Μύθος και πραγματικότητα για τον “ήρωα της αντίστασης” Μ. Γλέζο

Του Γεωργίου Κασσαβέτη, Επισμηναγού (Ι) ε.α. – τ. Κυβερνήτου Ο.Α.

Προσφυέστατα έχει γραφεί ότι “τα Βαλκάνια παράγουν πολύ περισσότερη ιστορία, απ’ αυτή που καταναλώνουν”. Και το δυσάρεστο είναι ότι την πρώτη θέση σ’ αυτή την υπερπαραγωγή κατέχει η χώρα μας. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, ο καθένας έχει την ευχέρεια να γράφει την ιστορία, όπως ακριβώς τον συμφέρει, χωρίς αυτή να περνά από τη βάσανο του τεκμηρίου της αντικειμενικότητος και της αλήθειας. Την υπερπαραγωγή μύθων και την κατασκευή ηρώων στη χώρα μας, ασφαλώς μονοπωλεί η Αριστερά. Αυτή, ως γνωστόν, έκανε την Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών, το 1941-44, κι ας διέλυε τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις της χώρας, όπως το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του Συνταγματάρχου Δημητρίου Ψαρρού και τον ΕΔΕΣ του Στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα, με στόχο την προετοιμασία του εδάφους, ήτοι να μείνει μόνη διεκδικήτρια της εξουσίας μετά την απελευθέρωση. Η ίδια επίσης, με τη “διαδήλωση”, ή το “χαβαλέ” του Πολυτεχνείου …. έριξε τη δικτατορία του Γεωργίου Παπαδοπούλου, άσχετα αν το εγχείρημά της έφερε τη δικτατορία του Ταξιάρχου Δημητρίου Ιωαννίδη.

Την περασμένη εβδομάδα κηδεύτηκε με τιμές ήρωος, πλήρες ημερών, το επί δεκάδες χρόνια στέλεχος της Αριστεράς Μανώλης Γλέζος. Ο ηρωισμός του Γλέζου έγκειται στον μύθο, τον οποίο ο ίδιος και ο φίλος του Απόστολος Σάντας συνέλαβαν και έθεσαν σε κυκλοφορία, ότι δήθεν τη νύχτα της 30ης προς 31ην Μαΐου του 1941 κατέβασαν από την Ακρόπολη τη Γερμανική Σημαία. Ας δούμε λοιπόν το φοβερό “κατόρθωμα”, όπως το αφηγήθηκαν οι ευρηματικοί πρωταγωνισταί του.

Τα δυο 19χρονα ελληνόπουλα Μανώλης Γλέζος και Απόστολος Σάντας, φοιτηταί και φίλοι τότε, έχουν συλλάβει το δαιμόνιο εγχείρημά τους. Το ποιος το συνέλαβε πρώτος δεν το μάθαμε ποτέ, διότι ο καθένας τους διεκδικούσε την πατρότητά του, με συνέπεια οι προσωπικές τους σχέσεις να είναι επί πολλά χρόνια τεταμένες. Προκειμένου να υλοποιήσουν το ηρωικό τους σχέδιο, πήγαν, κατά τη μαρτυρία του ενός στην Εθνική Βιβλιοθήκη, κατά του άλλου στη Μπενάκειο και ψάχνοντας στην Εγκυκλοπαίδεια βρήκαν, μέσω μιας σπηλιάς, το μυστικό πέρασμα που επέτρεπε την ανάβαση στην Ακρόπολη. Τη νύχτα της 30ης προς 31ην Μαΐου, την ώρα που η σκλαβωμένη Αθήνα κοιμάται βαθειά, οι δύο θαρραλέοι νέοι, οπλισμένοι με έναν μικρό φακό κι ένα μικρό μαχαιράκι, κι έχοντας αποστηθίσει με φωτογραφικό τρόπο την υποτιθέμενη διαδρομή, σκαρφαλώνουν στον ιερό βράχο της Ακροπόλεως περί ώραν εννέα και μισή το βράδυ. Θέλοντας να ξεφτιλίσουν και να ταπεινώσουν τον βάρβαρο κατακτητή, επιχειρούν να κατεβάσουν τη σβάστικα, η οποία λόγω του πνέοντος ανέμου κυματίζει στην κορυφή του ιστού της στην Ακρόπολη.

