Η ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αλλά από τα μέσα περίπου της δεκαετίας 1840–1850 τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν με ρυθμούς γοργούς. Ίσως να επιδρά και, ο καταλύτης «Φαλμεράιερ» — σωστότερα, ο απόηχος των θεωριών-του, γιατί τα ίδια τα βιβλία δεν διαβάστηκαν στην Ελλάδα-ίσως απλώς να ωρίμασαν τα πράγματα. Πάντως με την επόμενη δεκαετία τα σχετικά φαινόμενα πυκνώνουν:
1851, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος καταλαμβάνει την έδρα της «Ιστορίας των αρχαίων εθνών» και μετατρέπει το περιεχόμενό-της: διδάσκει πια «Ιστορία του ελληνικού έθνους». Ξέρουμε πόσο βάρυνε η προσωπικότητά-του-όμως τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία απόλυτη: και ο παλιός αντίπαλός-του να την καταλάμβανε, ο Γρηγόριος Γ. Παππαδόπουλος, προς τις ίδιες κατευθύνσεις θα την είχε στρέψει .
1852, κυκλοφορεί η «Μελέτη ιστορική περί μεσαιωνικού ελληνισμού» του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου, που αποτελεί την εισαγωγή στη συλλογή-του Άσματα δημοτικά της Ελλάδος. Στο έργο αυτό —για το οποίο θα γίνει περισσότερος λόγος αμέσως παρακάτω— αναβαθμίζεται η βυζαντινή περίοδος και συνδέεται με την ελληνική συνείδηση.
1853, κυκλοφορεί η πρώτη μορφή της «Ιστορίας του ελληνικού έθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου.
Η στροφή έχει γίνει. Τα πολιτικά γεγονότα —ο Κριμαϊκός πόλεμος— θα επιτείνουν τις διαδικασίες – 1857 τυπώνονται οι Βυζαντινές Μελέτες του Σπ. Ζαμπέλιου, 1860 αρχίζει να εκδίδεται η πεντάτομη «Ιστορία του ελληνικού έθνους» του Παπαρρηγόπουλου. Δεν ολοκληρώθηκε παρά μόλις το 1874- η αργή αυτή κύηση έφερε στο φως ένα έργο μεγαλεπήβολο, ώριμο, που αποτέλεσε το μέγα αγκωνάρι της ελληνικής εθνικής συνείδησης και σκιάσε με τον όγκο-του για πολλά χρόνια —ώς τις μέρες μας, τουλάχιστον— την ιστοριογραφική παραγωγή. Στα ενδιάμεσα χρόνια υπήρχε η ζωντανή διδασκαλία του Παπαρρηγόπουλου στο πανεπιστήμιο, που τότε ήταν ενσωματωμένη στην κοινωνική ζωή: τυπωνόταν στις εφημερίδες, σχολιαζόταν, κυκλοφορούσε προφορικά. (σελ. 38–39)
(…) Μέσα σ’ αυτό το κλίμα θα προβάλει ο Παπαρρηγόπουλος. Όπως γράφει επιγραμματικά ο Κ. Θ. Δημαράς, «ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ήρθε σε μια στιγμή όπου η ελληνική συνείδηση εζητούσε έναν συγκροτημένο κορμό ιστορικών εθνικών θεωριών, μία γερά θεμελιωμένη συντήρηση, και παρουσίασε, με τη μεγαλοφυία-του και με τα συγγραφικά-του προσόντα αυτό που εζητούσε εκείνην την ώρα το εθνικό συλλογικό σώμα». Με την Ιστορία-του θα ενώσει τον ελληνισμό σε χώρο και σε χρόνο. Η παλιά κοσμοαντίληψη που χώριζε στα δύο τους καιρούς, Αρχαίοι και Νεότεροι, ανατρέπεται. Τη θέση-της παίρνει ένα καινούριο σχήμα τρίσημο: αρχαιότητα, βυζάντιο, νέος ελληνισμός — όπου και τα τρία μέρη μετέχουν ισότιμα σε δόξα, σημασία και αίγλη. Η ενότητα αυτή, σε χώρο και σε χρόνο, θα γίνει ο κύριος μοχλός της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης• αυτή θα στηρίζει, κάτι παραπάνω, θα αποδεικνύει, τα δίκαιά-μας. (σελ. 47)
πηγή: Αλέξης Πολίτης – Ρομαντικά χρόνια, Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830–1880, Ε.Μ.Ν.Ε. Μνήμων.







