Via Dolorosa Europae Orientalis (Μέρος 7)

Via Dolorosa Europae Orientalis (Μέρος 7)

Είναι γνωστόν τοις πάσι ότι οι εξόριστοι από τις πατρίδες τους μπολσεβίκοι κατά τον μεσοπόλεμο εύρισκον καταφύγιον στην «Μάνα Σοβιετική Ένωση». Φυσικω τω λόογω, πολλοί «αριστεροί διανοούμενοι» συνήντων εκεί, εν πλήρει επιγνώσει, τους πράκτορες της διαβόητης μυστικής σοβιετικής αστυνομίας Νι-Κα-Βε-Ντε (NKVD) σε τακτική βάση (όπως αναφέρει η δημοσιογράφος και συγγραφεύς Άννα Έηπλμπάουμ [(Anne Applebaum), «Τώρα ξέρουμε», εκτενές άρθρον στο πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό «Η Νέα Δημοκρατία» (31 Μαΐου 2009)].

Δεν υπήρχε για αυτούς τους προθύμους ξένους συνεργάτες του κομμουνιστικού καθεστώτος κανένα ηθικό στίγμα, (όπως θα συνέβαινε εν μέρει στα επόμενα χρόνια), όταν …. ενεθυλάκωναν ευχαρίστως τον «Μοσχοβίτικο Χρυσό» ή προέβαιναν σε μερικές εξυπηρετήσεις προς τους τοπικούς μυστικούς πράκτορες της NKVD ή αργότερον στην διάδοχόν της KGB. Άλλωστε για τους πραγματικά αφιερωμένους στην υπόθεσή τους αρνησιπάτριδες μπολσεβίκους πάσης προελεύσεως, οι στόχοι της ΕΣΣΔ, της Κομιντέρν, των κατασκόπων της ΕΣΣΔ και των ιδικών τους «εθνικών» κομμουνιστικών κομμάτων εφαίνοντο εντελώς εναλλάξιμοι και ταυτόσημοι.

Όμως, οι άνδρες και οι γυναίκες που θα εγένοντο οι μεταπολεμικοί ηγέτες της Ανατολικής Ευρώπης συνεδέοντο όχι μόνον με την ιδεολογία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και με την ιδιαιτέρα, νοσηρά «κουλτούρα» του και τις άκαμπτες δομές του. Όποια και αν ήταν η εθνική τους προέλευση, ήδη κατά την δεκαετία του 1940 τα περισσότερα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα είχαν αντιγράψει την αυστηρά ιεραρχική οργάνωση και την ονοματολογία των Μπολσεβίκων. Ήσαν όλα υπό την ηγεσία ενός Γενικού Γραμματέως και μιας κυβερνητικής ομάδας που ονομάζετο «Πολιτικό Γραφείο» ή Politburo. Το Politburo με την σειράν του ήλεγχε την Κεντρική Επιτροπή, μια μεγαλυτέραν ομάδα από κομματικά στελέχη, πολλά από τα οποία τελικώς εξειδικεύοντο σε συγκεκριμένα θέματα. Η Κεντρική Επιτροπή επόπτευε τις περιφερειακές επιτροπές, οι οποίες επόπτευαν τα τοπικά κόμματα. Όλοι στο κατώτερον μέρος του συγκροτήματος ανέφεραν προς στην κορυφή και όλοι στην κορυφή θεωρητικώς εγνώριζαν τι συνέβαινε έως το κατώτερον τμήμα.

Όσοι έζων στην ΕΣΣΔ ήσαν ιδιαιτέρως ευαίσθητοι στους κανόνες αυτής της ιεραρχίας. Για εκείνους που ήσαν δουλικώς υπέρ του ΚΚΣΕ, οι ανταμοιβές ήσαν μεγάλες και υπέροχες. Οι πολιτικοί μετανάστες – «polit-emigrants», στην μπολσεβίκικη αργκό – ήσαν κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, μια εξόχως «προνομιακή κάστα»:

«Ζούσαμε στον δικό μας κόσμο, υπήκοοι ενός κράτους εν κράτει. Ελάβαμε δωρεάν ξενοδοχειακά καταλύματα, γενναιόδωρα μηνιαία επιδόματα και δωρεάν ρούχα. Ομιλούσαμε σε συναντήσεις σε εργοστασιακές λέσχες και σχολεία, μετά τις οποίες πραγματοποιούσαμε συμπόσια. Υπήρχαν δωρεάν θεατρικές παραστάσεις και διασκεδάσεις. Εκείνοι οι «polit-emigrants» που ήσαν άρρωστοι λόγω των …. ταλαιπωριών τους σε φασιστικές και καπιταλιστικές φυλακές εστάλησαν σε αποκλειστικά νοσοκομεία και αναρωτήρια στην Μαύρη Θάλασσα. Και εδώ πάλι, λόγω της ιδιαιτέρας, προνομιακής τους καταστάσεως, τα κορίτσια της Ρωσίας συνέρρεαν γύρω από τον κάθε πολιτικό-μετανάστη για …. υλικούς λόγους.» [Thomas Sgovio, «Αγαπητή Αμερική!: Γιατί εστράφην εναντίον του κομμουνισμού» (Νέα Υόρκη, 1979), σελίς 99].

Εδώ, ασχολούμενοι με τους μπολσεβίκους «πολιτικούς μετανάστες» θα επανέλθουμε μοιραίως στις απηνείς διώξεις του ελληνικού στοιχείου από τον «Πατερούλη» Στάλιν, (διώξεις που παραμένουν «επτασφράγιστο μυστικό» στην Ελλάδα από τους σιχαμερούς ινστρούχτορες του σταλινισμού που κυριαρχούν στην πολιτική ζωή του τόπου μας). Μεταξύ αυτών που εδιώχθησαν, ήσαν βεβαίως και πολλοί «Έλληνες» κομμουνιστές. Μόνο και μόνον επειδή ήσαν Έλληνες!

Μια τέτοια περίπτωση ήταν και εκείνη του τραγικού Γεωργίου Κολοζώφ: Ο Κολοζώφ έγινε μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ τον Σεπτέμβριον του 1928. Μαζί με άλλους κομμουνιστές, συνελήφθη το έτος 1929 και ωδηγήθη στις φυλακές Συγγρού, απ’ όπου απέδρασεν το 1931 και διέφυγεν στην ΕΣΣΔ, με την συνδρομή της σοβιετικής πρεσβείας. Αργότερον, το 1934, από το Νοβοροσίσκ όπου ευρίσκετο, κατώρθωσε να στείλει λάθρα μιαν επιστολή στην σύζυγό του, Δόμνα, με έναν ναύτη ελληνικού πλοίου που είχε ελλιμενισθεί στον λιμένα του Νοβοροσίσκ. Η επιστολή αυτή δημοσιεύεται αυτούσιος, όπως συμπεριελαμβάνετο στο λιάν αξιόλογον βιβλίο του Ελευθερίου Σταυρίδη «Τα παρασκήνια του ΚΚΕ» [Ο Ελευθέριος Σταυρίδης (1893 – 1966) ήταν Έλλην δημοσιογράφος, Γραμματεύς της ΚΕ του ΚΚΕ την περίοδο 1925-1926 και βουλευτής το 1926, αργότερον αντικομμουνιστής και γραμματεύς της Εθνικιστικής Οργανώσεως «Εθνική Ένωσις Ελλάς» (της θρυλικής «3Ε»)]. Έγραφεν ο Κολοζώφ:

«Μόλις εφτάσαμε εδώ, φυγάδες από τις φυλακές Συγγρού, μας διεσκόρπισαν. Εμένα με έστειλαν εδώ στο Νοβοροσίσκ για να αναλάβω κομματική δουλειά μέσα στους Έλληνες της Νοτίου Ρωσσίας. Εδώ υπάρχουν 36 ελληνικές κοινότητες. Όλοι οι Έλληνες είναι πάμπτωχοι και πεινούν. Όλοι είναι αμόρφωτοι, διότι από πολλά χρόνια σχολείο δεν υπάρχει. Με την βάσιν ότι κάθε εθνικότης δικαιούται να έχει δικό της σχολείο, εκάναμε ένα σχολείο, φυσικά δημοτικό, και έχω μαζεύσει κάμποσα ελληνόπαιδα και τα μαθαίνω ελληνικά γράμματα. Φυσικά, σύμφωνα με την τροποποίηση της ελληνικής γλώσσης, που έχει κάμει εδώ ο κομμουνισμός δηλαδή χωρίς πνεύματα, με έναν μόνον τόνο εις τας λέξεις, την οξεία, με κατάργηση των δοφθόγγων, με ένα μόνο ι, το γιώτα, με το ύψιλον ως ου και την κατάργηση των διπλών γραμμάτων. Επίσης εκδίδομεν και μιαν εφημεριδούλαν ελληνικήν, με τον τίτλον «Κομυνιστίς», σύμφωνα με την νέαν γραμματικήν. Έτσι, πολλές ώρες την ημέρα απασχολούμε ως δημοδιδάσκαλος να μαθαίνω γράμματα στα παιδιά αυτά, τα οποία πεινούν, είναι καχεκτικά και ζουν μέσα στην ακαθαρσία και στην ψείρα. Εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να σωθώ από την ψείρα!

Το βράδυ κάμνω υποχρεωτικώς διαλέξεις στους μεγάλους Έλληνας δια να τους κάμωμεν κομμουνιστάς. Έρχονται, ακούνε υποχρεωτικώς, αλλά δεν καταλαβαίνουν τίποτε! Ότι τους λες δεν έχουν αντίρρηση, διότι φοβούνται. Με θεωρούν κομμουνιστή, άνθρωπο του κράτους και δεν μου έχουν εμπιστοσύνη δια να μου πουν τον πόνο τους. Αλλά και αν μου τον πουν τι να τους κάμω; Επίσης γράφω και όλην την εφημερίδα «Κομυνιστίς» και την στέλνω δωρεάν εις τας 36 ελληνικάς κοινότητας. Κυριολεκτικώς τσακίζομαι στην δουλειά, και τι δουλειά, να αηδιάζεις. Έναντι αυτών τι νομίζεις πως παίρνω; Λίγα ρούβλια το μήνα, τα οποία ίσα που με φθάνουν να αγοράζω τα τρόφιμα που δίνει η κολλεκτίβα και το ψωμί για να διατηρούμαι στη ζωή. Ρούχα δεν έχω. Είδα κι έπαθα να μου δώσουν ένα παντελόνι, επειδή έλυωσε εκείνο που φορούσα όταν ήρθα και θα έπεφτε από το σώμα μου! Τα παπούτσια που μου έδωσαν είναι απαίσια. Αν με δεις δεν θα με γνωρίσεις!

Και το χειρότερον από όλα είναι ότι δεν υπάρχει περίπτωσις ή πιθανότης αλλαγής του τρόπου της ζωής μου. Εδώ θα πεθάνω δάσκαλος στο αλφαβητάριο των παιδιών, γράφοντας εις τον «Κομυνιστί» που δεν τον διαβάζει κανείς! Μου έδωσαν κι ένα δωμάτιο μικρό και λίγα ξύλα για μια μικρή σομπίτσα τον χειμώνα.Γι’ αυτό λοιπόν εγώ θυσίασα τα νειάτα μου, να σπουδάσω νομικά, να αγωνισθώ στο κόμμα, για να καταλήξω εφ’ όρου ζωής σ’ αυτό το κατάντημα; Δυστυχώς δεν υπάρχει και τρόπος να φύγω, να έρθω πίσω στην Ελλάδα, έστω και αν συλληφθώ και φυλακισθώ. Δέχομαι να κάτσω στας φυλακάς Συγγρού μέχρις ότου λήξει η ποινή που θα μου βάλουν και για την απόδρασιν. Αλλά θα ξέρω, ότι, αν βγω θα γίνω πάλιν άνθρωπος και αν έχω υγείαν και χρόνια θα ξαναφτιάξω την ζωή μου. Αλλά να φύγω από εδώ είναι αδύνατον. Ούτε να πλησιάσουμε στα βαπόρια μπορούμε. Με χίλια βάσανα σου στέλνω αυτό το γράμμα. Έσβυσαν όλα τα ιδανικά μου. Είμαι ένας απελπισμένος άνθρωπος, ένας χαμένος».

