Το 1904 ήταν μια χρονιά πολύ δύσκολη για την Ελλάδα. Ήταν μια χώρα με χρεοκοπημένη οικονομία ήδη μια δεκαετία. Επτά χρόνια νωρίτερα είχε ταπεινωθεί στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Η ελληνική κοινωνία θεοποιούσε το χρήμα. Τοκογλύφοι ρουφούσαν το αίμα της πατρίδας μας. Κι όμως μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα κάποιοι Έλληνες αρνούνταν να υποταχθούν και ονειρεύονταν μια νέα αυγή για το Έθνος μας. Ήταν αυτοί που άφηναν τις ανέσεις τους και έτρεχαν να πολεμήσουν στη Μακεδονία. Ήταν αυτοί που αρνιόνταν να λατρέψουν το Μολώχ και μιλούσαν για έθνος, ιδέες, αγώνα.
Μολώχ είναι το βιβλικό όνομα ενός θεού των Χαναναίων που συνδέεται με την θυσία παιδιών μέσω της φωτιάς ή του πολέμου. Στην ραβινική παράδοση ο θεός Μολώχ απεικονιζόταν μέσω ενός μπρούτζινου αγάλματος το οποίο με την χρήση φωτιάς θερμαινόταν και στο οποίο πετούσαν τα θύματα. Οι βιβλικές γραφές αναφέρουν ότι ορισμένοι βασιλιάδες του Ιούδα (όπως ο Άχαζ και ο Μανασσής) λάτρεψαν τον Μολώχ. Τα ιστορικά και ραβινικά κείμενα περιγράφουν τη θυσία ως πέρασμα μέσα από πυρακτωμένα μεταλλικά μέρη ειδώλου, ενώ τα ταμπούρλα έπαιζαν δυνατά για να καλύψουν τις κραυγές των παιδιών. Ήταν κάποιοι ποιητές που προσπαθούσαν με σπαραγμό ψυχής να ξυπνήσουν τους Έλληνες.
Τότε ήταν που ο Κωστής Παλαμάς έγραψε το ποίημα Μολώχ. Έβλεπε την παρακμή των Ελλήνων και την εκμετάλλευση της Ελλάδας, από βαρβάρους δυνάστες. Πονούσε η ψυχή του ποιητή βλέποντας στη γη των προγόνων μας να βασιλεύει ο σκοτεινός Μολώχ, αντί του φωτεινού Απόλλωνα. Ελπίζει όμως γιατί διακρίνει να ψευτοφέγγει μια πυγολαμπίδα, βαθιά μέσα στη φυλετική ψυχή του λαού μας. Αυτοί τη σπίθα προσπαθεί να φουντώσει και γράφει:
ΜΟΛΩΧ
Των Ελλήνων την πατρίδα βάρβαροι την ατιμάζουν! Οπου ανθοπετούσαν οι Ερωτες παραδέρνει η νυχτερίδα.
Στη νυχτιά μας μιά πυγολαμπίδα, των αρχαίων η μνήμη, ψευτοφέγγει κ’ είναι μιά νυχτιά που δεν τη διώχνεις, του παντοτινού μας ήλιου αχτίδα!
Και πατρίδα και ψυχή ρουφάν βάρβαροι από βάθη και από ύψη. Κι όταν, μ’ ένα τρίσβαθο ωχ! των Ελλήνων θεέ, ρωτούμε σε: «Είσ’ εσύ ο ξανθός Απόλλωνας;» Αποκρίνεσαι:-«Είμ’ εγώ ο Μολώχ!»
Κ. Παλαμάς







