«Μπήκανε στα μεταγωγικά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και μετά από δύο ολόκληρες ημέρες έφθασαν στην Ήπειρο. Άπαρτο κάστρο έμοιαζε το Μπιζάνι, αλλά η ψυχή η Ελληνική το λύγισε. Όσο για τον Ταγματάρχη Βελισσαρίου ήταν το τελικό κτύπημα στους Τούρκους, που κρατούσανε σκλαβωμένη για 500 ολόκληρα χρόνια την πόλη του Άη Γιάννη. Πλέοντας τα πλοία στο Αιγαίο περάσανε ανοιχτά Νότια και τα παιδιά με το χακί βαδίζοντας προς ένα νέο θάνατο ατένιζαν και βούρκωναν τον Όλυμπο τον περήφανο, τον Κίσσαβο τον άδικα περιφρονημένο, τα Άγραφα τα βουνά της Ρούμελης και βούρκωναν τα παλληκάρια που γνώριζαν ότι κάπου εκεί ήτανε τα χωριά τους, όπου τους περίμεναν μάτια πολυαγαπημένα και μαυροφόρες ορφανεμένες από τους φίλους τους, τούς γκαρδιακούς, που είχαν αφήσει πίσω τους μέσα στο χώμα της Μακεδονίας με έναν ξύλινο σταυρό σε όσους είχαν αυτή την τύχη, γιατί αλίμονο πολλοί σάπιζαν κάπου στο πουθενά και άλλοι σε ομαδικούς τάφους ηρώων. Όμως η καρδιά τους δεν λύγισε ούτε από την νοσταλγία για το φιλί της μάνας, ούτε για τον έρωτα της αγαπημένης τους, ούτε για τον χαμό των Συμπολεμιστών τους. Η Μεγάλη Ιδέα, η ελευθερία, το Ιδανικό φλόγιζε την ψυχή τους και η φλόγα δεν τρεμόπαιζε, αλλά συνεχώς φούντωνε! Πάτησαν τελικά το πόδι τους στην Ήπειρο και άρχισαν οι μάχες και γέμισαν τα βουνά γύρω από τα Γιάννενα από τάφους με ονόματα Ελληνικά.
Ο Κωνσταντίνος ο Στρατηλάτης εκεί, εκεί και ο Αντιστράτηγος Σαπουντζάκης, που ξεκίνησε την εκστρατεία, εκεί και ο θρυλικός Στρατηγός Καλλάρης και βεβαίως η 4η Μεραρχία με τον Στρατηγό Μοσχόπουλο και μαζί και τα Ευζωνικά. Η μάχη ήταν σκληρή και το Μπιζάνι δεν έπεφτε με τίποτε. Ήταν εκεί όμως και ο μεγαλύτερος στρατηγός της Νέας Ελλάδος, ο γόνος των Βυζαντινών αρχόντων, ο Ιωάννης Μεταξάς. Δικά του ήταν τα σχέδια των Ιωαννίνων, αν και αμφισβητήθηκαν από τους «ανωτέρους». Η τελική επίθεση έγινε με έναν υπερκερασμό του Μπιζανίου από τα Ευζωνικά και την 4η Μεραρχία, που πλήρωσε τον μεγαλύτερο φόρο αίματος. Τα Ευζωνικά προχωρούσανε πιο μπροστά με πρώτον και καλύτερο τον θρυλικό Ταγματάρχη Βελισσαρίου και δίπλα του με τον λόχο του σαν σκυλί μπιστικό με τον λόχο του ο Υπολοχαγός Μιχαλέας. Ο Τούρκος Στρατηγός, ο διοικητής των Ιωαννίνων, μαθαίνοντας ότι ο Βελισσαρίου, που δεν ήξερε άλλο σύνθημα από το «έφοδος», βλέποντας το Ευζωνικό να έχει περάσει το Μπιζάνι, πίστεψε ότι το Μπιζάνι είχε πέσει, ενώ δεν είχε πέσει ακόμη αλλά είχε λυγίσει, ζήτησε να παραδώσει την πόλη. Μέχρι να πέσει το Μπιζάνι έπεσαν πολλά κορμιά και από τις δύο πλευρές. Μάχες σώμα με σώμα. Τελικά έπεσε, αλλά τα Γιάννενα ούτως ή άλλως είχανε παραδοθεί. Ο Τούρκος Στρατηγός, που μάλλον ήταν Έλληνας εξισλαμισμένος, δεν ήθελε οι μάχες να συνεχισθούνε στην πόλη με αποτέλεσμα την καταστροφή της.
Μετά την παράδοση ο Στρατηλάτης αποκάλεσε την 4η Μεραρχία «ΣΙΔΗΡΑ ΜΕΡΑΡΧΙΑ» και τον Ταγματάρχη Βελισσαρίου τον φίλησε και του είπε ότι θα έπρεπε κανονικά να τον τιμωρήσει, αλλά θα τον παρασημοφορήσει. Χρυσό Αριστείον Ανδρείας για τον Ταγματάρχη Βελισσαρίου και ένα ακόμη για τον Υπολοχαγό Στέφανο Μιχαλέα, τον οποίον προήγαγε επ’ ανδραγαθία σε Λοχαγό. Απένειμε παράσημα και σε Αξιωματικούς και σε Υπαξιωματικούς και Στρατιώτες. Παράσημα δεν πήραν οι ανώνυμοι νεκροί στρατιώτες, που πολλοί από αυτούς υπήρξαν μεγάλοι ήρωες. Ο Υπολοχαγός Νικόλας Δημάκος πήρε τον δεύτερο Πολεμικό Σταυρό και ήταν ο μόνος υπολοχαγός της Μεραρχίας, που είχε δύο πολεμικούς σταυρούς.
Όσο για τον Τούρκο Στρατηγό, που παρέδωσε τα Γιάννενα, δεν γύρισε ποτέ στην Τουρκία, πήγε και έζησε στην Ελβετία, όπου και πέθανε. Φαίνεται πως στην κρίσιμη στιγμή μίλησε μέσα του το Υπερήφανο Ηπειρώτικο Ελληνικό του Αίμα. Θριαμβευτική η πορεία μέσα στην μέχρι χθες σκλαβωμένη γη, που την ημέρα εκείνη ήταν γεμάτη Γαλανόλευκες. Αμέσως η λαϊκή μούσα έβγαλε και τραγούδι για την λευτεριά, που ήλθε μέσα από το αίμα των γενναίων της «Παλαιάς Ελλάδος» και των εθελοντών των Ευζωνικών Ταγμάτων, αλλά και των Γαριβαλδινών, με πεσόντα ανάμεσά τους τον θρύλο της πένας και του ξίφους Λορέντζο Μαβίλη, αλλά αυτό δεν το θυμούνται κάποιοι σήμερα… «Τα πήραμε τα Γιάννενα μάτια πολλά το λένε, μάτια πολλά που κλαίνε» έλεγε μεταξύ άλλων με ρυθμό Ηπειρώτικο ο λαός.»







