε τους Βρετανούς. Ο υπουργός εξωτερικών της Βρετανίας, διέταξε τότε το ναυτικό αποκλεισμό του Βασιλείου της Ελλάδος  και την κατάσχεση των πολεμικών και εμπορικών πλοίων (Ιανουάριος 1850), ώστε να υποχρεωθεί η ελληνική κυβέρνηση να συμμορφωθεί προς τις παράλογες απαιτήσεις του Πατσίφικο. Τα μέτρα των βρετανών περιελάμβαναν το ναυτικό αποκλεισμό, την απαγόρευση του απόπλου και του κατάπλου πλοίων και την κατάσχεση των φορτίων αυτών.

Ο Ελληνικός Λαός επέδειξε υψηλότατο εθνικό φρόνημα και διατήρησε εις το ακέραιον την Τιμή και την Αξιοπρέπειά του, υπομένοντας την πρωτοφανή στα διεθνή διπλωματικά χρονικά απόφαση της Αγγλίας, να αμφισβητήσει την κυριαρχία του Ελληνικού Κράτους, μέσω της λεγόμενης ”διπλωματίας της κανονιοφόρου”. Ο αποκλεισμός εν τέλει ήρθη, μετά από διπλωματικά επεισόδια της Αγγλίας με τη Ρωσία και τη Γαλλία, στις 15 Απριλίου του 1850, οπότε και το ζήτημα Πατσίφικο, παραπέμφθηκε σε διεθνή διαιτησία.

Η υπόθεση Πατσίφικο, αποτελεί σήμερα ένα σπουδαίο δίδαγμα για τον Ελληνικό Λαό. Παρά το ότι σήμερα, σε αντίθεση με την εποχή εκείνη, έχουμε το μειονέκτημα να μας κυβερνά μια κυβέρνηση δουλοπρεπών και αχυρανθρώπων, εν τούτοις, είναι το φρόνημα του Ελληνικού Λαού εκείνο, το οποίο δύναται να αντιπαρέλθει την οποιαδήποτε παράλογη απαίτηση των διεθνών τοκογλύφων. Βρίσκεται πάντοτε στην ευχέρεια του Ελληνικού Λαού, η απόφαση της διατηρήσεως της Τιμής και της Αξιοπρέπειάς του, με οποιοδήποτε κόστος!

Μεγάλη Πέμπτη: «Γέννημα εχιδνών, αληθώς, ο Ιούδας…». «σήμερα τω Σταυρώ προσήλωσαν οι Ιουδαίοι τον Κύριον».

Μεγάλη Παρασκευή – Επιτάφιος Θρήνος: «Επί τη προδοσία ουκ ηρκέσθησαν, Χριστέ, τα γένη των Εβραίων, αλλ’ εκίνουν τας κεφαλάς αυτών μυκτηρισμόν και χλεύην προσάγοντες. Αλλά δος αυτοίς, Κύριε, κατά τα έργα αυτών, ότι κενά σου εμελέτησαν». – «Των θεοκτόνων ο εσμός, Ιουδαίων έθνος το άνομον».

Δημοτικό τραγούδι Μεγάλης Πέμπτης: Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται, σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι, οι άνομοι και τα σκυλιά κι’ οι τρισκαταραμένοι…

Σαν σήμερα 5 Ιανουαρίου 1913: Η Ναυμαχία της Λήμνου

Το Αιγίο γίνεται κλειστή Ελληνική λίμνη

Σαν σήμερα, το πρωί της 5ης Ιανουαρίου του 1913 με επικεφαλής τον ναύαρχο Κουντουριώτη, που επέβαινε στο θωρηκτό «Αβέρωφ», ο Ελληνικός στόλος αποτελούμενος από 1 καταδρομικό, 3 θωρηκτά και 7 αντιτορπιλικά, εξέρχεται του Μούδρου για να αντιμετωπίσει τον τουρκικό στόλο, που είχε ως επικεφαλής τον Ταχίρ Μπέη, που βρισκόταν πάνω στην ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου το «Χαϊρεδδίν Βαρβαρόσσα».

Οι τούρκοι αποδεικνύουν ότι δεν λάβαν το μάθημα τους από την Ναυμαχία της Έλλης που είχε συμβεί στις 3 Δεκεμβρίου του 1912 και επιχειρούν για άλλη μία φορά αναγνωριστική αποστολή της προ των Δαρδανελλίων θαλασσας. Γίνονται εγκαίρως αντιληπτοί από το ανιχνευτικό πλοίο Λέων, το οποίο δίνει το σήμα στο Ελληνικό επιτελείο. Το πρωίνό της 5ης Ιανουαρίου του 1913 θα τους δινόταν το «επαναληπτικό» μάθημα.

