Το καλοκαίρι του 1996 γράφτηκε μία από τις πιο αιματηρές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου. Δύο Έλληνες της Κύπρου, ο Τάσος Ισαάκ και ο Σολωμός Σολωμού, έπεσαν νεκροί από τουρκικά χέρια μέσα σε λίγες μόλις ημέρες. Όμως η ιστορία εκείνου του Αυγούστου δεν τελείωσε με τους δύο νεκρούς. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ήρθε η απάντηση.
Στις 11 Αυγούστου 1996, ο Τάσος Ισαάκ, 24 ετών, βρέθηκε εγκλωβισμένος στα συρματοπλέγματα της νεκρής ζώνης στη Δερύνεια. Μπροστά στα μάτια δεκάδων ανθρώπων και των τηλεοπτικών καμερών, δέχθηκε άγρια επίθεση και ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από ομάδα Τουρκοκυπρίων και Τούρκων εθνικιστών. Η εικόνα του νεαρού Ελληνοκύπριου να αφήνεται νεκρός στη γη συγκλόνισε ολόκληρο τον Ελληνισμό. Μόλις τρεις ημέρες αργότερα, στις 14 Αυγούστου, η τραγωδία επαναλήφθηκε. Ο Σολωμός Σολωμού, 26 ετών, πήγε στη Δερύνεια. Ανέβηκε προς τον ιστό της τουρκικής σημαίας, αποφασισμένος να κατεβάσει το σύμβολο της κατοχής από το έδαφος της πατρίδας του. Πριν προλάβει να φτάσει στον ιστό, δέχθηκε πυρά και έπεσε νεκρός. Οι εικόνες του να ανεβαίνει προς τη σημαία, γνωρίζοντας τον κίνδυνο, έμειναν χαραγμένες στη μνήμη κάθε Έλληνα της Κύπρου.
Για τον Ελληνισμό της Κύπρου, ο Ισαάκ και ο Σολωμού έγιναν σύμβολα αντίστασης, αξιοπρέπειας και ανυποχώρητου αγώνα απέναντι στην κατοχή. Και τότε συνέβη κάτι που για χρόνια έμεινε στη σκιά. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1996, μόλις 25 ημέρες μετά τη δολοφονία του Σολωμού, δύο Τουρκοκύπριοι στρατιώτες δέχθηκαν ένοπλη επίθεση στην περιοχή Γκιουβερτζινλίκ, κοντά στη Δεκέλεια. Ο 20χρονος Allahverdi Kılıç σκοτώθηκε, ενώ ο συνάδελφός του Burhan Cihangir τραυματίστηκε.
Οι δράστες δεν συνελήφθησαν ποτέ. Η Κυπριακή Δημοκρατία αρνήθηκε ότι επρόκειτο για ενέργεια Ελληνοκυπρίων. Ωστόσο, η επίθεση συνδέθηκε από πηγές της εποχής και μεταγενέστερες ιστορικές αναφορές με τις δολοφονίες του Ισαάκ και του Σολωμού και έχει περιγραφεί ως revenge attack, δηλαδή ως πράξη αντιποίνων. Η χρονική συγκυρία ήταν χαρακτηριστική: Δύο Ελληνοκύπριοι είχαν δολοφονηθεί στις 11 και 14 Αυγούστου και, πριν περάσει ένας μήνας, ένας Τουρκοκύπριος στρατιώτης έπεφτε νεκρός από πυρά. Για τον Ελληνισμό της Κύπρου, αυτή η σελίδα της ιστορίας έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί πίσω από τις επίσημες δηλώσεις, τις πολιτικές ισορροπίες και τη διπλωματική γλώσσα υπήρχε ένας λαός που έβλεπε δύο δικούς του νέους να δολοφονούνται μπροστά στα μάτια του. Η οργή δεν έμεινε μόνο στις διαδηλώσεις και στα δάκρυα. Η οργή του Ελληνισμού της Κύπρου μεταφέρθηκε και στο πεδίο της ένοπλης αντιπαράθεσης.
Ο Ισαάκ και ο Σολωμού έγιναν σύμβολα. Η θυσία τους έγινε μέρος της εθνικής μνήμης. Και η επίθεση του Σεπτεμβρίου, ανεξάρτητα από το ότι οι δράστες δεν ταυτοποιήθηκαν οριστικά, έμεινε ως μία από τις σκοτεινές πράξεις αντιποίνων που ακολούθησαν εκείνο το μαύρο καλοκαίρι. Ο Ισαάκ και ο Σολωμού δεν λύγισαν μπροστά στην κατοχή. Και η μνήμη τους δεν έσβησε. Για τους Έλληνες της Κύπρου, παραμένουν δύο νεκροί της πατρίδας, δύο σύμβολα μιας γενιάς που αρνήθηκε να αποδεχθεί ως φυσιολογική την κατοχή της γης της.
Δεν ξεχνούμε τον Τάσο Ισαάκ.
Δεν ξεχνούμε τον Σολωμό Σολωμού.
Δεν ξεχνούμε την κατοχή.
πηγή: σελίδα «Ιστορικές Μνήμες Ε.Ο.Κ.Α. 1955–1959»