Σύμφωνα με την αφήγηση των δυο πρωταγωνιστών, σε συνέντευξή τους στον Φρέντυ Γερμανό πριν πολλά χρόνια, η επιχείρηση είναι δύσκολη και άκρως επικίνδυνη. Πετώντας πετραδάκια σε διάφορες κατευθύνσεις διαπιστώνουν πως δεν υπάρχει Γερμανός σκοπός κοντά στη σημαία. Ταυτόχρονα ακούνε φωνές απ’ το φυλάκιο, στο οποίο οι Γερμανοί στρατιώτες γλεντοκοπούν με Ελληνίδες πόρνες, πίνοντας κρασί και μπύρες. Πού είδαν τις Ελληνίδες πόρνες, το κρασί και τις μπύρες οι νεαροί ήρωες, αποτελεί θέμα τυφλής απεικόνισης, δημιουργικής φαντασίας και αληθοφάνειας του αφηγήματος. “Λύσαμε το συρματόσκοινο – διηγείται ο Σάντας – και τραβήξαμε να κατεβάσουμε τη σημαία, μα την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη με τρία συρματόσκοινα, που στήριζαν τον ιστό. Κρεμαστήκαμε κι οι δυο, μα η σημαία δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε τότε με τη σειρά να σκαρφαλώνουμε στον ιστό, μα ήταν αδύνατο να φτάσουμε στην κορυφή, διότι ο ιστός ήταν μακρύς και λείος. Κατάκοποι κι δυο, το μόνο που δεν περνούσε απ’ το μυαλό μας ήταν να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια και να φύγουμε χωρίς το λάφυρο, τη σημαία. Στην απόγνωσή μας σκεφτήκαμε ότι πρέπει να σπάσουμε τα τρία συρματόσκοινα, ώστε να μπορέσουμε να την κατεβάσουμε. Αρχίσαμε με τα χέρια μας, τα δόντια μας, με ότι μπορούσαμε, να ξεκολλήσουμε τα συρματόσκοινα απ’ τους σκουριασμένους χαλκάδες, με τους οποίους κρατιότανε στα πλαϊνά μάρμαρα. Όταν έπεσε τελικά η σημαία – κατά τον ένα 4 κατά τον άλλο 6 μέτρων – τη σκίσαμε, πήραμε από ένα κομμάτι και το υπόλοιπο το πετάξαμε κατά τη φυγή μας σε ένα ξεροπήγαδο στη σπηλιά, απ΄την οποία διαφύγαμε περί ώρα μία και μισή τη νύχτα”.

Λίγες μέρες αργότερα οι ίδιοι οι πρωταγωνισταί τοιχοκόλλησαν και μια αφίσα σε κάποιο τοίχο της περιοχής, ως δήθεν ανακοίνωση της Γερμανικής Στρατιωτικής Αρχής, η οποία έγραφε τα εξής. “Κατά την 30η προς την 31ην Μαΐου υπεξηρέθη παρ’ αγνώστων δραστών η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα Γερμανική Πολεμική Σημαία. Ενεργούνται αυστηραί ανακρίσεις”. Το μόνο που παρέλειψαν να γράψουν στην ανακοίνωση ήταν ότι “όποιος γνωρίζει κάτι να το καταγγείλει στις Γερμανικές Αρχές”. Αλήθεια πιστεύει κανείς ότι οι Γερμανοί θα έβγαζαν μια τέτοια ανακοίνωση, την οποία μάλιστα θα τοιχοκολλούσαν σε μια μάντρα, ώστε να κοινολογήσουν το απροσδόκητο και ταπεινωτικό πάθημά τους;