Στις 9:45 το πρωί ο Ελληνικός Στόλος εξέρχεται του Μούδρου και έχει σε απόσταση 15 ναυτικών μιλίων τους τούρκους. Το μήνυμα του Έλληνα ναυάρχου προς τα πληρώματα του στόλου, ενδεικτικός του ηθικού των Ελλήνων:  «Ο ναύαρχος εύχεται την καλήν ημέραν εις τα γενναία επιτελεία και τα πληρώματα». Μετά από δύο ώρες ναυτικών και στρατηγικών χειρισμών οι δύο στόλοι βρίσκονται σε απόσταση βολής. Στις 11:35 ο τουρκικός στόλος αρχίζει να βάλει με τα πυροβόλα του, για να εισπράξει την άμεση απάντηση των Ελλήνων.

Μόλις 20 λεπτά μετά η σημαία της τουρκικής ναυαρχίδας έχει ήδη καταστραφεί, έχει ήδη πάρει φωτιά, ενώ το «Μεσουδιέ» εξέρχεται της τουρκικής γραμμής με καπνούς πυρκαϊάς. Οι τούρκοι αμέσως τρέπονται σε φυγή, ώστε να κρυφτούν στα Δαρδανέλλια. Ο Ελληνικός στόλος τους καταδιώκει αδιάκοπα και στην διάρκεια της καταδίωξης πλήττει καίρια το τουρκικό θωρηκτό «Τουργούτ», το οποίο αρχίζει να γέρνει. Οι τούρκοι κρύβονται εν τέλει στα Δαρδενέλλια μετρώντας πολλούς νεκρούς και ανυπολόγιστες υλικές ζημιές. Αντιθέτως οι Έλληνες έχουν  μόνο έναν τραυματία.

Το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας της Λήμνου ήταν να καταστεί το Αιγαίο κλειστή Ελληνική λίμνη, αφού οι τούρκοι δεν αποτόλμησαν ξανά να εξέλθουν των Δαρδανελλίων για τα επόμενα δύο χρόνια.

Τα Θεοφάνεια

H Βάπτισης του Ιησού Χριστού

Μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα. Λέγεται, επίσης, Επιφάνεια και Φώτα.

Το όνομα της εορτής προκύπτει από τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, που σύμφωνα με τις Γραφές συνέβη κατά τη Βάπτιση του Ιησού. Στις Δυτικές Εκκλησίες, τα Θεοφάνια είναι περισσότερο συνδεδεμένα με την προσέλευση και την προσκύνηση των Τριών Μάγων στη Φάτνη της Γέννησης του Ιησού.

Ιστορικό

Όταν ο Ιησούς έγινε 30 ετών βαπτίστηκε στον Ιορδάνη Ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, που ήταν έξι μήνες μεγαλύτερός του και ασκήτευε στην έρημο, κηρύσσοντας το βάπτισμα της μετανοίας. Τη στιγμή της Βάπτισης, κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού και ταυτόχρονα ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Ούτος εστί ο Υιός του Θεού ο αγαπητός, δια του οποίου ευδόκησε ο Θεός να σώσει τους αμαρτωλούς». Το γεγονός αυτό έχουν καταγράψει οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, ο Μάρκος, ο Ματθαίος και ο Λουκάς. Αυτή δε είναι η πρώτη και μοναδική εμφάνιση στη Γη της Αγίας Τριάδας, σύμφωνα με τις Γραφές.

Το πότε καθιερώθηκε να εορτάζονται τα Θεοφάνεια δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι κάποιοι αιρετικοί Γνωστικοί γιόρταζαν από τις αρχές του δεύτερου αιώνα τη Βάπτιση του Ιησού, κατ’ άλλους μεν στις 6 Ιανουαρίου, κατ’ άλλους στις 10 Ιανουαρίου. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραδέχεται και περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη στην Αντιόχεια τη Μεγάλη και ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί. Κατά τον τέταρτο αιώνα, η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας δια του Αγίου Βαπτίσματος, απ’ όπου και το όνομα «Τα Φώτα», εορτή «των Φώτων».