Μερικά χρόνια αργότερoν, ο Γεώργιος Κολοζώφ εξετελέσθη. Ο υιός του, Ορέστης, ….εξέχασε και εσυνέχισε την δράση του πατρός του… στο ΚΚΕ.

Οι πολύ υψηλού επιπέδου ξένοι κομμουνιστές – κορυφαίοι αξιωματούχοι της Κομιντέρν, ηγέτες των εθνικών κομμουνιστικών κομμάτων – εστεγάσθησαν στο αρτιότατα εξοπλισμένο «Hotel Lux», όχι μακράν του Κρεμλίνου. Τα παιδιά τους εμαθήτευσαν σε ειδικά σχολεία. Τόσον ο Μάρκους Βολφ (Markus Wolf, αργότερον ο διασημότερος αρχικατάσκοπος της Ανατολικής Γερμανίας), όσον και ο Βόλφγκανγκ Λέονχαρντ (Wolfgang Leonhard, αργότερον ο ανώτερος αποστάτης), εφοίτησαν στο ίδιο γυμνάσιον της Μόσχας για παιδιά Γερμανών κομμουνιστών. Οι έχοντες κάπως χαμηλοτέρα θέση, είχαν ικανοποιητικές εργασίες σε εφημερίδες ξένων γλωσσών ή στην οργάνωση της «Διεθνούς Ερυθράς Βοηθείας», η οποία ησχολείτο με τα ζητήματα των κρατουμένων στις δυτικές φυλακές κομμουνιστών.

Μερικοί ειργάσθησαν σε διοικητικές θέσεις σε εργοστάσια διάσπαρτα σε όλη την χώρα. Ωστόσον, ακόμη και οι ευρισκόμενοι στο υψηλότερον επίπεδο, ακόμη και όσοι ήσαν υπέρ της σοβιετικής ηγεσίας,δηλαδή αυτοί οι προνομιούχοι ξένοι εξηρτώντο απολύτως από την «καλή θέληση» των σοβιετικών οικοδεσποτών τους και ειδικότερον από τις ιδιοτροπίες του Στάλιν. Το ημερολόγιο του Ντιμιτρόφ, του Βουλγάρου «αφεντικού» της Κομιντέρν, απεικονίζει με σχεδόν κωμική επανάληψη αυτήν την θανατηφόρο εξάρτηση. Περισσότερον από μια δεκαετία, κατέγραφε με θλιβερό τρόπο κάθε συνάντησή του και κάθε συνομιλία του με τον Στάλιν, μέχρι και την στιγμή που εκάλεσε τον Στάλιν και ο «Στρατάρχης» έκλεισε το τηλέφωνο μόλις ανεγνώρισε την φωνή του «γίγα στους γίγαντες» Ντιμιτρόφ. (Banac, «Ημερολόγιο του Γγιόργκι Ντιμιτρόφ», σελίς 119).

Όπως και άλλοι, ο Ντιμιτρόφ ήξερε προφανώς ότι η προνομιακή του κατάσταση δεν θα ημπορούσε να διαρκέσει για πάντα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930, όταν ο Στάλιν έστρεψε το επίκεντρο των εκκαθαρίσεων του σε υψηλόβαθμα μέλη του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος, οι «διεθνείς» κομμουνιστές στην Μόσχα υπέφεραν επίσης. Στο αποκορύφωμα της παρανοίας της NKVD, οι ξένοι στην ΕΣΣΔ έγιναν άμεσοι στόχοι. Το πολωνικό κομμουνιστικό κόμμα, το οποίον ο Στάλιν ποτέ δεν είχε εμπιστευτεί (μάλιστα είχεν έναν πράκτορα της NKVD διορισμένον ειδικώς για να διαχειρίζεται τις υποθέσεις των Πολωνών κομμουνιστών στην Μόσχα), υπέστη σχεδόν καθολική εξόντωση.