Ωραίο λοιπόν το παραμύθι, αλλά πολύ ηρωικό για να γίνει πιστευτό. Τέτοια περιπετειώδη κατορθώματα μόνο στον “Μικρό Ήρωα” μπορούσε να διαβάσει κανείς. Δυστυχώς το εγχείρημα του Μανώλη Γλέζου και του Απόστολου Σάντα πάσχει σε πολλά σημεία, από τα οποία διαρρήδην αποδεικνύεται ότι ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, αλλά αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας των δύο ευφάνταστων και μωροφιλόδοξων “ηρώων”. Συγκεκριμένα :
α. Σε καμία απ’ τις γνωστές εγκυκλοπαίδειες, στο λήμμα “Ακρόπολις” δεν βρήκαμε σπηλιές και μονοπάτια, απ’ τα οποία μπορεί να ανεβεί κανείς στον ιερό βράχο. Ποια εγκυκλοπαίδεια λοιπόν ήταν αυτή, στην οποία οι δυο νεαροί φοιτηταί βρήκαν αυτού του είδους τις πληροφορίες, μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
β. Είναι εντελώς απίστευτο οι στρατιώτες του πλέον οργανωμένου και πειθαρχημένου στρατού του κόσμου, οι οποίοι πριν λίγες ημέρες είχαν φτάσει στη Αθήνα και δεν είχαν καλά καλά εδραιώσει τη θέση τους, να το είχαν ρίξει στο γλεντοκόπι, μπεκρουλιάζοντας με Ελληνίδες πόρνες. Τέτοια ούτε οι Μεσογειακοί Ιταλοί δεν έκαναν, πολλώ μάλλον δεν θα έκαναν οι τυπικοί Γερμανοί.
γ. Ποιος μπορεί να πιστέψει ακόμη, ότι τα συρματόσκοινα κόβονται με τα χέρια και με τα δόντια, ακόμα κι αν αυτά ήταν του Τζιμ Λόντου.
δ. Αν οι Γερμανοί πάθαιναν τέτοιο χουνέρι, θα έσπευδαν να βγάλουν αυτή την άθλια ανακοίνωση, στην οποία μάλιστα αναφέρουν ότι η υπεξαιρηθείσα Γερμανική Σημαία ήταν “κυματίζουσα” και θα την τοιχοκολλούσαν προς γελοιοποίησή τους;
ε. Πώς και το “συνταρακτικό αυτό γεγονός” δεν γνωστοποιήθηκε αμέσως στον σκλαβωμένο ελληνικό λαό, ώστε να αναπτερωθεί το ηθικό του, αλλά με καθυστέρηση τεσσάρων ολοκλήρων ετών, ήτοι μετά από ταυτόχρονο δημοσίευμα του Γλέζου στο Ριζοσπάστη και του Σάντα στην Ελευθερία, την 5 Μαρτίου 1945, ήτοι όταν τα Γερμανικά στρατεύματα είχαν ήδη αποχωρήσει από την Ελλάδα; Δεν είναι περίεργο ότι η ανατίναξη της Γερμανικής ΕΣΠΟ από την ΠΕΑΝ του Υποσμηναγού Κωνσταντίνου Περρίκου, τον Σεπτέμβριο του 1942, έκανε το γύρο του κόσμου, ενώ το “κατόρθωμα” των Γλέζου και Σάντα το μάθαμε από τις στήλες του Ριζοσπάστη και της Ελευθερίας, με τετραετή καθυστέρηση και μετά από προσωπική ανακοίνωση των ιδίων; Έτσι γράφεται η ιστορία;
στ. Το τόσο έγκυρο, έγκαιρο και πάντα ενημερωμένο ΒΒC πώς και δεν πληροφορήθηκε εγκαίρως το συνταρακτικό αυτό κάζο των Γερμανών στην Ελλάδα, παρά τέσσερα ολόκληρα χρόνια αργότερα και μάλιστα από τις στήλες των προαναφερθεισών, γνωστών εφημερίδων;
ζ. Ο μύθος έχει διαψευσθεί κατηγορηματικά και από τον αρμόδιο τότε φρούραρχο Αθηνών, όταν προ αρκετών ετών τον επισκέφθηκε στη Γερμανία ο Έλληνας Στρατηγός, προϊστάμενος της Διευθύνσεως Ιστορίας του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Η απάντηση του Γερμανού Στρατηγού ήταν κατηγορηματική. “Σε κανένα οργανωμένο στρατό δεν αφήνονται τη νύχτα ανηρτημένες οι πολεμικές σημαίες. Το γεγονός είναι εντελώς ανύπαρκτο”.