Τελετές

Δύο είναι οι κυριότερες τελετές των Θεοφανίων:

  • Ο Μέγας Αγιασμός, που λαμβάνει χώρα εντός των Εκκλησιών.
  • Η Κατάδυση του Τιμίου Σταυρού, που ακολουθεί τον Μεγάλο Αγιασμό.
    Η Ανέλκυση του Σταυρού

    Ο Σταυρός καταδύεται σε θαλάσσιο χώρο εντός λιμένων, σε όχθες ποταμών ή λιμνών και στην ανάγκη σε δεξαμενές νερού, όπως στην Αθήνα, κατά μίμηση της Βάπτισης του Θεανθρώπου. Η εκδήλωση αυτή στη χώρα μας έχει και πολιτικό χαρακτήρα, καθώς παρίστανται οι Αρχές της κάθε περιοχής. Στην πρωτεύουσα, η επίσημη κατάδυση ορίστηκε να γίνεται από το 1900 στον Πειραιά έναντι της παλαιάς βασιλικής αποβάθρας ή του παλιού Δημαρχείου, σήμερα μπροστά από τον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Παρόμοιες τελετές γίνονται σε όλους τους νομούς της χώρας.

Ο εκκλησιαστικός ύμνος που κυριαρχεί την ημέρα και βρίσκεται στα χείλη κάθε πιστού είναι το Απολυτίκιο των Θεοφανίων:

Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε
η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις
του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι
αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα
και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς
εβεβαίου του λόγου το ασφαλές
Ο επιφανής Χριστέ ο Θεός
Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι.

Έθιμα

  • Κάλαντα των Φώτων. Ψάλλονται από τα παιδιά την παραμονή της εορτή σε πολλές παραλλαγές. Οι περισσότερες αρχίζουν με τους στίχους:
    «Σήμερα είν’ τα Φώτα και ο φωτισμός / και χαρά μεγάλη και αγιασμός…»
  • Ανέλκυση του Σταυρού (το «πιάσιμο του Σταυρού») από κολυμβητές, τους λεγόμενους Βουτηχτάδες, κατά την τελετή της Κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού. Νεαρά, κυρίως, άτομα βουτούν στα παγωμένα νερά για να πιάσουν πρώτα τον Σταυρό και να λάβουν την ευλογία του ιερωμένου, αλλά και να δεχθούν τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών τους. Στον Πειραιά απαγορεύτηκε από τα προπολεμικά χρόνια η ανέλκυση του Σταυρού από βουτηχτές, έπειτα από μια θανάσιμη συμπλοκή μεταξύ τους. Στις μέρες μας, η ανέλκυση γίνεται από τον Επίσκοπο με την κορδέλα που φέρει ο Σταυρός.
  • Αγιασμός των οικιών από τους ιερείς. Στην Ελλάδα ο αγιασμός γίνεται για πρώτη φορά την παραμονή των Θεοφανίων και λέγεται «Μικρός Αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση». Με την Πρωτάγιαση, ο ιερέας γυρίζει όλα τα σπίτια και με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών για να φύγει μακριά κάθε κακό. Παλαιότερα, οι λαϊκές δοξασίες συνέδεαν τον φωτισμό των σπιτιών με την εξαφάνιση των καλικάντζαρων, τους οποίους φαντάζονταν να φεύγουν περίτρομοι με την έλευση του ιερέα, κραυγάζοντας: «Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο τρουλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!»

Η εορτή των Θεοφανίων περικλείει άλλωστε και πολλές εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. Ο Αγιασμός στη χώρα μας έχει και την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων, καθώς και της απαλλαγής του από την επήρεια των δαιμονίων. Η τελευταία αυτή έννοια δεν είναι αυστηρά χριστιανική, αλλά έχει τις ρίζες της στην αρχαία λατρεία.

Η κατάδυση του Σταυρού, κατά τη λαϊκή πίστη, δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Οι κάτοικοι πολλών περιοχών μετά τη κατάδυση τρέχουν στις παραλίες ή στις όχθες ποταμών και λιμνών για να πλύνουν τα αγροτικά τους εργαλεία, ακόμη και εικονίσματα. Κατά τη λαϊκή δοξασία, ακόμη και τα εικονίσματα με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους, που την αποκτούν όμως εκ νέου από το αγιασμένο νερό. Αυτή ακριβώς η διαδικασία δεν αποτελεί παρά επιβίωση της αρχαίας αθηναϊκής γιορτής των «Πλυντηρίων».

Το Πραγματικό Πολυτεχνείο

Τρεις καθηγητές και 12 φοιτητές δολοφονήθηκαν από το ΚΚΕ.
 