Τουλάχιστον τριάντα από τα τριάντα επτά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του πολωνικού κόμματος συνελήφθησαν στην Μόσχα και τα περισσότερα εξετελέσθησαν ή απέθαναν στα Γκουλάγκ. Το ίδιο το κόμμα διελύθη, με το σκεπτικό ότι «ήταν κεκορεσμένο με κατασκόπους και προβοκάτορες». [Ιδέ το έργον του διασήμου Ρωσοεβραίου (πολιτογραφηθέντος Αμερικανού) ιστορικού Αλεξάντερ Νταλλίν (1924-2000) και του Ρώσου ιστορικού Φρήντριχ Ιγκόρεβιτς Φιρσώβ, τέως διευθυντή του «Ρωσικού Κέντρου Διατηρήσεως και Μελέτης Τεκμηρίων της Λίαν Προσφάτου Ιστορίας» : «Ντιμιτρόφ και Στάλιν, 1934 – 1943: Γράμματα από τα Σοβιετικά Αρχεία» (Λονδίνο 2000), σελίδες 28-31.]

Στην Μόσχα συνελήφθησαν επίσης πολλοί εξέχοντες ξένοι κομμουνιστές, μεταξύ των οποίων και η μητέρα του Λέονχαρντ, όλοι δε εφοβόντο ότι θα ήσαν «οι επόμενοι». Στην προσεκτικότατα επεξεργασμένη αυτοβιογραφία του, ακόμη και ο Μάρκους Βολφ έγραψεν ότι οι γονείς του «εκνευρίσθηκαν» από τις συλλήψεις: «Όταν το κουδούνι χτύπησε απροσδόκητα ένα βράδυ, ο συνήθως ήρεμος πατέρας μου, πήδηξε ορθός στα πόδια του κι άφησε μια βίαιη κατάρα. Όταν αποδείθηκε ότι ο επισκέπτης ήταν μόνο ένας γείτονας που είχε την πρόθεση να δανειστεί κάτι, ανέκτησε την αξιοπρεπή του στάση, αλλά τα χέρια του έτρεμαν για μια περίπου μισή ώρα.» [Markus Wolf και Anne McElvoy, «Άνθρωπος χωρίς πρόσωπο: Η αυτοβιογραφία του μεγαλυτέρου αρχικατασκόπου του κομμουνισμού» (Λονδίνο, 1997), σελίς 32].

Στα ξενοδοχεία και τους κοιτώνες όπου κατοικούσαν αλλοδαποί, οι συλλήψεις επήλθαν κατά κύματα – υπήρχε «Πολωνική βραδιά», «Γερμανική βραδιά», «Ιταλική βραδιά» και ούτω καθεξής. Με την εκδήλωση των συλλήψεων, οι διάδρομοι του ξενοδοχείου Lux απέκτησαν μια «σιωπηλή» ατμόσφαιρα, συμφώνως προς την αφήγηση της Γερμανίδος μπολσεβίκας Μαργκαρέτε Μπούμπερ Νώυμαν (Margarete Buber-Neumann) : «.. Οι πρώην πολιτικοί φίλοι δεν τολμούσαν πλέον να επισκέπτονται ο ένας τον άλλον. Κανείς δεν μπορούσε να εισέλθει ή να φύγει από το Lux χωρίς ειδική άδεια, ενώ το όνομα και τα στοιχεία όλων όσων το έκαναν σημειώνονταν προσεκτικά. Όλα τα τηλέφωνα στο ξενοδοχείο ελέγχονταν από την μυστική αστυνομία, από τον κεντρικό πίνακα και μπορούσαμε να ακούσουμε τακτικά το κλικ της ενδεικτικής λυχνίας καθώς το χειριστήριο άλλαζε… » (Margarete Buber-Neumann,«Under Two Dictators – Prisoner of Stalin and Hitler », Λονδίνο, 2008, σελίς 13).