Και το ότι βεβαίως το “γεγονός” δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική αποδεικνύεται παντοιοτρόπως. Το ερώτημα όμως που γεννάται αβιάστως είναι το εξής. Όταν το ελληνικό κράτος επανήλθε στην τάξη και την ηρεμία μετά το συμμοριτοπόλεμο κι όταν ακόμα ο οργανωμένος και ενεργός κομμουνιστής Μανώλης Γλέζος έκτιε μακροχρόνιες ποινές στις φυλακές για αντεθνική δράση, γιατί δεν απομυθοποίησε τους δύο αυτούς ψευτοήρωες; Γιατί καμία Κυβέρνηση και καμία Αρχή δε μπήκε στον κόπο να εξετάσει ποια είναι αυτή η εγκυκλοπαίδεια, που δείχνει τις σπηλιές απ’ τις οποίες μπορεί να ανεβεί κανείς στον ιερό βράχο, σε τι εξυπηρετούσε αυτό το ξεροπήγαδο μέσα στη σπηλιά και γιατί δεν βρέθηκε ποτέ η γερμανική σημαία που πέταξαν μέσα σ’ αυτό τα δυο λαμπρά φιντάνια του Μαρξισμού, τη νύχτα της 30ης Μαΐου 1941;

Μια πρώτη εξήγηση είναι ότι ενώ η Αριστερά νικήθηκε κατά το Συμμοριτοπόλεμο στο Γράμμο και στο Βίτσι, κατόρθωσε να νικήσει ιδεολογικά, κατά την περίοδο της ειρήνης. Έτσι αντί να εγκαλείται συνεχώς η ίδια, για τα φρικτά εγκλήματά της κατά την περίοδο 1942-1949 και την προσπάθειά της να καταλύσει το πολίτευμα της δημοκρατίας και να εντάξει τη χώρα στο ανελεύθερο καθεστώς της αλήστου μνήμης Σοβιετικής Ενώσεως, κατάφερε η ίδια να εγκαλεί τα δημοκρατικά κόμματα της χώρας, για τις διώξεις, τις καταδίκες, τις εξορίες και τα βασανιστήρια των στελεχών της.

Στα πλαίσια αυτού του απολογητικού κλίματος εντάσσεται και η απραξία της πολιτείας για την απομυθοποίηση του “κατορθώματος” Γλέζου -Σάντα, ως και η γενναιοδωρία της Κυβερνήσεως του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να κηδέψει “δημοσία δαπάνη” τον “ήρωα” της Αντίστασης Μανώλη Γλέζο και του γιαλαντζί δεξιού Δημάρχου Αθηνών Κώστα Μπακογιάννη να του παραχωρήσει δωρεάν τάφο στο Α’ Νεκροταφείο των Αθηνών. Τόση μάλιστα ήταν η πρεμούρα του επίσης … δεξιού Αντιδημάρχου κ. Ελευθερίου Σκιαδά, ώστε η απόφαση της Δημοτικής Αρχής να ληφθεί δια περιφοράς, που σημαίνει ούτε διαφωνίες, ούτε ενστάσεις, ούτε διότι, κι ούτε διατί, αλλά “αποφασίζομεν και διατάσσομεν”.