Το «κόμμα της προδοσίας και του εγκλήματος», όπως αποκαλούσε το ΚΚΕ ο Γεώργιος Παπανδρέου – χωρίς ποτέ να το πάρει πίσω, όπως έκαναν άλλοι, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής…- ξεπέρασε και αυτούς τους κατακτητές σε θηριωδία. Ενεφύσησε στις ορδές των δολοφόνων του μίσος ανηλεές κατά των συμπολιτών, των συναδέλφων, των φίλων, των γειτόνων και των συγγενών ακόμη που συνέβαινε να αντιστέκονται την βαρβαρότητα του μισθοφόρου των Εγγλέζων ΕΛΑΣ που πληρωμένος με εγγλέζικες λίρες είχε επιδοθεί μετά μανίας στην εξόντωση όποιου αντιστέκονταν.
Τον Δεκέμβριο του 44 η νέα γενεά πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος. Σπουδαστές, φοιτητές, και μαθητές συνελήφθησαν, για μια «ανακρισούλα», οδηγήθηκαν στους τόπους του μαρτυρίου και δολοφονήθηκαν άγρια.
Οι καθηγητές δεν μπορούσαν να λείψουν από το όργιο αίματος του «μεγάλου Δεκέμβρη». Επελέγησαν ως θύματα προς παραδειγματισμό.
Τρεις διαπρεπείς καθηγητές του Πολυτεχνείου πλήρωσαν με την ζωή τους την αφοσίωση τους στο Έθνος και την ελευθερία.
 
Από τις ομάδες θανάτου του ΚΚΕ δολοφονήθηκαν:
• Ο προπρύτανης του Πολυτεχνείου Ιωάννης Θεοφανόπουλος.
• Ο κοσμήτωρ της σχολής Μηχανολόγων Γεώργιος Σαρρόπουλος.
• Ο καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Πολυτεχνείο,Σπυρίδων Κορώνης – σύμβουλος και σχεδιαστής της κοινωνικής πολιτικής του ελευθερίου Βενιζέλου.
 
Μαζί με τους καθηγητές τους, στο άνθος της νεότητας των, δολοφονήθηκαν πολλοί σπουδαστές και φοιτητές. Ο αριθμός μόνον των σπουδαστών του Πολυτεχνείου που σύρθηκαν στο τόπο του μαρτυρίου από τους δολοφόνους του ΚΚΕ ανέρχεται σε δώδεκα, μεταξύ αυτών:
 
• Η Ευγενία Λύτρα, απόγονος του μεγάλου ζωγράφου Λύτρα και ανεψιά του καθηγητή Χόρς.
• Τα αδέλφια Στάθης και Δανάη Ιατρίδου.
• Ο Ν. Κορυζής, ανεψιός του πρωθυπουργού Αλ. Κορυζή και γιος του επίσης δολοφονημένου Στ. Κορυζή.
 
Μήπως οι διάφοροι γραφικοί και αυτάρεσκοι που θα μαζευτούν για να κτυπήσει ο ένας την πλάτη του άλλου να μας πουν πως συνελήφθηκαν, από ποιούς και γιατί δολοφονήθηκαν οι τρεις καθηγητές και οι δώδεκα σπουδαστές του Πολυτεχνείου;
Και όμως το Πολυτεχνείο δεν τιμά και δεν μνημονεύει τους καθηγητές Θεοφανόπουλο, Σαρρόπουλο, Κορώνη! Δεν έχει αναρτήσει τιμητικώς στις αίθουσες του φωτογραφίες της Λύτρα, του Κορυζή, των αδελφών Ιατρίδου και των άλλων δολοφονημένων σπουδαστών του!
 
Ο σύντροφος Φαράκος καπετάνιος τότε.. του λόχου του ΕΛΑΣ “Λόρδος Μπάυρον” δεν αισθάνθηκε ποτέ την υποχρέωση να μας πεί πώς συνελήφθησαν, απο ποιούς και γιατί δολοφονήθηκαν οι τρείς καθηγητές και οι δώδεκα φοιτητές του Πολυτεχνείου, ούτε ο πολύς Κύρκος. Πήραν το μυστικό στον τάφο τους. Μένει ο σκηνοθέτης κύριος Κούνδουρος και  μέλος του λόχου “Μπάυρον” αλλά και αυτός δεν θυμάται…
 
Οι νεκροί είναι υπαρκτοί δεν είναι άθλιο παραμύθι Ηλένιας!