Η ίδια η Μπούμπερ Νώυμαν συνελήφθη και εστάλη στο Γκουλάγκ το 1938, ένα έτος μετά την σύλληψη και την εκτέλεση του συζύγου της.

Εάν οι ζωές τους ήσαν επισφαλείς στην ΕΣΣΔ, το 1930, οι αφοσιωμένοι κομμουνιστές δεν ήσαν απαραιτήτως ασφαλέστεροι στο σπίτι τους. Καθ’ όλην την διάρκεια της προπολεμικής περιόδου, οι ευρωπαίοι κομμουνιστές εθεωρούντο συχνά από τις εθνικές αρχές ως απλοί πράκτορες μιας ξένης δυνάμεως (που, βεβαίως οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν). Μετά την εισβολή των Μπολσεβίκων στην Πολωνία το 1920, το πολωνικό κομμουνιστικό κόμμα ετέθη εκτός νόμου και πολλοί πολωνοί κομμουνιστές επέρασαν μεγάλες περιόδους στις πολωνικές φυλακές (μεγάλη …. καλοτυχία, αν και δεν το εγνώριζαν τότε, καθώς έτσι παρέμειναν ασφαλείς από τον Στάλιν). Το ίδιο συνέβη και στην Ουγγαρία, όπου το μεσοπολεμικόν αυταρχικό καθεστώς με επικεφαλής τον Ναύαρχο Χόρτυ εδίωξεν απηνώς το κομμουνιστικό κόμμα λόγω των δεσμών του με σοβιετικούς πράκτορες, κυρίως όμως λόγω της μνήμης του αποτυχημένου κομμουνιστικού πραξικοπήματος του 1918, και λόγω των καταστροφικών πολιτικών της συντόμου δικτατορίας του διαβοήτου Μπέλα Κουν (Béla Kun). Στην παρανομία, οι Ούγγροι κομμουνιστές εκρύβησαν αριστοτεχνικώς από τον νόμο και ανέπτυξαν αυτό που ένας βετεράνος ονόμασε «σοβαρή, σκληρή, ιεραρχική οργάνωση», μια οργάνωση που ηνέχετο πολύ ολίγη εσωτερική δημοκρατία ή διαφωνία. Επιπλέον, «αυτός ο τρόπος οργάνωσης εξιδανικεύτηκε και θαυμάστηκε». (Αρχείο «Ιδρύματος Πολιτικής Ιστορίας» της Βουδαπέστης, PIL, 867/1 / Η-168).

Αντιθέτως, το γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα ήταν μια ισχυρά νόμιμος δύναμη στην Γερμανία μετά το 1918, στο δε αποκορύφωμα της επιρροής του ημπορούσε να επηρεάσει περίπου το 10% των εθνικών ψήφων. Όταν ο Χίτλερ ανήλθεν στην εξουσία το 1933, πάμπολλοι Γερμανοί κομμουνιστές συνελήφθησαν, απαλλοτριώθηκαν οι περιουσίες τους και εδιώχθησαν. Πολλοί διήλθαν την περίοδον του πολέμου σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως και πολλοί δεν επέζησαν. Ο Ερνστ Τέλμαν (Ernst Thälmann), ο χαρισματικός ηγέτης του κόμματος, συνελήφθη το 1933 και εξετελέσθη στο στρατόπεδον συγκεντρώσεως Μπούχενβαλντ τον Αύγουστον του 1944. Εάν είχεν επιβιώσει, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχε υποστεί «κατάλληλο περιποίηση» και από τους «κομμουνιστές της Μόσχας». Το 1941 ο Στάλιν είπε στον Ντιμιτρόφ ότι ο Τέλμαν «χειραγωγείται από όλες τις πλευρές… οι επιστολές του δείχνουν την επιρροή της φασιστικής ιδεολογίας» – μια κρίση που δεν ημπόδισε τον Τέλμαν να γίνει ένας από τους ήρωες-μάρτυρες της Ανατολικής Γερμανίας στα μεταπολεμικά χρόνια. («Ημερολόγιον του Γκιόργκι Ντιμιτρόφ», σελίς 197).