Προς τι όμως όλες αυτές οι επιδαψιλεύσεις του κράτους; Ποιος ήταν ο Μανώλης Γλέζος, που άξιζε όλων αυτών των κρατικών τίτλων και παροχών; Αυτός δεν ήταν ο ενσυνείδητος κομμουνιστής που απεργάστηκε την ένταξη της χώρας στο Σοβιετικό Μπλοκ, καταδικάστηκε για κατασκοπεία εις βάρος της χώρας και έκτισε περισσότερα από 16 χρόνια στις φυλακές; Στον ίδιο δεν απενεμήθη το Βραβείο Λένιν από τη Σοβιετική Ένωση το 1962, για την κομμουνιστική του δράση; Αυτός δεν ήταν ο φίλος του επί χρόνια κομμουνιστού δικτάτορα και διώκτη των Ελλήνων της Αλβανίας Εμβέρ Χότζα, που παρέστη μάλιστα και στην κηδεία του το 1985; Ο ίδιος δεν ήταν που σε συνέντευξή του στη Μόσχα την 30η Ιουλίου του 1963 ετάχθη “υπέρ της ίδρυσης Αυτονόμου Κράτους της Μακεδονίας”;

Τέλος, αυτός δεν ήταν που κατά τη δίκη του το 1959 προκάλεσε την παρέμβαση του Προέδρου του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, Στρατάρχου Βοροσίλωφ προς τον Βασιλέα Παύλο, για τη μη δίωξή του; Προς τι λοιπόν οι τίτλοι του Επιτίμου Καθηγητού Φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο Πατρών και του Επιτίμου Διδάκτορος της Φιλοσοφίας από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης; Πότε και που διακόνησε τη Φιλοσοφία ο Μανώλης Γλέζος; Κι ακόμη προς τι οι δαψιλές παραχωρήσεις του κράτους και της δημοκρατίας προς ένα δεδηλωμένο εχθρό της;

Για τον Γλέζο γράφει σχετικά στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής της 5ης Απριλίου 2020 ο καθηγητής κ. Χαρίδημος Τσούκας τα εξής. “Όταν μια αφήγηση γίνει κυρίαρχη, κινδυνεύει να παγιδεύσει τον πρωταγωνιστή της, στο μέτρο που η αφήγηση δεν οργανώνει μόνο τα πεπραγμένα, αλλά καθίσταται περίγραμμα συμπεριφοράς για το μέλλον. Ο χρόνος τότε παγώνει: Το παρόν θεωρείται μετενσάρκωση του παρελθόντος, ο πρωταγωνιστής πασχίζει να δικαιώνει τη θέση του στην αφήγηση κι όχι να προσαρμόζεται με εγρήγορση στην πραγματικότητα, που βιώνει. Η ιστορικότητα μετατρέπεται σε παρελθοντολογία”.

Βεβαίως για όλα τα ανωτέρω δεν ευθύνεται ο μακαρίτης. Αυτός τη δουλειά του έκανε και την ιδεολογία του υπηρετούσε. Η ευθύνη τόσο για την παραχάραξη της ιστορίας, όσο για τους τίτλους και τις δαψιλές παροχές προς τον αποδημήσαντα βαρύνει αποκλειστικά την ψοφοδεή και κομπλεξική Δεξιά Παράταξη, η οποία από τη Μεταπολίτευση έχει αναγάγει το προδοτικό Κομμουνιστικό Κόμμα στην υπ’ αριθμόν ένα πατριωτική παράταξη της χώρας. Στο απόγειο της συμπλεγματικής της συμπεριφοράς έναντι του εγκληματικού αυτού κόμματος έφτασε στο έσχατο σημείο, με το νόμο 1863/1989 “Άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου 1944-1949” να χορηγήσει συντάξεις σε χιλιάδες κομμουνιστοσυμμορίτες , που αιματοκύλισαν τη χώρα κατά τη δεκαετία του 40.