Παρά τα εμπόδια αυτά, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ήκμασε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης κατά την δεκαετία του 1930 και ήταν ακριβώς εκείνη η περίοδος όταν οι διανοούμενοι της Ανατολικής Ευρώπης ήρχισαν να συμμετέχουν στο κόμμα σε μεγαλύτερον αριθμό, κυρίως επειδή υπήρχαν τόσον ολίγες άλλες επιλογές. Για όσους εκατοίκων στην Ανατολικήν Ευρώπη, το δυτικόν ήμισυ της Ηπείρου μας δεν εφαίνετο καθόλου ελκυστικόν. Ετρομοκρατήθησαν από την άνοδον των Χίτλερ και Μουσολίνι, καθώς και από την αδυναμία των ηγετών τους να αντιμετωπίσουν κάποιον εξ αυτών. Απεθαρρύνθησαν επίσης από την αδυναμία και την μικρόνοια της Αγγλίας και της Γαλλίας, καθώς αμφότερες ήσαν άτολμες, συμφεροντικές και οικονομικώς συμπεπιεσμένες, και οι οποίες στην συνέχεια εκυβερνήθησαν από άνδρες που ευνόησαν τον κατευνασμόν του φασισμού.

Μετά το 1933, η Κομιντέρν επίεζεν τα νόμιμα κομμουνιστικά κόμματα να εισέλθουν σε «λαϊκά μέτωπα», ήτοι μαζικά κινήματα που θα συνεκέντρωναν κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες και άλλους αριστερούς, ενάντια στα ακροδεξιά κι εθνικιστικά κινήματα που έφθασαν τότε στην εξουσία σε όλη την Ευρώπη. Η «λαϊκομετωπική τακτική» εφάνη επιτυχής. Ένας δημοφιλής συνασπισμός «Λαϊκού Μετώπου» εκυβέρνησεν την Γαλλία από το 1936 έως το 1938 και ένα άλλο δημοφιλές ανάλογο μέτωπο ενίκησεν στις εκλογές του 1936 στην Ισπανία. Βεβαίως και οι δύο αυτοί συνασπισμοί, όπως και οι αντίστοιχοι τους στην Ανατολικήν Ευρώπη, υπεστηρίχθησαν από την ΕΣΣΔ.

Ταυτοχρόνως, πολλοί Ευρωπαίοι είχαν απογοητευθεί με την ιδική τους εθνική πολιτική, τις εθνικές παραδόσεις και την εθνική λογοτεχνία τους. Η Αμερικανίς ιστορικός Μάρσι Σορ (Marci Shore) έχει ιχνηλατήσει την εξέλιξη ορισμένων Πολωνών ποιητών από την καλλιτεχνική πρωτοπορία στην πολιτική αριστερά, μέσα από κλιμακούμενες παρατηρήσεις του τύπου «ο Θεός είναι νεκρός» και «Ο Ρεαλισμός ετελείωσεν» που μετέπεσαν στην πεποίθηση ότι ο σοβιετικός κομμουνισμός θα γεμίσει το προκύπτον ψυχοδιανοητικό.

Το 1929, ο σπουδαίος Πωλονοεβραίος ποιητής Γιούλιαν Τούβιμ (Julian Tuwim, 1894 –1953) – πρώην μέλος της κεντροαριστεράς – απεγοητεύθη βαθέως από τον ελεεινόν τρόπον εκμεταλλεύσεως του πατριωτισμού προς όφελος της αρχούσης ελίτ. Προτρέπει τους συμπατριώτες του:

Πετάξτε το πολυβόλο σας στο πεζοδρόμιο.
Το λάδι είναι δικό τους, το αίμα είναι δικό σας.
Και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο
Κραυγάζω…
«Κύριοι της αριστοκρατίας, δεν μας ξεγελάτε».

Αυτοί οι στίχοι δεν ήσαν μια «εκ βαθους καρδίας», οργισμένη σπαρακτική κραυγή ενός Μαρξιστή : O Τούβιμ εννοούσε βαθύτατα το ποίημά του ως μία … γαλήνιο δήλωση ειρηνισμού. Έτσι επορεύθη προς αυτήν την κατεύθυνση της «συνοδοιπορίας», πράγμα που βοηθά να εξηγηθεί πως μετά τον πόλεμον συνειργάσθη με το κομμουνιστικό καθεστώς. (Μάρσι Σορ : «Χαβιάρι και στάχτες: Η ζωή και ο θάνατος μιας γενεάς της Βαρσοβίας στον μαρξισμό, 1918–1968», Νιού Χέηβεν, 2006, σελίδες 73–74).

Η Βάντα Βασίλεφσκα (Wanda Wasilewska), μία Πολωνή κομμουνίστρια της ηγετικής ομάδος του κόμματος στην περίοδον του πολέμου, ηκολούθησε παρομοία περίπου εξέλιξη εκείνη την εποχή. Ο πατήρ της ήταν υπουργός σε μια από τις μεσοπολεμικές πολωνικές κυβερνήσεις, αυτή δε ως πολύ νεαρά γυναίκα εδραστηριοποιείτο σε διάφορες ισχυρές σοσιαλιστικές ομάδες. Μόνον αργότερον, μετά την κατάρρευση της δημοκρατίας της Πολωνίας και την επέλευση μιας βραχείας δικτατορίας κατέστη πράγματι ριζοσπαστική. Απογοητευμένη με την αποτυχία της δημοκρατικής πολιτικής, συμμετείχε με ενθουσιασμό σε μιαν απεργία διδασκάλων, έχασε την εργασία της και μετά προσεχώρησε ενθουσιωδώς στο κομμουνιστικό κίνημα. (Μάρσι Σορ : «Χαβιάρι και στάχτες: Η ζωή και ο θάνατος μιας γενιάς της Βαρσοβίας στον μαρξισμό, 1918–1968» σελ. 123–27)

Η παρουσίαση της Σορ για αυτό το περιβάλλον επικεντρώνεται στην Πολωνία, αλλά η ίδια εξέλιξη καταφαίνεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τόσον στην Ανατολή όσον και στην Δύση : Η απογοήτευση με τις αποτυχίες του καπιταλισμού και της δημοκρατίας ώθησε πολλούς Ευρωπαίους προς την Αριστερά κατά την δεκαετίαν του 1930. Πολλοί εθεώρησαν ότι οι επιλογές τους περιορίζοντο …. ή στον Χίτλερ ή στον μαρξισμό. Υπήρξεν μία ισχυρά κοινωνική πόλωση που προωθήθη και ενεθαρρύνθη από τους ανθρώπους και των δύο «ακραίων» πλευρών. Έτσι ο κομμουνισμός απέκτησεν επίσης και μία συγκεκριμένη «πρωτοπορία» μεταξύ πολυαρίθμων μηδενιστών, υπαρξιστών ή κοινωνικώς αλλοτριωμένων και περιθωριακών διανοουμένων. Η υψηλοτέρα πνευματική προσωπικότης της περιόδου, ο διαβόητος Ζαν Πωλ Σάρτρ (Jean-Paul Sartre), ήταν ένας ενθουσιώδης συνοδοιπόρος των μπολσεβίκων. Ουδέποτε ετόλμησεν να αναφερθεί δημοσία στην κτηνώδη βαρβαρότητα του σοβιετικού καθεστώτος. «Όπως και εσύ και εγώ ευρίσκω ανυπόφορα αυτά τα στρατόπεδα», είπε στον στενό φίλο του Άλμπερτ Καμύ, ομιλών για τα Σοβιετικά Γκουλάγκ. «Αλλά ευρίσκω εξ ίσου απαράδεκτο την καθημερινή τους χρησιμοποίηση στον αστικό τύπο !». [Ronald Aronson, «Camus and Sartre: The Story of a Friendship and the Quarrel that Ended It» (Σικάγο, 2004), σελίς 150].

Αθανάσιος Κωνσταντίνου

Comments Off on Via Dolorosa Europae Orientalis (Μέρος 7)

Filed under ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Comments are closed.