“Δυστυχώς αυτό είναι το δράμα της Ελλάδος – γράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Φίλιππος Κρομμύδας, στο φύλλο του Δεκεμβρίου του 2012 της “ΠΑΤΡΙΩΤΡΙΩΤΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ”, του Ελληνόψυχου πατριώτου, αγωνιστού και φίλου Διονύση Βουλγαρόπουλου – Όποιος στρέφεται εναντίον της γίνεται ανδριάντας, ενώ όποιος έχει φιλότιμο τιμωρείται από τις ανάξιες πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες αποτελούνται από περιφερόμενα μηδενικά χωρίς προσωπικότητα, χωρίς γνώσεις, χωρίς ικανότητες. Ετερόφωτοι, ανασφαλείς, απο-ιδεολογικοποιημένοι, όμηροι της αναίδειας και της αυθάδειας της Αριστεράς, μοιραίοι για τον τόπο”.

Κλείνοντας γνωρίζω εκ προοιμίου, ότι το κείμενο αυτό θα προκαλέσει την μήνιν ορισμένων αμετανοήτων αριστερών, οχυρωμένων στη ρήση “ου με πείσεις καν με πείσεις”. Ορισμένοι ενδεχομένως θα με εγκαλέσουν για ανευλάβεια προς τον νεκρό κι άλλοι ότι ξύνω πληγές του παρελθόντος. Η απάντησή μου είναι σαφής και κατηγορηματική. Το κείμενό μου σε κανένα απ’ αυτά δεν αποβλέπει. Τους πληροφορώ λοιπόν τα εξής. Όλοι εμείς που θρηνήσαμε θύματα, κατά τη διάρκεια της αποτρόπαιης εγκληματικής ανταρσίας του Μανώλη Γλέζου και των ομοϊδεατών του, έχουμε εμπράκτως αποδεχθεί τη λήθη και τους έχομε συγχωρήσει. Εκείνο όμως που αρνούμαστε πεισματικά να αποδεχτούμε, είναι η παραχάραξη της ιστορίας.

Διότι αυτή περνάει πάνω από τους τάφους των χιλιάδων θυμάτων μας, η ιστορική σκύλευση των οποίων ισοδυναμεί με επαίσχυντη προδοσία.
Υ.Γ. 1. Ο πατέρας του υπογράφοντος εσφαγιάσθη αγρίως από τους κομμουνιστοσυμμορίτες του καπετάν Διαμαντή το Πάσχα του 1947, σε ηλικία 34 ετών, όταν εγώ ήμουν οκτώ (8) ετών, μόνο και μόνο γιατί πίστευε στην Ελλάδα.
2. Και επειδή μερικοί δυσανασχετούν για τη λέξη “Συμμοριτοπόλεμος” και όχι “Εμφύλιος”, που χρησιμοποιώ παγίως στα κείμενά μου, τους παραθέτω την επιστημονική και νομική άποψη του εξέχοντος νομικού, δικαστικού και τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Χρήστου Σαρτζετάκη, όπως αυτή διατυπώνεται στην από 24 Φεβρουαρίου 1999 πολυσέλιδη επιστολή του προς την εφημερίδα “ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ”.
“ Ακόμη και οι προπαρασκευαστικές πράξεις της συμφωνίας ή της ενώσεως προς διάπραξιν κακουργημάτων, συνιστούν κατά τον Ποινικόν Κώδικα (άρθρον 187) το έγκλημα της συστάσεως συμμορίας. Αφού λοιπόν οι στασιασταί του ΚΚΕ είχαν συμφωνήσει και ενωθεί για τη διάπραξη των παραπάνω κακουργημάτων της εσχάτης προδοσίας και της προδοσίας της χώρας, χωρίς καμιά αμφιβολία ήσαν, σύμφωνα με το νόμο, Συμμορίτες. Και ως όργανα του ΚΚΕ Κομμουνιστοσυμμορίτες”.
Και μη μας πουν πως και ο τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ακροδεξιός και φασίστας.

1 Comment

Filed under ΜΗΝΥΜΑΤΑ

One Response to Μύθος και πραγματικότητα για τον “ήρωα της αντίστασης” Μ. Γλέζο